Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Το παρόν προδικάζει το μέλλον


«Τι τραγικό βασίλειο κι αυτό, αναλογίστηκε. Αυτοί εδώ είναι φυλακισμένοι και το αποκορύφωμα της τραγωδίας τους είναι ότι δεν το ξέρουν. Νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, γιατί ποτέ δεν υπήρξαν ελεύθεροι και δεν ξέρουν τι σημαίνει ελευθερία.
Είναι μια φυλακή και λίγοι άνθρωποι το καταλαβαίνουν.»
                                                    Philip Dick, Θεϊκή Εισβολή

«Κύριε, είμαι από την Άλλη Χώρα…»


Είμαστε στο κέντρο μιας παγκόσμιας περιδίνησης.  Αυτό πού μέχρι χτες αποτελούσε βεβαιότητα , σήμερα δεν αποτελεί εχέγγυο ασφάλειας. Κατ’ κάποιο τρόπο, μάλλον κάποιος θα έλεγε , ότι οι σταθερές μας κλονίστηκαν, αφήνοντας ρωγμές πού επιτρέπουν τον φόβο να εισβάλλει μέσα στις ζωές μας. Η αυνανιστική ηρεμία του όλα είναι υπό έλεγχο, φαντάζει  ήδη μακρινό όνειρο.

Κάποιοι κρυφογελούν χαιρέκακα, γιατί αυτό πού  βροντοφώναζαν  και κανείς δεν τους άκουγε, σήμερα αποτελεί  κοινό τόπο.  Έτσι τώρα ρεφάρουν  και κοιτούν τους άλλους υποτιμητικά, επειδή νομίζουν  ότι αυτό τους δίνει ένα καλύτερο πλεονέκτημα να αντιμετωπίσουν την κατάσταση στο παρόν και μια διαύγεια πνεύματος  στο ότι πρόβλεψαν, όταν οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν  τον ύπνο της υποτιθέμενης ευημερίας.  Ακόμα όμως και όσοι προέβλεπαν, δεν φαίνεται να είναι σε καλύτερη μοίρα από τους υπολοίπους.  Όλους μάς ακουμπά ο φόβος της αστάθειας, μαζί όλοι αναρωτιόμαστε με απορία ποιο θα είναι το αύριο για όλους μας.

Αυτή η απώλεια πρότερων σταθερών έχει ένα χαρακτηριστικό: δεν ήταν επιλογή μας, αλλά μάς επιβλήθηκε. Κάποιοι την είχαν αποφασίσει για μας, όταν εμείς περί άλλων τυρβάζαμε, την είχαν σχεδιάσει  και όταν οι καιροί έγιναν ευνοϊκοί  για τα σχέδια τους  άρχισαν να την κάνουν πράξη.  Αυτοί λοιπόν οι αόρατοι Άγνωστοι, πώς άραγε αισθάνονται για το έργο τους; Είναι ευχαριστημένοι, είναι δυσαρεστημένοι, ή απλώς σχεδιάζουν το αύριο;

Σχεδιάζουν το αύριο με την ίδια ψυχρή διαύγεια πού σχεδίαζαν  αυτό πού υπάρχει στο σήμερα;  Αυτοί άραγε φοβούνται;  Τι μπορεί να φοβάται άραγε  κάποιος ,που σχεδιάζει  συνέχεια το μέλλον; Μάλλον να μην του βγουν τα σχέδια του. Τι μπορεί να του συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση, ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις πάνω του;

Σίγουρα στο κόσμο υπάρχουν Παίκτες που παίζουν παρτίδες σχεδιασμού και πάνω στο τραπέζι υπάρχουμε όλοι εμείς, που απλά ζούμε την ζωή μας αμέριμνοι και μάλλον νηφάλιοι μέσα στη απόλυτη άγνοια.  Απλώς, φαίνεται σαν να έχουμε διαθέσει τον εαυτόν μας σε μια παρτίδα που, εν τέλει, δεν έχουμε καταλάβει τους κανόνες .

