Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Ουτοπία και Πραγματικότητα


  

Η Πραγματικότητα, η σύνθεση δηλαδή όσων συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο και τόπο, μπορεί να μην φημίζεται για την ομορφιά της, μπορεί να μην ελκύει τις τρυφερές ψυχές, γιατί συνεχώς διαλαλεί την πεζότητα του εφικτού,αλλά δεν παύει να είναι ο μόνιμος καμβάς που αντιπροσωπεύει την γενικευμένη προσπάθεια που καταβάλλει το σύνολο της ζωής της ανθρωπότητας, μέσα στο αέναο ταξίδι της.

Ζωγραφίζουμε την Πραγματικότητα πάντοτε ανάλογα με το πόσο ευχαριστημένοι είμαστε ατομικά από αυτήν, πράγμα που υποδηλώνει τις περισσότερες φορές και την θέση που έχουμε μέσα της. Ο πλούσιος και ο φτωχός, ο νέος ή ο γέρος, ο άρρωστος και ο υγιής, ο πετυχημένος ή o αποτυχημένος, ο ευτυχισμένος ή ο δυστυχισμένος, συνήθως βλέπουν την Πραγματικότητα με διαφορετικό τρόπο και χρώμα. Οι ερωτευμένοι την φωτίζουν με τα πλέον ζωντανά χρώματα, αντλούν από αυτήν δύναμη, πράγμα που είναι αφύσικο για όσους είναι καταθλιπτικοί και την νοιώθουν σαν θηλιά στο λαιμό τους.

Σίγουρα όλοι μας έχουμε νοιώσει την αρνητική και την θετική ενέργεια της Πραγματικότητας στη ζωή μας. Όσοι όμως μάταια αποπειράθηκαν  να περιγράψουν  την Πραγματικότητα απέτυχαν, διότι η μεγαλύτερη ιδιότητα της είναι, ότι είναι τόσο ποικιλόμορφα σύνθετη, που όσες όψεις της και αν περιγράψεις, τόσες  ακόμα θα χάσεις στον λογαριασμό σου. Απτή αλλά συγχρόνως άπιαστη, σκληρή αλλά αναντίρρητα πραγματική, η Πραγματικότητα με την αδελφή της την Ιστορία, κατορθώνουν να δίνουν το μέτρο και το τόνο πάντα μέσα στις ζωές μας.

Εκείνοι που δεν αντέχουν τους άτεγκτους κανόνες της, καταφεύγουν στη θαλπωρή της Ουτοπίας.

Η Ουτοπία είναι το  alter ego της Πραγματικότητας. Είναι ο χώρος  του απραγματοποίητου και του ονείρου. Εκεί, που όσα δεν χώρεσαν μέσα στη Πραγματικότητα, στριμώχνονται για να βρουν την απραγματοποίητη έκφραση τους.

Μέσα στη Ουτοπία ο άνθρωπος  πραγματώνει ιδεατά την απόλυτη ελευθερία του, βρίσκει διέξοδο από την φυλακή του, αφήνει αχαλίνωτα τα άλογα της φαντασίας του, φτιάχνοντας κόσμους που μάλλον ποτέ δεν θα υπάρξουν και ποτέ δεν υπήρξαν. Φτιάχνει δομές με τα καλύτερες προθέσεις και διαπλάθει ανθρώπους με τα καλύτερα στοιχεία . Ζει το όνειρο που ποτέ δεν θα έχει μέσα στη πραγματική ζωή, μια άλλη ζωή που όμως είναι άυλη, άχρονη και βουτηγμένη στη νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου. Ο ιδεατός κόσμος της Ουτοπίας σχηματίζεται από κανόνες ελαστικούς και εύπλαστους που συνεχώς τείνουν προς την αποδέσμευση από τα δεσμά της Πραγματικότητας.

Η Πραγματικότητα και η Ουτοπία αγκαλιάζονται, συγκρούονται και χωρίζουν, μολύνοντας η μία την άλλη, με τις ιδέες τους, ενίοτε δημιουργώντας σύγχυση στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Μπερδεύουν έτσι τα επιχειρήματα σε συζητήσεις, υποτιμούν πράξεις της πραγματικής ζωής που έχουν σημασία και εν τέλει κάνουν την Πραγματική ζωή πιο δυσάρεστη, την Ουτοπία πιο ανέφικτη και αφήνοντας  το κοινό τους στη ουσία πιο μπερδεμένο και λιγότερα ευτυχισμένο.

Η ιστορία της Ουτοπίας και η ιστορία της Πραγματικότητας, όπως και τα ρεύματα των ανθρώπων που ακολουθούν την καθεμιά τους , αντανακλούν πιστά την διττή φύση της ανθρώπινης ύπαρξης , την ατέρμονη μάχη ανάμεσα στο εφικτό και αυτό που θα έπρεπε να επιδιώκεται, δηλαδή την βαθιά ανάγκη για μια  καλύτερη ζωή . Μια ζωή που δεν είναι δυνατόν συνεχώς να καταπίπτει στη στειρότητα των αριθμητικών μετρήσεων και που αναγκάζεται να καταφεύγει στο όνειρο για να βρει το νόημα της. Το χαμένο νόημα της ζωής δημιουργεί την συγκεκριμένη Πραγματικότητα και κάνει την Ουτοπία ανέφικτη.

Μπορούμε και καλύτερα!!!

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Για να μπορείς κι εσύ να πεις, την άκουσα! | 28.01 ΑΝΕΒΗΚΕ!


ΜεταΖοβιετικές δυναμικές: Ριζικές απαντήσεις στη συλλογική ενοχοποίηση. Η κοινωνία δεν είναι άθροισμα ατόμων. Δίκαιο: τι είναι και πού στηρίζεται μια πιο δίκαιη κοινωνία. Οι τρεις παράμετροι στην έρευνα για το δίκαιο του νόμου. Γιατί έχει δίκιο ο Όργουελ και άδικο ο Ρόουλς, ο Ρόρτυ κι ο Χάμπερμας.




*** 

Θυμίζουμε ότι ΟΛΕΣ τις εκπομπές μας στο διαγαλαξιακό  RadioBubble
μπορείτε να τις ακούσετε με ένα κλικ στο 



***
«Μη διανοηθείτε ν' ακούσετε ΑΥΤΗ την εκπομπή!»


Δώσε βάση: 

«[…] Η κοσμική θρησκεία της Δύσης είναι αμφίπλευρη. Πλάι στην ευγενή και ιδεώδη πλευρά της, τα ανθρώπινα δικαιώματα, στέκεται εξαρχής η πραγματιστική και πεζή πλευρά: ο ωφελιμισμός. Ο ιερός κι ο ανίερος άνθρωπος, ο άνθρωπος ως υποκείμενο δικαιωμάτων και ο άνθρωπος ως αντικείμενο αγοραπωλησιών, ο άνθρωπος ως σκοπός κι ο άνθρωπος ως μέσον κι εργαλείο αποκόμισης κέρδους συνυπάρχουν σαν δυο σιαμαίοι αδελφοί.  Ποια είναι η μεταξύ τους σχέση; [...] Ο ωφελιμισμός αποτελεί το βάθρο της δυτικής σκέψης και γενικότερα κάθε σκέψης που έχει έρθει σε ρήξη με το θρησκευτικό και το παραδοσιοκρατικό υπόβαθρο. Η άλλη όψη της νεωτερικότητας βρίσκεται ακριβώς στην κριτική του ωφελιμισμού. Αυτή η κριτική απέτυχε, δεν έβγαλε κάπου, δεν προσέφερε ένα ικανοποιητικά σαφές εναλλακτικό παράδειγμα’, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι υπαρκτή. [...]  Ταλαντευόμαστε ανάμεσά τους και στηριζόμαστε στη μια πλευρά για να καταγγείλουμε την άλλη και μου φαίνεται μάταιο να ελπίζουμε ότι η μια μπορεί να βασιλέψει χωρίς την άλλη. Διότι βλέπω ξεκάθαρα το κοινό τους σημείο, αυτό που ενώνει αυτές τις δυο όψεις. Είναι η λατρεία του Ατόμου, ενός Ατόμου ρεαλιστικού υπολογιστή από τη μια μεριά και την ίδια στιγμή φορέα δικαίου από την άλλη. […]»



Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

The Night of the Zoviets

Όταν εμφανίστηκαν το πρώτα Zoviet, η επιστημονική κοινότητα δεν ανησύχησε ιδιαίτερα. Πίστεψαν τότε πως επρόκειτο για κάποια μορφή μικροβιακής λοίμωξης, ιδιότυπη ίσως εξαιτίας της ταχύτητας εκδήλωσης, της πληθώρας και της πορείας των συμπτωμάτων της −που έμοιαζαν να προσβάλλουν πρώτα τα κεντρικά όργανα του ασθενούς−, αλλά πάντως σίγουρα αντιμετωπίσιμη με την απλή εφαρμογή των κανόνων του Κοχ. Αυτό τουλάχιστον υποστήριξαν τότε διαπρεπείς ερευνητές όπως λ.χ. ο Αδόλφος Θιέρσος, που βάλθηκε με ζέση να εξαλείψει τη νόσο από προσώπου γης και προς στιγμήν φάνηκε να το πετυχαίνει.

