Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Σοφία και Προκατάληψη

Αλέξανδρος Κοζέβ
(1902-1968)
Ο κίνδυνος που διατρέχουν οι κάτοικοι των διαφόρων «κήπων», «ακαδημιών», «Λυκείων» και «Πολιτειών των Γραμμάτων» είναι από ό,τι ονομάζουμε «το πνεύμα του κλειστού κύκλου». Βέβαια ο κλειστός κύκλος, όντας μια κοινωνία, αποκλείει την τρέλα, η οποία από την φύση της είναι ακοινώνητη. Όμως αντί να αποκλείει τις προκαταλήψεις, αντίθετα τείνει να τις καλλιεργεί, διαιωνίζοντάς τες: μπορεί εύκολα να φτάσει στο σημείο να δέχεται στους κόλπους του «κλειστού κύκλου» μόνον όσους αποδέχονται τις προκαταλήψεις για τις οποίες πιστεύει ότι μπορεί να επαίρεται.

Οι κάτοικοι του «κλειστού κύκλου», απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο και αμέτοχοι στη δημόσια ζωή κατά την ιστορική της εξέλιξη, αναγκαστικά αργά ή γρήγορα θα «ξεπεραστούν από τα γεγονότα». Έτσι, ακόμα κι ό,τι ήταν «αληθινό» σε μια δεδομένη εποχή μπορεί να γίνει «ψεύτικο» αργότερα, να μεταμορφωθεί σε «προκατάληψη», και ο «κλειστός κύκλος» θα είναι ο μόνος που δεν θα το αντιληφθεί.

Συνεπώς όποιος φιλόσοφος αρνείται τις προκαταλήψεις, θα όφειλε να προσπαθήσει να ζει μάλλον στον ανοιχτό κόσμο (στην «αγορά», στο «δρόμο», όπως ο Σωκράτης) παρά μέσα σ’ ένα «κλειστό κύκλο», όποιος κι αν είναι αυτός, «δημοκρατικός» ή «αριστοκρατικός».

Αλέξανδρος Κοζέβ, «Τυραννία και Σοφία», 
απάντηση στον Λέο Στράους
κατά τη συζήτηση γύρω από το Ιέρων ή Τυραννικός του Ξενοφώντα.

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Amo ergo sum

Kathleen Raine
(1908-2003)
Επειδή αγαπώ
Ο ήλιος ρίχνει τις ακτίνες του από ζωντανό χρυσάφι,
Κι απλώνει το χρυσάφι και τ’ ασήμι του πάνω στη θάλασσα.

Επειδή αγαπώ
Γύρω απ’ τον αστρικό της άξονα η γη χορεύει
Τον εκστατικό χορό της.

Επειδή αγαπώ
Καβάλα στους ανέμους τα σύννεφα ταξιδεύουν στους ουρανούς
Στους απέραντους, πανέμορφους, τους βαθυγάλανους ουρανούς.

Επειδή αγαπώ
Ο άνεμος φουσκώνει ολόλευκα πανιά
Και πάνω απ’ τα λουλούδια ο άνεμος, ο γλυκός άνεμος φυσά.

Επειδή αγαπώ
Οι φτέρες πρασινίζουν και πρασινίζει η χλόη
Και πρασινίζουν τα διάφανα ηλιόλουστα δέντρα.

Επειδή αγαπώ
Κορυδαλλοί φτεροκοπούν πάνω απ’ τα λιβάδια
Και μυριάδες πουλιά σ' όλα τα φύλλα κελαηδούν.

Επειδή αγαπώ
Υπάρχει ένα αόρατο μονοπάτι που διασχίζει τους ουρανούς
Κι αυτό το μονοπάτι παίρνουν τα πουλιά, ο ήλιος κι η σελήνη
Κι όλα τ’ αστέρια της νυχτιάς.

Επειδή αγαπώ
Υπάρχει ένα ποτάμι που ρέει ολονυκτίς.