Ο κόσμος στη πλειονότητα του φαίνεται να είναι αρνητικός σε σενάρια  πού  θέλουν  τη κοινωνία να ελέγχεται  από «πεφωτισμένους», ικανούς να επιβάλλουν την θέληση τους και να σχεδιάζουν πίσω από τις κουρτίνες το παρόν και το μέλλον. Η κοινωνία αρέσκεται να φαντάζεται ότι ελέγχει την μοίρα της, ακόμα και όταν η ιστορία της αποδεικνύει  ότι οι αποφάσεις  του κοινωνικού γίγνεσθαι παίρνονται πίσω από κλειστές κουρτίνες. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι έχουμε το έλεγχο της ζωής μας, αλλά κυρίως μας αρέσει να μην ασχολούμαστε  με την ουσία του προβλήματος, με το αν  αυτός ο έλεγχος που νομίζουμε ότι έχουμε, είναι ουσιαστικός και πραγματικός.

Έτσι στη τελική, παθητικά υποδεχόμαστε τις εξελίξεις. Έκπληκτοι αντιμετωπίζουμε αποφάσεις που οδηγούν την ζωή μας  σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια τα οποία μας ανατρέπουν καθημερινά. Που συνεχώς μας οδηγούν σε διαφορετικούς προορισμούς, από εκείνους που καρδιά μας, ή η λογική μας, θέλουν.

Έτσι, αυτό πού αποκαλούμε ζωή, μετασχηματίζεται διαρκώς, δίχως να το κατανοούμε, σε επιβιωσιακό  δράμα. Μάλλον κατεβαίνουμε  υποβιβάζοντας την ζωή σε ποσότητα . Η ποιότητα γίνεται ανάμνηση και στο τέλος θα την ξεχάσουμε εντελώς.

Το χτες δεν ήταν  ποιοτικά καλύτερο από το σήμερα και σίγουρα το αύριο θα είναι χειρότερο από το σήμερα. Η κοινωνία νοσεί και όσοι δεν το αντιλαμβάνονται  απλώς  προσπαθούν να αποφύγουν  να δουν  το προφανές. Είναι  λάθος να μπερδεύουμε τον ρεαλισμό με την απαισιοδοξία. Η κοινωνική νόσος είναι τόσο πλατειά διαδεδομένη  πού μπορεί να μας δημιουργεί  βάρος, κατάθλιψη, απογοήτευση, αδυναμία και φόβο, αλλά το να κάνουμε ότι δεν βλέπουμε το πρόβλημα δεν μας λυτρώνει από όλα τα προηγούμενα, αντίθετα, μας αποτρέπει να δούμε τις πιθανές λύσεις.

Η ανθρωπότητα είναι ικανή για το χειρότερο, το έχει αποδείξει. Μιλά για ειρήνη και κάνει πολέμους , μιλά  για ευμάρεια και δημιουργεί  πείνα, μιλά για ευτυχία και παράγει δυστυχία, μιλά για την γνώση και συνεχώς βρίσκεται σε σύγχυση. Κάπου υπάρχει ένα καθοριστικό κρυμμένο λάθος στον τρόπο πού βλέπουμε και αντιμετωπίζουμε τα πράγματα γύρω μας και μέσα μας. Αυτό το λάθος όσο και να το εξορκίζουμε με εκλογικευμένες εξηγήσεις, φαίνεται  ότι παραμένει λάθος αόρατο και δεν εξορκίζεται. Η νύκτα μπορεί να είναι μεγάλη αλλά δεν υπάρχει περίπτωση κάποια στιγμή θα ξημερώσει. Όσοι θέλουν να αποφασίζουν να παρατείνουν την νύκτα μπορεί  να νικάνε πρόσκαιρα, αλλά δεν θα νικάνε για πάντα.

Το  Άτομο  και η Κοινωνία μπορεί επί του παρόντος  να ναρκισσεύονται στον καθρέπτη, αλλά δεν παύουν να κυοφορούν όλες εκείνες τις ποιότητες που μπορούν να τους μετασχηματίσουν σε αυτό για το οποίο είναι τελικώς πλασμένοι: να αναζητήσουν το Φως και την Ποιότητα  πού θα τους αναβιβάσουν στη κλίμακα της Δημιουργίας. Κάποια στιγμή τα τείχη της φυλακής θα σπάσουν  και οι σκλάβοι της συνήθειας, οι σκλάβοι της ανάγκης, οι σκλάβοι της παθητικότητας, οι σκλάβοι της τυφλής επιβίωσης, θα διαπιστώσουν ότι αυτό που τόσο καιρό ονειρευόντουσαν, την ζωή μέσα στο Βασίλειο της Ποιότητας δεν αποτελεί  μόνο συνθήκη τρελών και οραματιστών, αλλά αυτό για το οποίο ήταν πάντοτε προορισμένοι να πετύχουν.