Δυστυχώς, σύντομα φάνηκε πως οι επιστήμονές μας είχαν μάλλον πέσει θύματα μιας κατανοητής μεν, αλλά εντελώς μάταιης αισιοδοξίας, ίσως ακόμα και μιας τύφλωσης παρόμοιας με αυτήν που είχε προσβάλλει σε παλιότερους χρόνους τους συναδέλφους τους εκείνους που, ενθουσιασμένοι από τις ανακαλύψεις του Παστέρ, είχαν πιστέψει ότι τα μικρόβια ευθύνονται για όλες τις νόσους και υποστήριξαν πως αυτό συνέβαινε, χωρίς αμφιβολία, και με το μπέρι-μπέρι. Οποία απογοήτευσις!

Η απρόσμενη εξάπλωση των Zoviet σε πολλά και διαφορετικά σημεία του πλανήτη, οδήγησε τους ερευνητές σε μια πιο εξελιγμένη υπόθεση, που αμέσως, επειδή είχε και το πλεονέκτημα να παρουσιάζεται με πολύ πιο σύνθετους όρους από τη «μικροβιακή», έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και τα ανάλογα ποσά επιδοτήσεων: τα Zoviet οφείλονται σε κάποιον ιό, που δρα με τη μέθοδο της «μεταστροφής/détournement», ενσωματώνοντας δηλαδή το γενετικό υλικό του στο γονιδίωμα των υγιών κυττάρων και χρησιμοποιώντας για τον πολλαπλασιασμό τους ίδους τους μηχανισμούς αντιγραφής και μεταγραφής του κυττάρου όπως και τα περισσότερα ένζυμα που αυτό χρειάζεται για την επιβίωσή του. Αμέσως λοιπόν προτάθηκε μια συνδυασμένη αντι-ιϊκή θεραπευτική, αρχικά άκρως επιθετική, σύμφωνα με τα πορίσματα κορυφαίων ερευνητών όπως ο δρ Τζόζεφ Μακ Κάρθυ, και στη συνέχεια με μια απόπειρα γενικευμένης αναστροφής του γενετικού κώδικα του ιού κατά τη μέθοδο της «επαναφομοίωσης/récuperation», που προτάθηκε από διεπιστημονικά επιτελεία διαχείρισης κρίσεων.

Ωστόσο, παρά τα πρώτα μαζικά επιτυχή αποτελέσματα, τα κρούσματα έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους σε ανύποπτους τόπους και χρόνους, συχνά μάλιστα εντελώς έξω από την τυπική εικόνα που είχε έως τότε εμπεδωθεί στις συνειδήσεις και τα εγχειρίδια της ιατρικής κοινότητας. Η επέλαση αυτών των άτυπων Zoviet οδήγησε τους επιστήμονες σε πλήρη αναδίπλωση. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία βεβαίωσαν ότι η νόσος είναι πολυπαραγοντική −με άλλα λόγια ότι για την εκδήλωσή της συμβάλλουν όχι μόνον οικονομικοί αλλά μια ευρύτερη πληθώρα παραγόντων, που αγγίζουν ακόμα και τη διάσταση του «υπαρκτικού κενού»−, ενώ δεν ήταν και λίγες οι φωνές που υποστήριξαν την ανάγκη πολυσύνθετων, όσο και πολυδάπανων, μετρήσεων των μεταβολιτών του πληθυσμού καθώς πίστευαν ότι επρόκειτο για κάποιο ιδιαίτερα πολύπλοκο αυτοάνοσο νόσημα, που οφείλεται στις «εσωτερικές αντιφάσεις» του ίδιου του οργανισμού, εξαιτίας των οποίων αυτός «επιτίθεται στον εαυτό του».

Κι ενώ η αισιοδοξία εναλλασσόταν με τις επιστημονικές διαμάχες, μια είδηση ήρθε κι έπεσε σαν δέκα πυρηνικές βόμβες πάνω στην ήδη ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα: όπως κατέδειξαν μελέτες σε ένα από τα πιο έγκυρα εργαστήρια του κόσμου, η εμφάνιση των Zoviet είναι δυνατόν να προέλθει ακόμα και από απλή οπτικοακουστική επαφή με ορισμένου τύπου έντυπες ή ακόμα και απλώς ηχητικά μεταδιδόμενες σκέψεις!

Τότε ακριβώς, αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε απλή υποψία στα μυαλά ελάχιστων προφητών, άστραψε διαμιάς σαν μια πελώρια ανατριχιαστική βεβαιότητα που σκότισε τους πάντες. 

Η νόσος Zombie Virus Extra Terrestrial οφείλεται σε προσβολή από το Διάστημα, ή με άλλα λόγια: έρχεται από το Μέλλον!

Αλίμονό μας!!!


Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Παλιοί Φίλοι



«…Κανένας δεν τυπώνει μια λέξη που να μην είναι δειλό
 μηχανικό παραλήρημα μιάς περιορισμένης πνευματικότητας
η μέρα της έκδοσης της αληθινής λογοτεχνίας
θα ’ναι μέρα επανάστασης…
                     
Ευτυχώς όλες οι κυβερνήσεις θα πέσουν
οι μόνες που δεν θα πέσουν θα ’ναι οι καλές
και οι καλές δεν υπάρχουν ακόμα
αλλά πρέπει ν’ αρχίσουν να υπάρχουν, υπάρχουν
μέσα στα ποιήματά μου…
υπάρχουν μέσα στο θάνατο του Χάρτ Κραίην
και του Μαγιακόφσκι…

αλλά εγώ θα πεθάνω μονάχα για την ποίηση
αυτή θα σώσει τον κόσμο
μνημείο του Σάκκο και του Βαντσέτι που
ακόμα δεν προϋπολογίστηκε για να εξευγενίσει τη Βοστώνη…
ο Βέητσελ Λίντσαιη υπουργός Εσωτερικών
ο Πόε υπουργός Φαντασίας
ο Πάουντ υπουργός Οικονομικών
και ο Κρά ανήκει στον Κρά και ο Πούκτι στον Πούκτι…»


                                         για την επιλογή  Β.Η


…κι εσύ που να ’σαι τώρα Άλλεν?

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Σημειώσεις για το «Το Ζήτημα των Μεταναστών»



                                                                        υπό Γκυ Ντεμπόρ


       
[Το κείμενο γράφτηκε το 1985 για τον Mesioud Ouldamer, που ετοίμαζε τότε ένα βιβλίο για τον Εφιάλτη των Μεταναστών κατά την Αποσύνθεση της Γαλλίας για τις εκδόσεις Gerard Lebovici (Le cauchemar immigre dans la decomposition de la France, Παρίσι 1986). Περιλαμβάνεται στην ανθολογία των Έρ­γων του Ντεμπόρ, (εκδόσεις Gallimard, Παρίσι 2006). Ευχαρι­στίες στον Γ. Πολύζο και στον Μ. Ρακκά για τις υποδείξεις τους στη μετάφραση. Με ΣτΑΜ σημειώνονται οι σημειώσεις του άγγλου μεταφραστή και με ΣτΕΜ της ελληνίδας μεταφρά­στριας.]

Το «μεταναστευτικό ζήτημα» είναι ζήτημα τελείως τεχνητό, όπως και κάθε ζήτημα που τίθεται δημόσια στον σημερινό κόσμο, για τους ίδιους πάντα λόγους: Το ζήτημα τίθεται από την οικονομία (δηλαδή από την απάτη της ψευδο-οικονομίας) και συζητιέται στους κόλπους του θεάματος.