Επειδή αγαπώ
Όλη τη νύχτα το ποτάμι κυλάει στον ύπνο μου
Χιλιάδες ζωντανά πλάσματα κοιμούνται στην αγκαλιά μου
Και καθώς κοιμούνται ξυπνούν, κι ενώ ρέουν αναπαύονται.

Kathleen RaineAmo ergo sum (Αγαπώ, άρα υπάρχω), 1952



Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Χρήμα και Μαγεία | 1.

«Υπογραμμίζοντας λοιπόν ότι, όπως δείχνουν όλα τα δεδομένα, το χρήμα δεν γεννήθηκε σαν ένα εργαλείο αριθμητικής μέτρησης των αξιών των εμπορευμάτων αλλά πρώτα-πρώτα

σαν ένα στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων −όπου το ποσοτικό δεν ήταν κατ’ ουσίαν παρά μια υλική αποτύπωση ανορθολογικών σχέσεων ισχύος−,

και στη συνέχεια

σαν ένα (αλλά όχι το μοναδικό) εργαλείο κωδικοποίησης αυτών των σχέσεων,

οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ότι ποτέ σε ολόκληρη την ιστορία του το χρήμα δεν έπαψε να αποτελεί μια αντανάκλαση του ανορθολογισμού εκείνων των πρωτόγονων κοινωνικών δομών».

Edouard Will, «Σκέψεις και υποθέσεις σχετικά με τις καταβολές του νομίσματος», 
Révue numismatique, τχ 17 (1955). 



«Τι εννοούμε όταν λέμε, ότι το χρήμα είναι θεσμός; Εννοούμε ότι το χρήμα δεν είναι ένα εμπόρευμα, ούτε ένα εργαλείο για τη διευκόλυνση των ανταλλαγών, όπως υποστηρίζουν πάμπολλες ανταγωνιστικές θεωρίες, αλλά είναι ο δεσμός που συνδέει μεταξύ τους τους παραγωγούς και που, έτσι, καθιστά δυνατή την πραγμάτωση των ανταλλαγών. Με άλλα λόγια, κάτω από αυτή την οπτική, το χρήμα είναι η πρωταρχική σχέση, εκείνη πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εμπορευματική τάξη πραγμάτων. Χωρίς το χρήμα, χωρίς το νόμισμα, δεν μπορεί να υπάρξει εμπορευματική οικονομία.

Εδώ βρίσκεται η πρωτοτυπία της θεσμιακής [institutionaliste] θέσης μας. Στις οικονομικές θεωρίες το χρήμα θεωρείται συνήθως δευτερεύον σε σχέση με τον ορισμό της έννοιας της Αξίας. Αυτή η έννοια αποτελεί κατά παράδοση το κατεξοχήν αντικείμενο των οικονομικών αναλύσεων και από αυτήν αντλούν την απάντησή τους σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της οικονομίας: γιατί τα εμπορεύματα είναι σύμμετρα και σύμφωνα με ποια σχέση αναλογίας ανταλλάσσονται. Αυτή την αντίληψη την ονομάζω εργαλειακή [instrumentaliste] προσέγγιση του χρήματος, διότι θεωρεί το χρήμα σαν ένα εργαλείο, το εργαλείο που διευκολύνει τις ανταλλαγές.