Όσοι είναι ικανοί  για το χειρότερο, είναι εξίσου ικανοί και για το καλύτερο.


                                                                      Λυγκέας

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Γυμνοί μπροστά στην Ισχύ.


12/2/2012





Αυτή την στιγμή ο ελληνικός λαός παιδεύεται γι αυτά που έκανε κι αυτά που παρέλειψε να κάνει.
Παιδεύεται γιατί καμώθηκε πως δεν ήξερε ότι τα δανεικά που εξασφάλισαν τα χρόνια της ευημερίας του, προέρχονταν από την ληστεία της ανθρωπότητας. Και ότι δανειστές του ήταν οι ίδιοι οι ληστές.
Παιδεύεται γιατί τα χρόνια της ευμάρειας θεώρησε ότι προϊόντα κατασκευασμένα αλλού, με παιδική εργασία και ημερομίσθια κάτω του ενός ευρώ, έπρεπε να είναι μέρος του κόσμου του. Παιδεύεται γιατί θεώρησε ότι ένα ζευγάρι παπούτσια Prada, αξίας 200 ευρώ, του άρμοζαν.
Προδίδεται απ΄αυτούς που εξέλεξε και με τους οποίους συνέπραξε για δεκαετίες στην ερήμωση της χώρας του.
 Και παραπονιέται γιατί οι μισθοί του τείνουν να γίνουν «μισθοί Βουλγαρίας» λες και οι Βούλγαροι, ή κάποιοι Σουδανοί, είναι παιδιά ενός υποδεέστερου θεού.
Τώρα που ο κόσμος του καταρρέει και τον συμπαρασύρει, προσεγγίζει την ιδέα της εξέγερσης. Για να εξεγερθεί όμως ένας λαός πρέπει να σιγουρευτεί για την ηθική υπεροχή του απέναντι στους κυβερνήτες του.
Αυτό ακριβώς γίνεται τώρα. Μέσα από τον παιδεμό έρχεται η συνειδητοποίηση των πραγμάτων και η εξιλέωση. Ο πόνος λεπταίνει τον άνθρωπο.
Μπαίνοντας ο λαός στην εξέγερση θα αντιμετωπίσει, με τρόπο οδυνηρό, την υλική και  οργανωτική υπεροπλία του αντιπάλου. Ανυποψίαστος ως τα χτες, βρίσκεται μπροστά στα σχέδια κάποιων υπερβατικών αγορών, τους παγερούς υπολογισμούς των «εταίρων», την συντεχνιακή στάση των πολιτικών και την κυβέρνηση. Κατεβαίνει στις διαδηλώσεις και βρίσκεται μπροστά σε έναν εσωτερικό στρατό και τον χημικό του πόλεμο. Γυρίζει σπίτι του, ανοίγει την τηλεόραση και πυροβολείται ακόμα μια φορά, ακριβώς ανάμεσα στα μάτια, από τα Μ.Μ.Ε.
 Επομένως πρέπει να ετοιμαστεί για έναν πόλεμο που δεν τον θέλησε. Κι όπως πάντα στον πόλεμο, η προετοιμασία είναι κατ’αρχήν  πνευματική.                
                                                                          
Πρέπει να δει, ποιος ήταν ως τώρα και ποιος θέλει να γίνει στο μέλλον. Πρέπει  να συνειδητοποιήσει τις αιτίες της συμφοράς του και χωρίς υπεκφυγές και βολικές συγκαλύψεις, να σταθεί απέναντί τους.
Πρέπει να ορίσει, το πού θέλει να πάει, τηρώντας απαράβατα τον κανόνα της ειλικρίνειας. Οι πράξεις του και οι σκοποί του πρέπει να είναι σύμφωνοι με τον Ηθικό Νόμο. Όσο πιο πολύ πλησιάζει την ακεραιότητα τόσο πιο ανίκητος θα γίνεται.
 Όταν τα δυο σημεία - αφετηρία και σκοπός- ορισθούν με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια, τότε η ενδιάμεση πορεία θα γίνει κατορθωτή.
                                                                                                                       