Συζητιέται με όρους βλακώδεις, όπως π.χ. «Να τους κρατήσουμε ή να τους διώξουμε τους μετανάστες;» Στην πραγματικότητα μετανάστης δεν είναι ο μόνιμος κάτοικος που τυγχάνει αλλοδαπός στην καταγωγή, αλλά ο άνθρω­πος που θεωρείται διαφορετικός, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διαφορετικό και που πρόκειται να παραμείνει διαφορετικός. Πολλοί μετανάστες, ή τα παιδιά τους, έχουν υπηκοότητα γαλλική. Πολλοί Πολωνοί ή Ισπανοί υπήκοοι κατέληξαν να χαθούν μέσα στη μάζα του γαλλικού πληθυ­σμού που ήταν κάτι άλλο απ’ αυτούς. Όπως τα πυρηνικά απόβλητα ή οι διαρροές πετρελαίου στον ωκεανό, έτσι και οι μετανάστες είναι προϊόν των νεοτερικών πρακτικών της καπιταλιστικής διαχείρισης. Με τη διαφορά ότι τα «όρια α­νοχής» σε αυτούς καθορίζονται πιο αυστηρά και πιο «επιστημονικά» . Και όπως τα πυρηνικά και οι διαρροές πετρε­λαίου, έτσι και οι μετανάστες θα μείνουν μαζί μας για αιώ­νες, για χιλιετίες, για πάντα. Θα μείνουν μαζί μας γιατί εί­ναι πολύ πιο εύκολο να εξολοθρεύσει κανείς τους Γερμανο-εβραίους επί Χίτλερ παρά να εξολοθρεύσει τους Βορειοαφρικανούς (και τους άλλους) σήμερα: Στη Γαλλία ούτε να­ζιστικό κόμμα υπάρχει ούτε ο μύθος της αυτοχθονίας της φυλής!

Να τους αφομοιώσουμε λοιπόν ή να «σεβαστούμε την πολιτισμική τους ποικιλομορφία»; Πόσο φαύλο το δίλημμα! Δεν μπορούμε πια να ενσωματώσουμε κανέναν. Δεν μπο­ρούμε να αφομοιώσουμε ούτε τους νέους ούτε τους γάλλους εργάτες ούτε τους επαρχιώτες ούτε τις παλιές εθνικές μειο­νότητες (τους Κορσικανούς ή τους Βρετόνους), αφού το Πα­ρίσι, μια πόλη κατεστραμμένη, έχει χάσει τον ιστορικό της ρόλο, που ήταν η παραγωγή Γάλλων, Τι να καταφέρει ο συγκεντρωτισμός χωρίς το κέντρο, την πρωτεύουσα; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν μετέτρεψαν τους διωκόμε­νους Ευρωπαίους σε Γερμανούς. Η διάχυση του συγκεντρωμένου θεάματος μόνον θεατές μπορεί να ενοποιήσει [1]. Κάνουμε γαργάρες, σε μια γλώσσα καθαρά διαφημιστική, με την έκφραση «πολιτισμική ποικιλομορφία».  Μα για ποιον πολιτισμό μιλούμε; Ίχνος δεν έχει απομείνει. Ούτε χριστιανική ούτε μουσουλμανική κουλτούρα υπάρχει, ούτε σοσιαλιστική ούτε επιστημονική. Ας μην μιλούμε λοιπόν για κάτι πεθαμένο. Μια ματιά μόνο να ρίξουμε γύρω μας αρκεί για να διαπιστώσουμε την αλήθεια: Δεν έχει απομεί­νει τίποτε πέρα από την παγκόσμια-θεαματική (αμερικάνι­κη) κατάρρευση κάθε πολιτισμού.

Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να βοηθήσει στην αφο­μοίωση είναι το δικαίωμα ψήφου. Οι Γάλλοι είναι ψηφοφό­ροι επειδή ακριβώς δεν είναι πλέον τίποτε άλλο. Το ένα κόμμα είναι ίδιο με το άλλο, η μία εκλογική υπόσχεση ισο­δυναμεί με την αντίθετη της... Πρόσφατα μάλιστα τα πολι­τικά προγράμματα (τα οποία όλοι γνωρίζουν πως δεν πρό­κειται να εφαρμοστούν) έπαψαν και να εξαπατούν, αφού πλέον δεν αφορούν σε κανένα απολύτως σημαντικό ζήτημα. 

Χαρακτηριστική απόδειξη του ότι η ψήφος δεν σημαίνει τί­ποτε, ούτε καν για τους ίδιους τους Γάλλους, είναι ότι το 25% των «πολιτών» ηλικίας 18-25 ετών δεν είναι καν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, από αηδία και μόνον. Προσθέστε σ’ αυτούς και όσους είναι εγγεγραμμένοι αλλά απέχουν από την ψηφοφορία.

Κάποιοι προτάσσουν το κριτήριο της «γλωσσικής ε­πάρκειας στη γαλλική». Ας γελάσουμε. Μα μιλούν γαλλι­κά οι σημερινοί Γάλλοι; Γαλλικά είναι αυτά που μιλάνε οι σημερινοί αναλφάβητοι όπως ο Fabius («Bonjour les degats!») ή η Francoise Castro («a t’ habite ou ca t’ effleure?») ή ο Β. Η. Levy [2]; Δεν οδεύουμε ούτως ή άλλως προς την απώλεια κάθε γλώσσας που επιχειρηματολογεί και αρθρώνει νοήματα με ακρίβεια, ακόμη και χωρίς κανέ­ναν μετανάστη; Μήπως δεν έχουν κατακτήσει πανεύκολα κάποιους από τους παρα-μορφωμένους μας ηλιθίους (βλ. Sun Myung Moon κ.ο.κ.) απείρως γελοιωδέστερες σέχτες α­πό το Ισλάμ ή τον καθολικισμό; Για να μην αναφερθούμε στους βαριά καθυστερημένους και τους αυτιστικούς που οι σέχτες αυτές επιλέγουν να μην στρατολογήσουν, ακριβώς επειδή δεν βρίσκουν κανένα οικονομικό ενδιαφέρον στην εκ­μετάλλευση τέτοιων κοπαδιών, οπότε και τα αφήνουν στο έλεος της δημόσιας αρχής.

Έχουμε καταντήσει Αμερικανοί. Μην μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι έχουμε όλα τα άθλια προβλήματα των Η.Π.Α., από τα ναρκωτικά ώς τη μαφία, τα φαστ φουντ και τον πολλαπλασιασμό των εθνοτήτων. Για παράδειγμα, ε­νώ η Ιταλία και η Ισπανία είναι επιφανειακά αμερικανοποιημένες (ίσως και σε κάποιο βάθος), δεν είναι μικτές εθνοτικά. Με αυτήν την έννοια παραμένουν πιο χαρακτηριστικά ευρωπαϊκές χώρες από τη Γαλλία, όπως π.χ. η Αλγερία εί­ναι βορειοαφρικανική. Εδώ [στη Γαλλία] έχουμε τα προ­βλήματα της Αμερικής, χωρίς όμως τη δύναμη της. Μπορεί να μην υπάρχει καμιά εγγύηση ότι το χωνευτήρι της Αμε­ρικής θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολύ ακόμη, με τους τσικάνος π.χ. να μιλούν διαφορετική γλώσσα. Είναι όμως εγγυημένα σίγουρο ότι εδώ το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Κι αυτό γιατί οι Η.Π.Α. είναι το κέντρο παρα­σκευής του σύγχρονου τρόπου ζωής, η καρδιά του θεάματος που επεκτείνει τον παλμό της μέχρι τη Μόσχα και το Πε­κίνο. Το θέαμα αυτό δεν μπορεί να παράσχει την παραμι­κρή αυτονομία στους κατά τόπους υπεργολάβους του. (Μό­λις το αντιλαμβανόμαστε αυτό, κατανοούμε δυστυχώς ότι αυτή η υπεργολαβία ενέχει μιαν υποδούλωση πολύ λιγότε­ρο επιφανειακή από αυτήν που διαπιστώνουν οι συνήθεις κριτικοί του «ιμπεριαλισμού» ζητώντας την καταστροφή ή τη μεταρρύθμιση του). Εδώ [στη Γαλλία] δεν είμαστε πια τίποτε. Είμαστε ένας λαός αποικιοκρατούμενος που δεν έ­χει καταφέρει να εξεγερθεί, είμαστε οι γιέσμεν του θεάμα­τος και της αλλοτρίωσης. Ποια αξίωση θα προβάλουμε μπρος στην ολοένα και πιο εντεινόμενη παρουσία των με­ταναστών, λες κι έχουμε κάτι να μας κλέψουν, λες κι αυτό το κάτι είναι ακόμη δικό μας... Και τι άραγε θα μπορούσε να ’ναι αυτό; Σε τι πιστεύουμε τελικά, ή μάλλον σε τι τελοσπάντων παριστάνουμε ότι πιστεύουμε; Οι σκλάβοι δια­μαρτύρονται που οι ημιελεύθεροι απειλούν την ανεξαρτησία τους, σαν να καμαρώνουν, αντί να εξεγείρονται, για τις ολοένα και μειωμένες τους άδειες μετ’ αποδοχών...

Υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί απαρτχάιντ; Μα φυσικά και υπάρχει! Μάλιστα δεν υπάρχει απλά κίνδυνος, είναι -μοιραία πλέον- γεγονός (με όλη τη λογική των γκέτο, των φυλετικών συγκρούσεων, σύντομα και με τα λου­τρά αίματος, που περιλαμβάνει το απαρτχάιντ). Μια κοι­νωνία σε πλήρη αποσύνθεση είναι σαφώς λιγότερο ικανή να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες μεταναστών χωρίς ανυ­πόφορο άγχος, από μια κοινωνία συνεκτική και σχετικά ευ­ημερούσα. Το 1973 [3]  είχαμε ήδη εντοπίσει την καταπληκτι­κή αναλογία μεταξύ της εξέλιξης των κατασκευών και της εξέλιξης των νοοτροπιών. «Όσο ανοικοδομείται το περι­βάλλον, όλο και πιο βιαστικά, για τους σκοπούς του κατα­σταλτικού ελέγχου και του κέρδους, γίνεται ταυτόχρονα ολοένα και πιο εύθραυστο και προκαλεί ολοένα και περισσό­τερους βανδαλισμούς. Ο καπιταλισμός στη θεαματική του φάση ανοικοδομεί τα πάντα, αυτή τη φορά ως ψεύτικα, και παράγει εμπρηστές. Έτσι, το σκηνικό του καπιταλισμού εί­ναι παντού εύφλεκτο σαν τα κολλέγια στη Γαλλία.» Η παρουσία των μεταναστών έχει ήδη εξυπηρετήσει τους στόχους κάποιων εργατοπατέρων-συνδικαλιστών που έσπευ­σαν να αποδώσουν σε δήθεν «πόλεμο των θρησκειών» τις απεργίες που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Να’μαστε επί­σης σίγουροι ότι οι καθεστηκυίες δυνάμεις θα προτιμήσουν την πλήρη ανάπτυξη των εμπειριών σύγκρουσης που σήμε­ρα βιώνουμε σε μικρότερη κλίμακα με τους «τρομοκράτες», αληθινούς ή ψεύτικους, ή με τους οπαδούς αντίπαλων πο­δοσφαιρικών ομάδων - και δεν μιλούμε μόνο για τους Άγ­γλους οπαδούς. Είναι ωστόσο εύκολο να καταλάβουμε για­τί οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης, περιλαμβανομένου και του Εθνικού Μετώπου, προσπαθούν να υποτιμήσουν τη βαρύτη­τα του «προβλήματος των μεταναστών». Όλα όσα θέλουν να διατηρήσουν τους εμποδίζουν να θίξουν οποιοδήποτε ζή­τημα άμεσα και στην πραγματική του διάσταση. Ορισμένοι διατείνονται ότι είναι τάχα ζήτημα διάδοσης της «καλής α­ντιρατσιστικής διάθεσης», άλλοι ότι πρέπει να αναγνωρί­σουμε το δικαίωμα στη «δίκαιη ξενοφοβία». Όλοι συμφω­νούν ότι πρέπει να εξετάσουμε το πρόβλημα ως το πιο πιε­στικό, αν όχι και το μοναδικό, από τα κοινωνικά προβλή­ματα που η κοινωνία δεν πρόκειται να ξεπεράσει. Το γκέ­το του νέου θεαματικού απαρτχάιντ (όχι η τοπική, φολκλο­ρική εκδοχή που συναντούμε στη Νότια Αφρική) είναι ήδη εδώ, στη Γαλλία του σήμερα: Η πλειοψηφία του πληθυ­σμού είναι εγκλωβισμένη μέσα του και έχει χάσει τα μυα­λά της – κι αυτό θα συνέβαινε ακόμη κι αν δεν υπήρχε ού­τε ένας μετανάστης. Ποιος αποφάσισε να κατασκευάσει τις Sarcelles ή τις Les Miguettes [4] για να καταστρέψει το Παρίσι ή τη Λυών; Είναι αλήθεια ότι στη βρώμικη αυτή δουλειά συμμετείχαν και μετανάστες. Δεν έκαναν όμως τίποτε πα­ραπάνω από το να εκτελέσουν με ακρίβεια τις εντολές που τους είχαν δώσει, υποταγμένοι στη συνήθη αθλιότητα του μισθωτού εργάτη.

Πόσους ξένους έχει αλήθεια η Γαλλία; Δεν ρωτούμε βέβαια για τη νομική τους υπόσταση, το χρώμα του δέρμα­τος τους ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Είναι φανερό: Είναι τόσοι πολλοί, που καλύτερα να ρωτήσουμε: Πόσοι Γάλλοι έχουν απομείνει στη Γαλλία και πού βρίσκο­νται; (Και τι είναι αυτό που προσδιορίζει τον Γάλλο σήμερα;) Γνωρίζουμε ότι πέφτουν οι δείκτες των γεννήσεων. Μας κάνει εντύπωση αυτό; Μα οι Γάλλοι δεν αντέχουν πια τα παιδιά τους. Τα στέλνουν στο σχολείο στα τρία και μέ­χρι τουλάχιστον τα δεκαέξι τους, τα παιδιά διδάσκονται την αγραμματοσύνη. Προτού μάλιστα φτάσουν στην ηλικία των τριών ετών, όλο και περισσότεροι άνθρωποι τα θεω­ρούν «ανυπόφορα» και τα μεταχειρίζονται με βία. Στην Ιταλία, την Ισπανία, την Αλγερία, στις κοινότητες των Τσιγγάνων, τα αγαπούν ακόμη τα παιδιά. Εδώ όχι και τό­σο. Ούτε τα σπίτια ούτε οι δρόμοι των πόλεων δεν είναι πια κατάλληλα για τα παιδιά (εξ ού και ο κυνισμός της κυβερνη­τικής καμπάνιας με το σύνθημα «να ανοίξουμε την πόλη στα παιδιά»). Από την άλλη, η αντισύλληψη είναι διαδεδο­μένη, οι εκτρώσεις νόμιμες. Όλα σχεδόν τα σημερινά παι­διά στη Γαλλία προήλθαν από γεννήσεις επιθυμητές. Όχι όμως από μια επιθυμία ελεύθερη. Ο ψηφοφόρος-καταναλωτής σήμερα δεν ξέρει τι θέλει. «Επιλέγει» ό,τι δεν του αρέ­σει. Η διανοητική του συγκρότηση δεν έχει πια τη συνοχή που χρειάζεται, ώστε να θυμηθεί ότι κάτι θέλησε όταν βρί­σκει τον εαυτό του απογοητευμένο από το ίδιο το πράγμα που θέλησε. Στο θέαμα, η ταξική κοινωνία έχει κάνει συ­στηματικές προσπάθειες να αφανίσει την ιστορία. Και τώ­ρα παριστάνει ότι μετανιώνει για το συγκεκριμένο αποτέ­λεσμα της παρουσίας τόσων μεταναστών, γιατί «εξαφανί­ζεται η Γαλλία». Ξεκαρδιστικό. Μα η Γαλλία εξαφανίζεται για πολύ διαφορετικούς λόγους, με ταχείς ρυθμούς, σε όλα σχεδόν τα μέτωπα.

Οι μετανάστες έχουν το μεγαλύτερο δικαίωμα να ζουν στη Γαλλία. Είναι οι εκπρόσωποι της αποστέρησης. Και η αποστέρηση αισθάνεται σαν στο σπίτι της στη Γαλλία, είναι τόσο διαδεδομένη που μοιάζει οικουμενική. Οι μετανάστες έχουν χάσει τη γη και την κουλτούρα τους και είναι κοινό μυστικό ότι δεν κατάφεραν να βρούνε καινούργιες. Οι Γάλ­λοι είναι στην ίδια ακριβώς θέση - κι αυτό το μυστικό δεν είναι λιγότερο κοινό.