Η προσέγγιση του Μαρξ αποτελεί ένα ενδιαφέρον όσο και χαρακτηριστικό παράδειγμα της εργαλειακής θεώρησης του χρήματος. Ας το δούμε. Στο πρώτο λ.χ. κεφάλαιο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίον ο Αριστοτέλης, εξετάζοντας το ζήτημα της ισότητας “5 κλίνες = 1 οικία”, γράφει ότι “ούτε ανταλλαγή θα υπήρχε αν δεν υπήρχε ισότητα∙ ούτε ισότητα θα υπήρχε αν δεν υπήρχε συμμετρία” [Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Ε΄, 1133b, HS]δηλαδή αναγωγή σε ένα κοινό μέτρο. Σχολιάζοντας εδώ ο Μαρξ, υπογραμμίζει την “μεγαλοφυΐα” του Αριστοτέλη, στο βαθμό που κατάλαβε πως η χρηματική ανταλλαγή στηρίζεται σε μια σχέση ισότητας. Ωστόσο κατά τον Μαρξ, σ΄αυτό ακριβώς το σημείο ο Αριστοτέλης σκόνταψε αφού δεν κατόρθωσε να καταδείξει πού θεμελιώνεται η εμπορευματική ισότητα-συμμετροποίηση, μιας και ήταν της γνώμης ότι “είναι αδύνατον πράγματα τόσο ανόμοια να γίνουν σύμμετρα”, με αποτέλεσμα να  καταλήξει ο συμπέρασμα ότι “κάνουμε αυτή τη συμμετροποίηση απλώς και μόνο για λόγους πρακτικής χρείας” [στο ίδιο, HS].

Για τον Αριστοτέλη λοιπόν, η εμπορευματική ισότητα-συμμετροποίηση είναι καθαρά θέμα σύμβασης. Όμως για τον Μαρξ δεν είναι έτσι τα πράγματα. Κατ’ αυτόν υπάρχει πραγματικά κάτι το κοινό μεταξύ των εμπορευμάτων, μια ουσία στην οποία θεμελιώνεται η συμμετροποίησή τους και η οποία προηγείται του χρήματος: η ανθρώπινη εργασία. Έτσι συμπεραίνει, ότι η ανταλλαγή των εμπορευμάτων συντελείται με μέτρο τον “κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας” που απαιτείται για την παραγωγή τους.  Σύμφωνα με τον Μαρξ, ο λόγος που ο Αριστοτέλης δεν κατόρθωσε να ξεδιαλύνει το μυστήριο της ιστότητας των εμπορευμάτων έχει να κάνει με το ότι ζούσε σε μια εποχή, όπου οι δουλοκτητικές σχέσεις έκρυβαν την ουσία που εξισώνει τις ανθρώπινες εργασιακές δυνάμεις. Κοντολογής, στη μαρξιστική θεωρία το χρήμα είναι δευτερεύον, μια σε δεύτερο χρόνο έκφραση των σχέσεων Αξίας.

Η δική μας αντίληψη αντιτίθεται τόσο στη μαρξιστική όσο και στη νεοκλασσική υπόθεση της Αξίας, και συμφωνεί με τον Αριστοτέλη. Θεωρούμε δηλαδή ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία αντικειμενική ουσία πίσω από την ανταλλαγή των εμπορευμάτων και ότι η ανταλλαγή αυτή θεμελιώνεται απλώς και μόνο στην σύμβαση του χρήματος. Με άλλα λόγια, η σχέση με το χρήμα είναι εκείνη που ομοιογενοποιεί, εξισώνει, ή καθιστά “σύμμετρα”, τα εμπορεύματα. Αυτή η εξίσωση ή συμμετροποίηση  δεν προϋπάρχει της θέσμισης του χρήματος και δεν υπάρχει χωρίς τη σύμβαση του χρήματος.

Υποστηρίζουμε λοιπόν μια θεωρία πολύ διαφορετική από εκείνη που προτείνουν οι ποικίλες θεωρίες της Αξίας, όπως κι αν την ορίζουν. Δεν βλέπουμε στο χρήμα μια ουδέτερη μορφή, η οποία απλώς επιτρέπει ή διευκολύνει την έμμεση έκφραση μιας Αξίας που υποτίθεται ότι προϋπάρχει της χρηματικής σύμβασης. Απεναντίας, θεωρούμε ότι το χρήμα και η αξία αποτελούν μια και την αυτήν πραγματικότητα∙ είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αξία υπάρχει μόνο και μόνο επειδή υπάρχει το χρήμα. Αξία χωρίς χρήμα δεν υπάρχει.