Θα του χρειαστούν όλη του η διαύγεια και  η ευφυία. Όλη η ευρηματικότητα και η φαντασία. Μέσα στην οργανωμένη συσκότιση του νου θα του χρειαστεί η πιο απλή λογική. Μέσα στη διάλυση κάθε διανοητικής συγκρότησης, η ανασύστασή της. Μέσα στο κρύο του άπειρου σχετικισμού, η διατύπωση απαράβατων αξιών. Θα του χρειαστούν τα λόγια και ο ρυθμός ενός μεγάλου συλλογικού παραμυθιού που θα  το αφηγείται χαμηλόφωνα στον εαυτό του. Μια ενιαία, συλλογική αφήγηση που, «όπως στα παιδιά» θα συντάξει τον διάχυτο φόβο και θα δώσει μορφή και «πρόσωπο στο άπιαστο τέρας που παραμονεύει στο σκοτάδι». Πρέπει δηλαδή η ψυχή του λαού να οργανωθεί και μυθολογικά.
Τότε η πορεία αυτή θα αναληφθεί με θάρρος και θα ακολουθηθεί με αφοσίωση. Και θα είναι γι αυτόν ένα σχολείο.



                                                Β.Η


Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Νηφάλιοι μέσα στην καταιγίδα


Μάλεβιτς: Μαύρο τετράγωνο σε άσπρο φόντο
Το μέγεθος, και η επικινδυνότητα, της παρούσας κρίσης μπορούν να μετρηθούν στο βαθμό στον οποίο δοξολογούνται οι γυμνές βιολογικές ανάγκες καθώς και στην έκταση των πολιτικών δυνάμεων που διαλαλούν ότι, αυτές και όχι άλλες, μπορούν να εγγυηθούν την ικανοποίησή τους.


Όσο περισσότερες φωνές μπαίνουν σε τούτο το παιχνίδι τυφλής αναγωγής του ανθρώπινου στο βιολογικό, τόσο περισσότερο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως η κρίση προχωράει προς την καρδιά του υπάρχοντος πολιτισμού. Διότι αυτές οι φωνές πολλαπλασιάζονται όσο περισσότερο καταρρέουν όλες εκείνες οι ιδέες, οι θεσμοί και οι πρακτικές μέσα από τις οποίες ο κυρίαρχος πολιτισμός βεβαιώνει, πως η κοινωνική σχέση είναι ισχυρότερη της γυμνής ανάγκης − δηλαδή όλα όσα του επιτρέπουν να παρουσιάζεται πειστικά ως πολιτισμός.


Αρκετά μακριά από την έμφαση στον «υπερκαταναλωτισμό», που δίνεται από πολλές πλευρές ως εξήγηση αυτής της κρίσης, η αλήθεια είναι πως αυτή συνδέεται με τη σχεδόν 40ετή περίοδο μιας ξέφρενης χρησιμοποίησης του πιστωτικού χρήματος ως όπλου κυριαρχίας − αυτό που ονομάστηκε «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση» −, η οποία εμπνεύστηκε, στηρίχτηκε και ενισχύθηκε από μια


  • αναδιάρθρωση του κυρίαρχου συστήματος οργάνωσης, δηλαδή διοίκησης των πραγμάτων, στηριγμένη στην «πανοπτικότητα» που φαινόταν να εξασφαλίζει η πληροφορική επέλαση του Τεχνικού Συστήματος, 

και οδήγησε σε μια


  • αναδιάρθρωση του κυρίαρχου συστήματος παραγωγής, δηλαδή εργασίας, μέσα από την οποία παραχωρήθηκε στους διευθυντικούς υπαλλήλους του κεφάλαιου μερίδιο στη μετοχική σύνθεσή του και επομένως η συμμετοχή τους στη χρηματιστηριακή-τζογαδόρικη αντίληψη του επιχειρείν∙ 