Με την ισοπέδωση ολόκληρου του πλανήτη από την α­θλιότητα ενός νέου περιβάλλοντος και από μιαν απολύτως απατηλή αντίληψη για τα πάντα, οι Γάλλοι, που τα έχουν αποδεχτεί όλ’ αυτά χωρίς πολλές διαμαρτυρίες (με εξαίρε­ση το’68), δεν μπορούν επ ουδενί να διαμαρτυρηθούν ότι νιώθουν έξω από τα νερά τους εξαιτίας των μεταναστών. Είναι αλήθεια πως είναι έξω από τα νερά τους. Αυτό όμως οφείλεται αλλού: Στον φρικαλέο τούτο κόσμο της αλλοτρί­ωσης, όλοι έχουν καταντήσει μετανάστες.

Όταν η Γαλλία θα έχει εξαφανιστεί, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κατοικούν την επιφάνεια της γης, ακόμη κι αυτόν τον τόπο. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε το κράμα των εθνοτήτων που θα κυριαρχήσει, τις ιδιαίτερες κουλτού­ρες τους, τις γλώσσες που θα μιλούν. Είμαστε όμως βέβαιοι πως το κεντρικό και βαθιά ποιοτικό ζήτημα θα είναι το ε­ξής: Θα καταφέρουν αυτοί οι μελλοντικοί λαοί να κατακτή­σουν, μέσω πρακτικών χειραφέτησης, να κυριαρχήσουν στη σημερινή τεχνολογία, την τεχνολογία της εξαπάτησης και της αποστέρησης; Ή μήπως θα τους κυριεύσει η τεχνολογία με τρόπο ακόμη πιο ιεραρχικό και υποδουλωτικό απ’ ό,τι σήμερα; Ας αναμένουμε το χειρότερο και ας αγωνιζόμαστε για το καλύτερο. Η Γαλλία αξίζει τον οίκτο μας. Αλλά ο οίκτος είναι μάταιος.

(Το άρθρο πάρθηκε από το περιοδικό Πανοπτικόν, τεύχος 10,
η μετάφραση είναι της  Λίας Γυιόκα.)



Σημ. Β.Η: Ύστερα από τα γεγονότα στο Παρίσι, το ξαναδιάβασμα αυτού του άρθρου, του 1985, του Γκυ  Ντεμπόρ, θεωρήθηκε απαραίτητο για να ριχτεί κάποιο φως στο ζήτημα της μετανάστευσης και των διαφυλετικών σχέσεων μέσα σε συνθήκες κοινωνικής ή ακριβέστερα: γενικευμένης αποσύνθεσηςΟι κοινωνίες υποδοχής μεταναστών, όταν εξετάζονται, τείνουν να θεωρούνται συμπαγείς και στέρεες, σίγουρες για τον εαυτό τους. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Στα 30 χρόνια που πέρασαν η διάλυση, που με τόση διαύγεια και ευστοχία περιγράφει ο Ντεμπόρ, προχώρησε παντού και όχι μόνο στη Γαλλία. Σήμερα, το Παρίσι περισφίγγεται από το βορρά του από δυσοίωνα προάστια - κάθε ευρωπαϊκή πόλη που σέβεται τον εαυτό της έχει μια ή περισσότερες ζώνες του Λυκόφωτος - και η βλοσυρότητα έχει εγκατασταθεί στην Ευρώπη σαν στο σπίτι της.
    Οι σχέσεις των Ευρωπαίων με τους ξένους τους δεν πήγαν και τόσο καλά. Σαν Γόρδιος Δεσμός, σχέσεις αμοιβαίας καχυποψίας κατ’ αρχήν, περιπλέχτηκαν ακόμα πιο σφιχτά από έναν πρώτο γύρο αποικιακών πολέμων, την διόγκωση του μεταναστευτικού ρεύματος και τον ερχομό μιας ακόμα γενιάς ξεριζωμένων – είτε απόγονοι μεταναστών είναι αυτοί, είτε  γηγενών Ευρωπαίων. Ένας Γόρδιος Δεσμός που κινδυνεύει να «λυθεί» με τον γνωστό βίαιο τρόπο.
     Η ρευστή ταυτότητα (αναμενόμενη άλλωστε) μέσα στην οποία υποφέρουν οι μετανάστες συναντά μιά άλλη ρευστή ταυτότητα, αυτή των κοινωνιών υποδοχής. Το μίγμα είναι εκρηκτικό και η εξέλιξη δεν θα είναι ειρηνική.




1. ΣτΕΜ. Για το διάχυτο και το συγκεντρωμένο (ή «συγκεντρωτικό») θέαμα, καθώς και τον συνδυασμό τους στο «ενσωματωμένο θεαματι­κό», βλ. κυρίως Γκυ Ντεμπόρ, Σχόλια Πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Πάνος Τσαγαγέας, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1988.
2. ΣτΑΜ. Ο Fabius ήταν ο πρωθυπουργός της Γαλλίας όταν γραφόταν αυτό το κείμενο, η Castio η σκηνοθέτις γυναίκα του, ενώ ο Levy ιδρυτής των Νέων Φιλοσόφων, ομάδας που αποκήρυξε τον μαρξισμό του ’68. ΣτΕΜ. Οι γαλλικές φράσεις του Fabius και της Castro δεν αποδίδονται.
3. ΣτΑΜ. Στην κινηματογραφική εκδοχή της Κοινωνίας του θεάματος.
4. ΣτΑΜ. Μακρινά προάστια του Παρισιού του ’60 και του ’70.


Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Οχηματαγωγόν Ελλάς


   





Τον Δεκέμβρη του 1966 το «Ηράκλειo» βυθίστηκε στη μέση του Αιγαίου, στη θαλάσσια περιοχή της Φαλκονέρας, παίρνοντας μαζί του 250 ανθρώπους. Ήταν πολύ κρύος εκείνος ο χειμώνας του ­’66 προς ’67- και οι Συνταγματάρχες ήδη ερχόντουσαν.

    Η εν πλώ καταστροφή του Norman Atlantic είχε κάτι πέρα από το ρίγος και τη δραματική ειρωνεία που νοιώσαμε βλέποντας ανθρώπους­ -σε ζωντανή μετάδοση­-να κινδυνεύουν να καούν περικυκλωμένοι από νερό. Ένα οχηματαγωγό μετασκευασμένο σε επιβατικό, ένας Ιταλός καπετάνιος, ένας Έλληνας ύπαρχος, ένα μικτό πλήρωμα της τελευταίας στιγμής χωρίς συνοχή και κοινή γλώσσα. Οι Ιταλοί δεν μιλούσαν αγγλικά, ούτε καν ο πλοίαρχος ο οποίος δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τα ελληνικά λιμεναρχεία. Επί πλέον το πλήρωμα άργησε να κληθεί σε συναγερμό με αποτέλεσμα, χωρίς στολή, χωρίς κανένα διακριτικό, χωρίς οδηγίες να «χαθεί μέσα στον κόσμο».
    Πίσω απ’ όλα αυτά, ένας πόλεμος ιταλικών και ελληνικών εταιριών για την κυριαρχία στο Ιόνιο και την Αδριατική. Και πάλι καλά λοιπόν τα κατάφεραν όλοι τους –ένα ασύντακτο πλήρωμα και άνθρωποι που ξύπνησαν στις καμπίνες τους απ’ αυτό που ερχόταν μέσα από τους εξαεριστήρες και τις φωνές στους διαδρόμους και έτρεχαν εδώ κι εκεί για να βρούν τις εξόδους, τα σωσίβια, τις λέμβους.
    Η σωτηρία τώρα είχε αφεθεί στο φιλότιμο και το πείσμα των πληρωμάτων των ελικοπτέρων και των αντρών των ρυμουλκών που έκαναν την κατάσβεση. Οι Ιταλοί αποφάσισαν, πολύ σωστά, η εκκένωση να γίνει από αέρος. «Είχαν πολύ καλό συντονισμό» αλλά και πάλι τα πρώτα ελικόπτερά τους πραγματοποιούσαν τη διάσωση με καλάθια δύο ατόμων ή με την αρτάνη   (ένα ειδικό σχοινί, ιμάντας που παίρνει έναν κάθε φορά). Μόνο όταν έφτασε το πρώτο ελληνικό Super Puma, «τα δικά μας παιδιά» όπως είπε ένας ΄Ελληνας οδηγός, επιταχύνθηκε η διάσωση καθώς μάζευε τους επιβάτες ανά 6 ή ακόμα 8 άτομα. Οι Έλληνες τελικά στις δύσκολες στιγμές υπερβαίνουν την πραγματικότητα.
    Κάποιες αφηγήσεις επιζώντων που κατάφεραν να περάσουν μέσα από τον επίπεδο δημοσιογραφικό λόγο αφήνουν να φανεί η εφευρετικότητα και η ευγένεια των πληρωμάτων παραπλεόντων εμπορικών πλοίων, όπως εκείνου του Aby Jeannette που οι Φιλιππινέζοι ναύτες του έκλαιγαν πάνω από τα παράπετα επειδή δεν μπορούσαν να ανεβάσουν με την ανεμόσκαλα τους επιβάτες που κρατούσαν παιδιά στην αγκαλιά. «Δεν επέμεναν, ήταν έξυπνοι άνθρωποι, έφτιαξαν γρήγορα ένα δίχτυ και μ’ αυτό ανέσυραν έναν-έναν τους 50 ανθρώπους από τη βάρκα».
    48 χρόνια μετά το «Ηράκλειο» ζήσαμε μιά ακόμα ναυτική τραγωδία που όμως αυτή τη φορά είχε διεθνή χαρακτήρα. Και εμείς που νομίσαμε ότι μέσα στην Ευρώπη θα γλυτώναμε από το χάος!  
    Τώρα το πλοίο που η τύχη του έγερνε για πολλές μέρες πότε προς Αλβανία και πότε προς Ιταλία ρυμουλκήθηκε σε ιταλικό λιμάνι και, μπρος στο κομφούζιο που έχει δημιουργηθεί από την ιταλική πλευρά, συγγενείς ταξιδεύουν για τη γειτονική χώρα για να βρουν τους ανθρώπους τους, όπου αυτοί μπορεί να βρίσκονται.
    Όλα αυτά θυμίζουν τραγικά τη χώρα που μετά την καταστροφή ρυμουλκείται. Εξ ου και η μελαγχολία των ημερών, κάτι περισσότερο από τη θλίψη για τους ανθρώπους που χάθηκαν.
    Αντίο Norman Atlantic δεν θα σε ξαναδούμε ποτέ. Ήσουν η πιο ζωντανή απεικόνιση αυτού που έχει συμβεί στην πατρίδα μας!