Επομένως, σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, όταν λέμε ότι το τάδε εμπόρευμα έχει τη δείνα “αξία”, εννοούμε απλώς ότι το εμπόρευμα αυτό επιτρέπει την απόκτηση χρήματος κατά την ανταλλαγή του. Δεν πρέπει λοιπόν να βλέπουμε τη χρηματική τιμή όπως τη βλέπουν οι διάφορες θεωρίας της Αξίας, δηλαδή σαν ένα συμβατικό μανδύα που θα πρέπει να τον σηκώσουμε για να δούμε καθαρά ένα μέγεθος, το οποίο υποτίθεται ότι κρύβεται από πίσω του και είναι η αντικειμενική αξία των εμπορευμάτων. Απεναντίας, θεωρούμε πως η τιμή είναι μια θεμελιακή πραγματικότητα της εμπορευματικής ανταλλαγής, με την έννοια ότι το κάθε εμπόρευμα αξίζει ακριβώς όσο και η τιμή του, δηλαδή όση είναι η ποσότητα χρήματος την οποία αποφέρει κατά την εμπορευματική ανταλλαγή.

Με άλλα λόγια, για τη θεσμιακή προσέγγιση το θεωρητικά ουσιώδες γεγονός, αυτό που πρέπει πρωτίστως να κατανοήσουμε, είναι η εξάρτηση όλων των εμπορευματοκατόχων κι εμπορευματοπαραγωγών από το χρήμα. Πρέπει δηλαδή να καταλάβουμε τι είναι αυτή η ομόφωνη και ακόρεστη επιθυμία για χρήμα, που διακατέχει όλα τα μέλη των εμπορευματικών κοινωνιών. Γι’ αυτό το λόγο η θεσμιακή προσέγγιση, αντίθετα από τις άλλες οικονομικές θεωρίες, επιδιώκει να συλλάβει την πραγματικότητα του χρήματος, όχι στις διάφορες επιμέρους λειτουργίες του (νομισματική μονάδα, μέσον κυκλοφορίας, μέσον αποταμίευσης), αλλά στην ικανότητά του να συγκεντρώνει πάνω του την γενικευμένη συμφωνία της κοινωνικής ομάδας και να την εκφράζει μ’ έναν αντικειμενοποιημένο τρόπο −απ’ όπου και ορισμοί μας όπως “το χρήμα, έκφραση της κοινωνίας ως ολότητα” (Aglietta et al. 1998, 10) ή “το χρήμα, συντελετής ολοποίησης” (Orléan, 2002).

Η θεσμιακή θεωρία μας μπορεί να είναι εντελώς μειοψηφική μεταξύ των οικονομολόγων, ωστόσο έχει σημαντικούς υποστηρικτές στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Για παράδειγμα τον Μως, τον Σιμιάν, ή τον Ζίμμελ. Ας δούμε λ.χ. τι λέει σχετικά ο Μαρσέλ Μως στη σύντομη μελέτη του με τίτλο “Οι καταβολές της έννοιας του χρήματος” (1914). […] Βασική ιδέα του είναι, ότι η ικανότητα προσπορισμού αγαθών προέρχεται από την σαγηνευτική δύναμη του τάλισμαν [μαγικό φυλαχτό, HS]. Οι άνθρωποι ποθούν μαζικά το τάλισμαν επειδή πιστεύουν στις μαγικές του ιδιότητες σε τέτοιο βαθμό, που είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν όσα έχουν για να το αποκτήσουν. Να η προέλευση των μαγικών ιδιοτήτων του χρήματος! Η αγοραστική δύναμη του κατάγεται από τη σαγήνη που ασκεί το τάλισμαν. Ο Μως γράφει:
[…] Κατά τη γνώμη μου, η αγοραστική δύναμη του πρωτόγονου χρήματος έγκειται πάνω απ’ όλα στη δύναμη σαγήνης που μεταβιβάζει σε όποιον το κατέχει και την οποία χρησιμοποιεί για να επιβάλλεται στους άλλους. 
Με δυο λόγια, ο Μως μάς λέει πως για να καταλάβουμε την αγοραστική δύναμη του χρήματος, πρέπει να καταλάβουμε τη συλλογική λατρεία που περιβάλλει ορισμένα αντικείμενα. Εδώ ακριβώς συναντάει την δική μας προβληματική. Να σημειώσω, πως ο μοντέλο του τάλισμαν συμφωνεί με τα συμπεράσματα πολυάριθμων αθρωπολόγων, που έχουν υπογραμμίσει το γεγονός ότι το πρωτόγονο χρήμα είναι κατ’ ουσίαν ένα μέσον πληρωμής με το οποίον μπορούσε να “εξοφλήσει” κανείς μη-οικονομικές υποχρεώσεις, όπως για παράδειγμα τη προίκα της νύφης, ή το weregild [η αξία κάθε προσώπου ή πράγματος σύμφωνα με τους Σάλιους Κώδικες, HS]. […]

Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα την καρδιά του προβλήματος χρήμα: η ενσάρκωση αυτού που “αξίζει”, θεμελιώνεται στη λατρεία της κοινωνικής ομάδας για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή σημείο. Τέτοιου είδους είναι το μυστήριο της αγοραστικής δύναμης. Εκείνο που αλλάζει με το σύγχρονο χρήμα, είναι η φύση της λατρείας: δεν πρόκεται πλέον για κλασσική μαγικοθρησκευτική λατρεία. Γι’ αυτό και μιλάμε τώρα για “συλλογική εμπιστοσύνη” [και “εμπορική πίστη”, HS].[…]»

André OrléanΕισήγηση στο σεμινάριο
«De l’ auto-organisation au temps du projet»,
11-18 Ιουλίου 2007
μέρος 1

Σημ. του HS Για οικονομία χώρου χώρισα σε δυο μέρη τα αποσπάσματα που μετέφρασα από την εισήγηση του Ορλεάν. Το δεύτερο θα δημοσιευτεί πολύ σύντομα. Για τη μετάφραση του όρου institutionnaliste προτίμησα το "θεσμιακή" αντί του "ινστιτουσιοναλιστική", αφού άλλωστε έχουμε και το "εργαλειακή" αντί του "ινστρουμενταλιστική" για το instrumentaliste. Καλύτερες εκδοχές, ευχαρίστως δεκτές.





Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ατομιστές


Οι μεγάλες ιδέες, η αλλαγή της κοινωνικής δομής, η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, το να γνωρίσεις συντελεστικά τον εαυτό σου, το να αγαπήσεις πραγματικά, είναι δραστηριότητες και κινήσεις που απαιτούν ανθρώπους, των οποίων η ψυχοσύσταση να έχει δομηθεί σε απόσταση από την στενή ατομικιστική συμπεριφορά.

Τι είναι αυτό που κάνει μια συμπεριφορά να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της, είτε μπορεί να το συνειδητοποιήσει, είτε όχι; Ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτής της δράσης στο άτομο και μέσα στη κοινωνία; Κάποιος άνθρωπος οδηγείται στο να είναι ατομιστής, ή γεννιέται έτσι; 

Τι συνιστά τον ατομισμό;

Ο ατομισμός μπορεί να νοηθεί σαν η στιγμή που το άτομο αποκτά απόσταση ανάμεσα στον υπαρκτό κόσμο και τους συνανθρώπους του. Ο κόσμος και οι άνθρωποι του δεν θεωρούνται προέκταση του υποκειμένου, αλλά αυτονομημένα κομμάτια, ενίοτε εχθρικά, πάντως όχι φιλικά, κομμάτια μιας διασπασμένης πραγματικότητας, που καλεί το άτομο να την σκεφτεί με όρους χρηστικούς και προς όφελος του.