μια


  • αναδιάρθρωση του κυρίαρχου συστήματος κυκλοφορίας, δηλαδή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μέσα από την παραγωγή τζογαδόρικων πιστωτικών «προϊόντων» (subprimes, cds, κ.τ.λ) που αντιμετώπισαν το χρήμα ως εμπόρευμα, δηλαδή ως κάτι που δεν είναι και που, μάλιστα, απαγορεύεται αυστηρά να είναι αν θέλει να επιτελεί τον κεντρικό ρόλο του ως «δεσμός όλων των δεσμών»∙ 

και τέλος (μετά το 1990) μια


  • αναδιάρθρωση του κυρίαρχου συστήματος διανομής, δηλαδή κατανάλωσης, με την πλασματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μικρομεσαίων και χαμηλών στρωμάτων μέσα από τον ανεξέλεγκτο δανεισμό (αντί μιας αύξησης των μισθών) και την, δι’ αυτού του τρόπου, υπαγωγή και «συμμετοχή» και αυτών (από τη θέση του καρπαζοεισπράκτορα) στη χρηματιστηριακή-τζογαδόρικη αντίληψη του ζην.

Το υποκείμενο αυτών των αναδιαρθρώσεων − τόσο από την πλευρά του πομπού όσο και από την πλευρά του δέκτη τους − δεν ήταν, ασφαλώς, άλλο από το αποχαλινωμένο άτομο της ύστερης νεωτερικότητας, δηλαδή το νεωτερικό άτομο που


  • έχει πλέον εφησυχασθεί ως προς την ικανότητα της Τεχνικής να συντηρεί την κοινωνία υπό τη μορφή Συστήματος και υποσυστημάτων («όπως ανοίγω τη βρύση και τρέχει νερό, έτσι απλά ξυπνώ το πρωΐ και ο πολιτισμός συνεχίζεται»)∙
  • αισθάνεται αποδεσμευμένο από την ευθύνη να αγωνίζεται το ίδιο για τη συντήρησή της∙ και επομένως
  • ελεύθερο να πραγματώσει το όνειρο της νεωτερικότητας, που είδε τον πολιτισμό σαν «πηγή δυσφορίας» και την κοινωνία σαν ένα απλό μέσο προς ανακούφισή της στην υπηρεσία των ατομικών βλέψεων (από όπου και όλες οι ιδέες περί «αόρατου χεριού», και τα παρόμοια, που τις ισορροπεί μαγικά).


Έτσι, οι αναδιαρθρώσεις που περιέγραψα, στην ουσία σήμαναν μια αποδιάρθρωση:  αποδιάρθρωση όχι μόνο των επιμέρους συστημάτων αλλά και του ίδιου του δεσμού τους, του «δεσμού όλων των δεσμών» και θεσμού όλων των θεσμών στον κυρίαρχο κεφαλαιοκρατικό πολιτισμό, δηλαδή του χρήματος.


Πράγματι, εκείνο που γίνεται ολοένα και πιο έντονα, όσο και τραγικά, αντιληπτό − όχι μόνο στους κυριαρχούμενους αδύνατους αλλά και στους ίδιους τους κυρίαρχους δυνατούς − μέσα από την καταφανή πλέον προσπάθεια των Δυνατών να διασώσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα γκρεμίζοντας στην εξαθλίωση τους λαούς τους (υπάγοντας ακόμα και τις συντάξεις στο κερδοσκοπικό παιχνίδι με την προοδευτική παράδοσή τους από το χρηματιστήριο στις ασφαλιστικές εταιρείες), είναι η απογείωση της εσωτερικής αντίφασης του χρήματος, δηλαδή της αντίφασης ανάμεσα


  • στην τεράστια μεταφυσική ισχύ που υπόσχεται ως ποιότητα («κατέχοντάς με μπορείς να αποκτήσεις όποιο αντικείμενο θέλεις και επιθυμείς εσύ, τον πλούτο όλου του κόσμου αν το θες»)∙  

και


  • την τρομακτική μεταφυσική πενία που πραγματώνει ως ποσότητα («μπορείς ν’ αγοράσεις μόνον ό,τι αντέχει η τσέπη σου και ποτέ δεν μπορείς να εξισώσεις το περιεχόμενο του πορτοφολιού σου με τον πλούτο όλου του κόσμου»).