                                                                                        Β.Η

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Αξία, Χρήμα και Μαγεία | 5 - κεραυνός!

Αλβέρτος ο Μέγας
«[…] Γύρω στο έτος 1000, στη Δύση κάτι άλλαξε στις σχέσεις των ανθρώπων με τον υλικό κόσμο∙ κάτι που δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Μια λεξιγραφική προσέγγιση, μπορεί ωστόσο να συνδράμει στην διαύγασή του. Ανάμεσα στον 11ο και το 12ο αιώνα, το λεξιλόγιο των οικονομικών πρακτικών τροποποιήθηκε βαθύτατα. Ορισμένοι λατινικοί όροι πέφτουν σε αχρηστία, σε άλλους αλλάζει σημαντικά το νόημα, ενώ εμφανίζονται κι ένα πλήθος νεολογισμών. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνικούς όρους, οι οποίοι άλλωστε αφθονούν κυρίως για να περιγράψουν τους αναρίθμητους τύπους των μεσαιωνικών φοροεισπρακτικών πρακτικών. Πρόκειται εξίσου για βασικές έννοιες, που περιγράφουν και χαρακτηρίζουν τις κύριες οικονομικές δραστηριότητες, με πρώτη-πρώτη την έννοια της αξίας.

Η λατινική λέξη valor απουσιάζει από το λεξιλόγιο των κλασικών λατινικών και εμφανίζεται γύρω στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα από διάφορες πλευρές και σε διαφορετικούς τόπους της λατινικής Δύσης. Παρόμοια, γύρω στο 1100 εμφανίζεται η παραπλήσια έννοια ‘‘κόστος’’ (ως constamentum ή constamen αρχικά, και αργότερα cust ή cost).  [...]

Αυτή η λεξιλογική ανανέωση είναι τέτοιας ευρύτητας, ώστε δύσκολα θα μπορούσαμε να μην τη θεωρήσουμε σαν ένδειξη ενός πολύ ευρύτερου συμβάντος. Σύμφωνα με τη δική μου υπόθεση, εκφράζει μια κρυμμένη διάσταση του μετασχηματισμού που συνέβη στο έτος 1000 και δεν αφορά απλώς την κοινωνική οργάνωση αλλά ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο, που έχει να κάνει με το πώς, εκείνοι που προώθησαν αυτή τη μετάλλαξη, αντιλαμβάνονταν τον φυσικό κόσμο, την εργασία και τις ανταλλαγές. Κοντολογίς, ο αναπροσανατολισμός που σημειώθηκε τότε στο σύνολο των δυτικών κοινωνιών, είχε να κάνει με το νόημα της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στον κόσμο. […]

Κατά τη γνώμη μου, οι σημαντικότερες λεξιλογικές ανατροπές δεν ήταν αυτές που περιέγραφαν τις νέες πραγματικότητες, αλλά μάλλον εκείνες που υποδήλωσαν ένα μετασχηματισμό των βασικών κατηγοριών εκφράζοντας ένα καινούργιο τρόπο αναφοράς προς τον φυσικό κόσμο και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Το χριστιανικό λεξιλόγιο προσέλαβε σιγά-σιγά αυτές τις έννοιες κυρίως κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, είτε ενσωματώνοντάς τις άμεσα, είτε μέσα από την προσπάθειά του να μεταφράσει όρους της καθομιλουμένης στις κατηγορίες των κλασικών λατινικών. [..]

Αριστοτέλης και Αλβέρτος ο Μέγας

Πάνω σε αυτό, η ανάγνωση του βιβλίου Ε’ από τα Ηθικά Νικομάχεια είναι αποκαλυπτική διότι αυτό το ελληνιό κείμενο προσέφερε το θεωρητικό πλαίσιο, που επέτρεψε την έκφραση μιας προβληματικής εντελώς χαρακτηριστικής του λατινικού μεσαιωνικού κόσμου. 

Η έννοια valor απουσιάζει εντελώς από τη μετάφραση του Robert Grosseteste, η οποία ήταν μια αυστηρά κατά λέξη μετάφραση. Εκείνος που εισήγαγε τη λέξη valor ήταν ο Αλβέρτος ο Μέγας με σχόλιό του στην πρώτη έκδοση αυτού του πέμπτου βιβλίου στο λατινικό κόσμο, διαστρεβλώνοντας με αυτό τον τρόπο σημαντικά το κείμενο του Αριστοτέλη. Η παρέμβασή του αυτή σημάδεψε για πάντα τη φιλοσοφική προσέγγιση της αξίας και της ανταλλαγής, τόσο που μπορούμε να πούμε πως εκείνο το πρώτο σχόλιο στα Ηθικά Νικομάχεια αποτέλεσε την πράξη γένεσης της ιστορίας της δυτικής οικονομικής σκέψης. […]

Πράγματι, εκείνες οι σελίδες που αφιέρωσε ο Αριστοτέλης στο ζήτημα της δικαιοσύνης στις ανταλλαγές [Νικομάχεια, βιβλίο Ε’, 1133α/19-1133β/18] −σελίδες σκοτεινές και συνάμα γεμάτες νοήματα−, δεν σταμάτησαν ποτέ να διεγείρουν τη σύγχρονη οικονομική σκέψη, από τον Μαρξ και τον Μένγκερ κι ακόμα παραπέρα. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι απόπειρες που επιχειρούν να εξηγήσουν τον Αριστοτέλη σε συνάρτηση με την προβληματική της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, τείνουν να ερμηνεύουν το κείμενο αυτό εισάγοντάς του έννοιες που απουσιάζουν από αυτό. Κι ο πρώτος που το έκανε, ήταν ο Αλβέρτος ο Μέγας στην Κολωνία γύρω στα 1248 με 1250, για να ακολουθήσει όλο το ρεύμα του Σχολαστικισμού και των πνευματικών παραδόσεων που προήλθαν από αυτόν. Έτσι, τα κεφάλαια που το βιβλίο Ε’ των Ηθικών Νικομαχείων αφιέρωνε στο ζήτημα της αμοιβαιότητας, υπηρέτησαν ενδιαφέροντα που δεν ήταν δικά τους.

Η αξία ως valor

Μια ανάγνωση που σέβεται τα πνευματικά και θεσμικά συγκείμενα της αρχαίας Αθήνας καθώς και την πρόθεση του Αριστοτέλη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εκείνες οι σελίδες δεν είχαν καμιά σχέση με αυτό που ονομάζουμε ‘‘οικονομική σκέψη’’ με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Απεναντίας, πραγματεύονται ένα ηθικό και πολιτικό ζήτημα, που οφείλουμε να το διαβάσουμε με τους δικούς του όρους. Στις σελίδεα αυτές δεν υπάρχει καμιά διερεύνηση των όρων που καθορίζουν την αξία των ανταλλασσόμενων αγαθών και ο λόγος δεν είναι κάποια σημασιολογική πενία. Ο Αριστοτέλης θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιήσει εκεί τους όρους αξία ή τιμή, που χρησιμοποιεί στα Νικομάχεια [π.χ. 4 φορές στο πρώτο κεφάλαιου του ένατου βιβλίου] και αλλού για να εκφράσει τις διαβαθμίσεις της τιμής με την οποία οφείλουμε να περιβάλλουμε κάποια πρόσωπα, ή ακόμα και υπηρεσίες. Αλλά καμιά από τις λέξεις που χρησιμοποιεί δεν έχει να κάνει με την έννοια μιας κλίμακας, βάσει της οποίας θα μπορούσαν να μετρηθούν τα ανταλλασσόμενα αγαθά.

Ας εξετάσουμε με συντομία τον όρο valorΣτα κλασικά λατινικά υπήρχαν διάφορα ουσιαστικά, όπως appretiation, æstimatiotaxatio, που σήμαιναν πάντοτε μια κοινωνική δραστηριότητα αποτίμησης και ποτέ μια όψη του ίδιου του αποτιμόμενου πράγματος. Ο Émile Benveniste σημειώνει τη μοναδικότητα του όρου pretium στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, δείχνοντας ότι μπορούμε να τον προσεγγίσουμε μόνο μέσω της ρίζας inter-pret: επομένως, η σημασία του αρχικού όρου ήταν ‘‘αυτό που συμφωνούν μεταξύ τους οι διάφορες πλευρές’’. […]

Απεναντίας, ο όρος valor εκφράζει μια εγγενή διάσταση του ίδιου του πράγματος και ορίζει ένα κριτήριο, βάσει του οποίου μπορούμε να κρίνουμε αν η [χρηματική] τιμή του αντιστοιχεί στην αξία του. […]

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πώς αυτή η έννοια της αξίας/valor ενός αγαθού υπήρξε το σημασιολογικό εργαλείο που επέτρεψε την ιδέα μιάς ‘‘οντολογικής προτεραιότητας της σχέσης προς τα πράγματα έναντι του κοινωνικού δεσμού’’ (Λουί Ντυμόν, Homo Æqualis). […] Η εμφάνιση του όρου valor μπορεί να θεωρηθεί ως το σημάδι μιας πρώτης, αποσπασματικής και ατελούς κίνησης προς αυτή την κατεύθυνση, η οποία έλαβε χώρα κατά τον αναπροσανατολισμό του έτους 1000 μ.Χ. […]

Βέβαια η ιστορία του όρου valor είναι στην πραγματικότητα ακόμα πιο πολύπλοκη, καθώς εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα με διάφορες χρήσεις, που σημαίνουν τόσο την αξία/valor των αγαθών όσο και την αξία/valor των προσώπων. […] Χρησιμοποιήθηκε επίσης στο εκκλησιαστικό δίκαιο ώστε να διακρίνονται τα ‘‘ανεκτίμητα’’ ιερά αγαθά από τα αγαθά που μπορούν να ‘‘τιμώνται’’, με στόχο την καταπολέμηση του φαινόμενου της σιμωνίας*, και προς τα τέλη του 12ου αιώνα προκειμένου να αποτρέπεται κάθε μορφή χρηματικής ανταλλαγής που θα απομακρυνόταν από τη ‘‘δίκαιη τιμή’’. Έτσι, μόνο από τα μέσα του 13ου αιώνα κι ύστερα ο όρος αξία/valor εμφανίζεται στη φιλοσοφία χάρη στη μελέτη του πέμπτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων. […]

Η δίκαιη ανταλλαγή κατά τον Αριστοτέλη

Το αριστοτελικό τετράγωνο
Στο βιβλίο αυτό, ο Αριστοτέλης επιχειρεί να ορίσει τι είναι δίκαιο στις ανταλλαγές. Δεδομένου ότι η ανταλλαγή είναι αυτή που ‘‘συνδέει άρρηκτα τον ένα με τον άλλο’’ και ότι λαβαίνει χώρα μεταξύ ατόμων με διαφορετικά επαγγέλματα, κατά τον Αριστοτέλη δίκαιη ανταλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει παρά εφόσον ‘‘αυτά τα άτομα ισωθούν’’. [Ο Αριστοτέλης φέρνει το παράδειγμα ανταλλαγής μεταξύ ενός οικοδόμου κι ενός υποδηματοποιού.] Από την εποχή του [βυζαντινού] σχολιαστή του Αριστοτέλη, Μιχαήλ του Εφέσιου, κατά τον 11ο αιώνα, το τετράγωνο που εκφράζει την αναλογική ισότητα της ανταλλαγής παρασταίνεται με ένα σχήμα, το οποίο όλες οι γενιές των ερμηνευτών θεωρούσαν καθήκον τους να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν.

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, η ανταλλαγή δεν πρέπει να γίνεται με βάση μια μονάδα του προϊόντος καθενός (ένα σπίτι αντί ενός ζευγαριού παπουτσιών), αλλά σύμφωνα με μια αναλογία που λαβαίνει υπόψη της την αξία των προσώπων εντός της Πόλης. […] Έτσι, οι διαγώνιες ΑΔ και ΒΓ του τετραγώνου δεν εκφράζουν την αξία των προϊόντων, αλλά την αμοιβαία χρεία. Το ζήτημα λοιπόν [για τον Αριστοτέλη], δεν αφορά τη σχέση προς τα πράγματα αλλά την αναγνώριση της αμοιβαίας χρείας χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ανταλλαγή, ούτε κοινότητα. […]

Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη το θέμα δεν είναι η μέτρηση της αξίας/valor των πραγμάτων, αλλά η κατασκευή της δίκαιης αναλογίας κατά την ανταλλαγή τους μέσα σε μια σχέση μεταξύ δυο προσώπων. […]

Με αυτή την έννοια αντιλαμβάνεται το χρήμα/νόμισμα σαν ένα συμβατικό υποκατάστατο αυτής της χρείας και καταδικάζει τη ‘‘χρηματιστική’’ σαν ένα τερατώδες σφάλμα, που εκλαμβάνει το μέσον [χρήμα] ως σκοπό. […]

Η παρερμηνεία του Αλβέρτου

Κατά τη μεσαιωνική πρόσληψη των αριστοτελικών θέσεων λοιπόν, συνέβη ένα εννοιολογικό άλμα εξαιτίας ακριβώς της εισαγωγής της έννοιας της αξίας εκεί ακριβώς όπου ο Αριστοτέλης δεν ήθελε ούτε καν να το διανοηθεί! Μέσα από αυτό το άλμα έλαβε χώρα μια μετατόπιση της έννοιας του μέτρου, που έπαψε να σημαίνει ‘‘μέτρο κατά την ανταλλαγή’’ και άρχισε να σημαίνει ‘‘αφηρημένο μέτρο των ανταλλασσόμενων αγαθών’’. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, η έννοια του δίκαιου στην ανταλλαγή γίνεται κατανοητή μέσω της αφηρημένης αξίας/valor[…]