Όμως η αποδιάρθρωση του χρήματος είναι αποδιάρθρωση του «συμβόλου της πίστεως» τούτου εδώ του πολιτισμού! Δεν είναι τριγμός σε κάποιο υποσύστημά του, ούτε σε κάποια επιμέρους ιδεολογία του. Ούτε καν σε κάποιο κεντρικό «μέσον» του. Είναι τριγμός στη ραχοκοκκαλιά του. Κι ένας τέτοιος τριγμός δεν σταματά χωρίς να χυθούν δάκρυα, αίμα και ιδρώτας.



Ένας ολάκερος κόσμος λοιπόν, κι όχι μια χώρα μόνο, βρίσκεται υπό κατάρρευση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει, ούτε ότι θα καταρρεύσει … αύριο, ούτε κι ότι από την κατάρρευσή του − εάν και όταν συντελεστεί − θα προκύψει οπωσδήποτε μια καλύτερη κοινωνία κι ένας πιο ανθρώπινος πολιτισμός. Η κηδεμόνευση μάλιστα του μεγαλύτερου μέρους των «αντιπολιτευτικών» στο σύστημα δυνάμεων από τις βασικές καταγωγικές ιδέες του (ωφελιμισμός, αναγκοκρατία, γραμμική ιστορικότητα, ιεροποίηση της βίας, κ.λπ.), την οποία έχουμε επισημάνει πολλές φορές εδώ, δεν επιτρέπει τέτοιου είδους υπεραισιοδοξίες. Τουλάχιστον όχι προς το παρόν.


Βρισκόμαστε ακόμα σε τροχιά πτώσης προς το πολιτισμικό μηδέν. Η ίδια η επικράτηση στην πολιτική και τη γενικότερη σκηνή των φωνών που μιζάρουν στις γυμνές βιολογικές ανάγκες και την αυτοσυντήρηση τους, καθώς και η αίσθηση ότι όποια φωνή δεν μπαίνει σε τούτο το παιχνίδι είναι απίθανο να εισακουστεί από ένα ευρύτερο ακροατήριο, σηματοδοτεί μια πτώση του Συμβολικού Λόγου και μια αιχμαλώτισή του από το πεδίο της Μαγείας, χαρακτηριστική σε εποχές διάλυσης.


Δυο είναι οι κίνδυνοι, τώρα, για όποιους θέλουν ακόμη να μιλούν, αντέχουν να μιλούν, και δεν μπορούν να κάνουν χωρίς να μιλούν. Η απελπισία, ότι ένας λόγος που δεν υποκύπτει στη «μαγεία» δεν βρίσκει ακροατές∙ και ο πειρασμός να υποκύψει σε αυτήν προκειμένου να εισακουστεί. Απέναντί τους, αυτό που μπορεί να μας βαστήξει όρθιους είναι η πίστη − αυτή η υπέρτατη ένταση ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αμφιβολία για κάτι που «γνωρίζουμε» αλλά μας διαφεύγει διαρκώς −, πως μόνο μέσα από την αντίσταση και σ’ αυτή την απελπισία και σ’ αυτό τον πειρασμό θα μπορέσει να αρθρωθεί ο Συμβολικός Λόγος, δηλαδή το «σύμβολο πίστεως» κι η ραχοκοκκαλιά μιας πιο ανθρώπινης κοινωνίας… όχι μόνο μιας «αυριανής» πιο ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και μιας πιο ανθρώπινης κοινωνίας εδώ και σήμερα, μ’ εκείνους που γνωρίζουμε άμεσα κι εκείνους που συναντάμε θελημένα ή αθέλητα στην πορεία μας.


Νηφαλιότητα, άλλωστε, πάει να πει επαγρύπνηση.




Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

W. C. W.


W.C. Williams,
φωτογραφία διαβατηρίου, 1921


Είναι δύσκολο να ενημερωθεί κανείς μέσα από ποιήματα
κι όμως άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα μες στη μιζέρια
λόγω έλλειψης
αυτού ακριβώς που βρίσκεται εκεί μέσα.      

                                                                               
                                                 William Carlos Williams

(Για την ανάρτηση, Β.Η.)