Επί της ουσίας, τα Ηθικά Νικομάχεια μελετήθηκαν στα studia και τα universitasπου ήταν εγκατεστημένα στο κέντρο των μεσαιωνικών πόλεων, σε συνάρτηση με ένα κοινωνικό ορίζοντα στον οποίον η χρηματική μεσολάβηση έχει μια θέση εντελώς άλλη από εκείνη που είχε στην ελληνική Πόλη. […]
[Ας δούμε πώς συνέβη αυτή η μετατόπιση.] Το 1247, ο Robert Grosseteste, επίσκοπος του Λίνκολν, δημοσίευσε μια πλήρη μετάφραση των Νικομαχείων με ένα σύνολο ελληνικών σχολίων και σημειώσεων. Στην σχεδόν κατά λέξη μετάφρασή του, απέδωσε τον αριστοτελικό όρο χρεία κυρίως ως necessitas (με τον οποίο μεταφράζει και τον όρο ανάγκη), αλλά σε τρεις περιπτώσεις −που αφορούσαν τις φράσεις στις οποίες ο Αριστοτέλης ορίζει τη χρεία ως μέτρον− τον μεταφράζει με τον εντελώς επισφαλή όρο opus, ο οποίος σημαίνει μεν ‘‘έλλειψη’’ και ‘‘ανάγκη’’, όμως μπερδεύεται με τον ομώνυμό του όρο που σήμαινε ‘‘τετελεσμένη εργασία’’, ‘‘έργο’’. […]
Βέβαια, σε μια ανώνυμη αναθεώρηση εκείνης της μετάφρασης το 1260 αυτό το σφάλμα διορθώνεται (το opus αντικαθίσταται με το indigentia), όμως ο Αλβέρτος ο Μέγας −[που δεν ήταν κάποιος μοναχικός σταχαστής αλλά] επιφορτισμένος με την οργάνωση ενός κέντρου προωθημένων μελετών στο δομινικανό studium της Κολωνίας− προσέλαβε τα Ηθικά Νικομάχεια στηριζόμενος σ’ εκείνη την πρώτη, επισφαλή απόδοση. Κι εκείνη η πρώτη μελέτη των Νικομαχείων, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1250, προσανατόλισε μόνιμα την πρόσληψη αυτού του έργου τόσο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα όσο και σε μια σειρά άλλων. […]
Πράγματι, ο Αλβέρτος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το παιχνίδι ανάμεσα στις δυο σημασίες του όρου opus και έτσι κατανόησε την αριστοτελική ιδέα της χρείας ως μέτρου αποκλειστικά με την έννοια opus/τετελεσμένη εργασία. Όμως αυτή η παρανόηση, αντί να του δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την κατανόηση ενός κειμένου έτσι κι αλλιώς δύσκολου, του επέτρεψε απεναντίας να επεξεργαστεί μια καινούργια κοινωνική φιλοσοφία που δεν είχε παρά ελάχιστη σχέση με αυτή του Αριστοτέλη. […]
Πώς η αξία έδεσε με την εργασία

Πράγματι, από την πρώτη κιόλας στιγμή, όταν δηλαδή  καταγίνεται ακόμα με την έκθεση του προβλήματος [τι είναι δίκαιη ανταλλαγή], ο Αλβέρτος παρουσιάζει την αριστοτελική θεματική της αναλογικής ισότητας με ένα τελείως άλλο τρόπο, ως ζήτημα εξίσωσης της αξίας/valor των εργασιών καθενός από τους συναλλασσόμενους. Το όλο θέμα της δίκαιης ανταλλαγής γίνεται σε αυτόν ζήτημα ανταλλαγής πραγμάτων ‘‘ίσης αξίας’’ (Super EthicaV, 7). […]
Θεωρεί δηλαδή, ότι η ανταλλαγή δεν μπορεί να είναι δίκαιη, ισωτική, παρά μόνο σε συνάρτηση με ένα εγγενές μέτρο της αξίας/valor των προϊόντων, τα οποία, με αυτό τον τρόπο, μετασχηματίζονται σε εμπορεύματα −δηλαδή σε προϊόντα που δεν έχουν να κάνουν με την αμοιβαία χρεία, αλλά διατίθενται προς πώληση και απαιτούν ν’ ανταλλαχθούν στη βάση της αξίας/valor τους σύμφωνα με ένα κοινωνικό μέτρο εξωτερικό από την αμοιβαιότητα.
Ενώ ο Αριστοτέλης κατασκεύασε το περίφημο τετράγωνό του εξισώνοντας τις διαγώνιες ΑΔ και ΒΓ [δηλαδή οικοδόμος/παπούτσι = υποδηματοποιός/σπίτι, με άλλα λόγια: η αμοιβαιότητα της χρείας] σύμφωνα με ένα μέτρο εσωτερικό της ανταλλαγής, ο Αλβέρτος, με τρόπο αληθινά αξιοσημείωτο, αλλάζει το νόημα του τετραγώνου υιοθετώντας έναν άλλο τρόπο κατασκευής του. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι για να επιτευχθεί η δίκαιη-ισοτική ανταλλαγή πρέπει πρώτα να εξισωθούν αναλογικά οι πλευρές ΑΓ και ΒΔ, οι οποίες εκφράζουν τη σχέση καθενός προς τη δική του εργασία, το δικό του έργο ή προϊόν  [δηλαδή οικοδόμος/σπίτι = υποδηματοποιός/παπούτσι, με άλλα λόγια: το opus/εργασία του ενός με το  opus/εργασία του άλλου]. […]
Αυτή η φαινομενικά ανώδυνη διαφοροποίηση του Αλβέρτου σε σχέση με τον Αριστοτέλη εκφράζει στην πραγματικότητα μια διαφορετική αντίληψη της ανταλλαγής, την κατανόηση της ανταλλαγής με βάση την αξία/valorΣύμφωνα με αυτήν, για να υπάρξει δίκαιη-ίση ανταλλαγή δεν πρέπει να εξισωθούν αναλογικά τα πρόσωπα αλλά οι εργασίες τους, τα προϊόντα της εργασίας τους. Μέσα από αυτές τις σελίδες, απουσιάζει τελείως η αριστοτελική έννοια της αμοιβαίας χρείας και στη θέση της προβάλλει η ιδέα της δίκαιης αμοιβής των παραγωγικών εργασιών. […]
Μέσα από αυτή την παρερμηνεία του, ο Αλβέρτος εισάγει μια καινούργια διάσταση, που απουσίαζε εντελώς από το κείμενο του Αριστοτέλη και η οποία αντιστοιχεί σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του [δυτικού] μεσαιωνικού πολιτισμού: την αξίωση της προσπάθειας, της εργασίας[…]
Στον Αλβέρτο λοιπόν χρωστάμε την πρώτη φιλοσοφική διατύπωση της οικονομικής έννοιας της αξίας ως valor. Δεν πρόκειται βέβαια για μια ‘‘θεωρία της αξίας’’ με την έννοια που την αντιλαμβάνεται η σύγχρονη οικονομική σκέψη, αλλά για τον ορισμό της διάστασης εκείνης μέσω της οποίας τα πράγματα μπορούν να γίνουν αντιληπτά σύμφωνα με μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, σύμφωνα με ένα ‘‘συμβεβηκός’’, για να χρησιμοποιήσουμε μια αριστοτελική ορολογία. Συγκεκριμένα, αυτό στο οποίο μας καλεί η οπτική του Αλβέρτου, είναι να αναγνωρίσουμε στα πράγματα την εγγενή ιδιότητα να μπορούν να αποτιμηθούν, να έχουν αξία, πριν από κάθε ανταλλαγή. […]
Αν όμως είναι αναχρονισμός να ψάχνουμε κάποια ‘‘θεωρία της αξίας’’ στον Αλβέρτο, γεγονός είναι ότι έθεσε το πρόβλημα και κατέδειξε τις κοινωνικές συνεπαγωγές του με ένα τρόπο που σφράγισε όλες τις μετέπειτα συζητήσεις.»

«Σιμωνία», από την περίπτωση του Σίμωνα του Μάγου (βλ. Πράξεις Αποστόλων, 8:9-25), ονομάστηκε η μετάδοση εκκλησιαστικών μυστηρίων ή αξιωμάτων με οικονομικό αντάλλαγμα. 
Σημ. του H.S. Νομίζω ότι οι αναγνώστες μας καταλαβαίνουν τις πολλαπλές συνέπειες της παρερμηνείας του Αλβέρτου σε συνάρτηση με το θέμα «Αξία, χρήμα και μαγεία», που συζητάμε εδώ και κάποιο καιρό. Σε επόμενο ανάρτηση θα παρουσιάσουμε και τη συνέχεια του άρθρου αυτού, όπου επισημαίνονται οι συνέπειες της νέας αυτής ιδέας περί αξίας στην περί χρήματος αντίληψη.
Να σημειώσω ότι τα κεφάλαια και οι τίτλοι των κεφαλαίων στην ανάρτηση δεν αντιστοιχούν σε αυτά του κειμένου. 

Να σημειώσω επίσης, ότι στην αρχειακή ιστοσελίδα μας HappyFew αναρτήσαμε ένα πρώτο «Φάκελο Αξία, Χρήμα και Μαγεία», όπου θα βρείτε συγκεντρωμένες τις πρώτες σχετικές αναρτήσεις μας.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...