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Gûna, Tûnica, Accappatoio, Peignoir, Mantija, Köntös, Gewaad, Szata, Rucho, Haljo, Robe, Ρόμπα





Στις 19 του περασμένου μήνα, το στέλεχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και μέλος της «Τρόικα», τεχνοκράτης ονόματι Κλάους Μάζουχ, δίνει συνέντευξη Τύπου στο Δουβλίνο σχετικά με το «πλάνο διάσωσης» της Ιρλανδίας. Ξεκινάει με τις γνωστές p.r. χαριτωμενιές, ότι πόσο ενθουσιάστηκε που στον ιρλανδικό Τύπο συζητούνται σε βάθος τα οικονομικά αυτά θέματα και πόσο εντυπωσιάστηκε που τα γνώριζε άριστα μέχρι και ο οδηγός του ταξί, που τον έφερε από το αεροδρόμιο. Για κακή του τύχη όμως,μεταξύ των δημοσιογράφων ήταν και ο βετεράνος Βίνσεντ Μπράουν, ουδεμία σχέση έχων με τους δικούς μας οσφυοκάμπτες και αποφασισμένος, κάνοντας το αυτονόητο,να τον χορέψει κέλτικα:


«Μήπως ο ταξιτζής σας κ. Μάζουχ σάς είπε πόσο αποσβολωμένος έχει μείνει ο ιρλανδικός λαός με την απαίτησή σας να πληρώσει δισεκατομμύρια ευρώ σε κατόχους μη-εγγυημένων ομολόγων για χρέη, με τα οποία δεν έχει καμιά σχέση, ούτε και ευθύνη, αλλά μόνο και μόνο για περισώσει ή για να εγγυηθεί την οικονομική φερεγγυότητα κάποιων ευρωπαϊκών τραπεζών; Κι αν ο ταξιτζής σας σάς έκανε αυτή την ερώτηση, ή αν σας την είχε κάνει, τι θα του απαντούσατε;».


Πανικός στο πάνελ των τεχνοκρατών!Ψιλοτραυλίζοντας, η εκ δεξιών του τεχνοκράτη κυρία προσπαθεί να ψαρώσει τον Μπράουν, υποδεικνύοντάς του να κάνει και μια δεύτερη ερώτηση. Ο βετεράνος δεν μασάει και επιμένει να του απαντηθεί πρώτα η ερώτησή του αυτή. Η κυρία,νομίζοντας ότι είναι γάτα, τον ευχαριστεί για την ερώτηση και τον καλεί να περάσει το μικρόφωνο στον επόμενο δημοσιογράφο για άλλη ερώτηση, αλλά χτυπάει τοίχο:


«Υπάρχει μια παράδοση στην ιρλανδέζικη δημοσιογραφία», απαντά ήρεμα ο Μπράουν, «να εμβαθύνουμε στα ζητήματα κι όταν κάποιος δεν απαντάει, εμείς να επιμένουμε. Ελπίζω να τη σεβαστείτε κι εδώ. Απαντήστε λοιπόν στην ερώτησή μου!».


Τι να κάνει ο τεχνοκράτης; Αυτό που έχει μάθει να κάνει: να κρυφτεί πίσω από ένα ανθυπομειδίαμα και να καμωθεί πως απαντάει. Μασώντας κι ανακατεύοντας τα λόγια του, με παρόμοια διασπαστικές χειρονομίες αραδιάζει κάτι ασυνάρτητα περί «δύσκολων αποφάσεων», «σύνθετων προβλημάτων», «τραπεζικής πίστης», «ισορροπίας του συστήματος» και «κατανόησης» για να καταλήξει στο dictatum: «Ήταν μια δύσκολη απόφαση αλλά αυτή η απόφαση έχει παρθεί»!


Φυσικά ο Μπράουν δεν ψαρώνει: «Δεν απαντήσατε την ερώτησή μου! Μας ζητάτε κάτι που δεν έχει καμιά σχέση με την ευημερία του ιρλανδικού λαού, ζητάτε να πληρώσουμε χρέη φαληριμένων τραπεζών για τα οποία δεν ευθυνόμαστε, ζητάτε και μας απειλείτε να πληρώσουμε δισεκατομμύρια ευρώ μη-εγγυημένων ομολόγων μόνο και μόνο για χάρη ευρωπαϊκών τραπεζών. Επεμβαίνετε σ’ αυτή τη χώρα και προξενείτε τεράστια καταστροφή. Πώς εξηγείτε αυτή την κατάσταση στον ταξιτζή σας;».


Η ρόμπα δεν έχει άλλα κουμπιά…

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...