Η κατάσταση του ατομιστή μπορεί να ιδωθεί σαν μια στιγμή νεκρωμένου συναισθήματος. Ο κόσμος αποκτά σχέση με το υποκείμενο, όταν αυτό μπορεί απρόσκοπτα να τον σκέφτεται και να τον αισθάνεται ταυτόχρονα. Ο ατομιστής προτιμά να σκέφτεται, να υπολογίζει και να χρησιμοποιεί. Του είναι δύσκολο να αισθανθεί, γιατί όταν αισθάνεται τα προβλήματα, οι επιλογές αλλά και ο εαυτός του καλούνται να συμπεριλάβουν τον άλλον σαν κομμάτι του ίδιου του εαυτού του. Αυτό καθίσταται δύσκολο, όταν αντιμετωπίζεις τον απέναντι σαν ξένο από σένα.

Ο ατομιστής σκέφτεται τον χρόνο, σαν χρόνο που οφείλει να απολαύσει. Δεν τον ενδιαφέρει να κοιτάξει πίσω, αλλά ούτε και εμπρός. Εκμαιεύει από το παρελθόν και το μέλλον όλες τις όψεις εκείνες που μπορεί να χρησιμοποιήσει για να αισθανθεί  ο ίδιος καλύτερα. Η Παράδοση, με την μορφή της συμπυκνωμένης γνώσης του παρελθόντος, του είναι δεσμευτική και την αντιμετωπίζει με ελιτίστικη υπεροψία. Το κτίσιμο αρχών, δομών, προοπτικών, ιδεών κατάλληλων να μετασχηματίσουν την κοινωνία και τον ίδιο, αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη και με γνώμονα τα οφέλη πού αυτά μπορούν να επιφέρουν αποκλειστικά στον ίδιο.

Η ματιά του ατομιστή αποκλείει όλα εκείνα που τον καθιστούν κομμάτι ενός κόσμου με συνέχεια, είτε αυτά έχουν να κάνουν  με την προσωπική του προϊστορία, αλλά κυρίως με τους συνολικούς αγώνες που καταβάλλει ολόκληρη  η κοινωνία για να εξελιχθεί. Η ματιά του ατομιστή βλέπει τον εαυτό του και την κοινωνία μέσα από το μικροσκόπιο μιας αυτάρεσκης αυτάρκειας. Μιας αυτάρκειας που συχνά εμποδίζεται από πολέμους, αρρώστιες, θανάτους,πείνες και δυστυχίες, αγγαρείες δηλαδή που καλείται να επωμισθεί  και τον ξεστρατίζουν, τον αναγκάζουν να σχετιστεί με τον υπόλοιπο κόσμο αναγκαστικά. Αγγαρείες που του υπενθυμίζουν, ότι όλοι μαζί είμαστε σε μια τεράστια βάρκα, που ανά πάσα στιγμή  η συμπεριφορά του ενός ή των πολλών, έχει επίπτωση σε όλους. Ο ατομιστής δεν βλέπει τον εαυτό του μέσα στο κόσμο, αλλά βλέπει πολύ καλά τους τρόπους για να περάσει μέσα από τον κόσμο αλώβητος.

Η κοινωνία, εδώ και καιρό, διανύει με σταθερά βήματα την ατομικιστική της πορεία. Πράγμα που σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερα άτομα ενστερνίζονται αυτόν τον τρόπο να υπάρχουν. Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας, ότι τα ποσοστά δυστυχίας συνεχώς θα αυξάνονται, η ουσιαστική γνώση για την ζωή συνεχώς θα υποχωρεί, αλλά και ότι το σύνολο των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, τελικά θα παραμένουν στάσιμα και άλυτα.

Ο ατομισμός, στίγμα της νεωτερικής εποχής, αποτελεί μια παρεκτροπή ενός ολόκληρου πολιτισμού, που μαγεύτηκε από τα επιτεύγματά του και αποκόπηκε από τις πηγές  και τα πρωταρχικά ερωτήματα της ύπαρξής του. Ο ρόλος του στη διαμόρφωση της σύγχρονης εποχής και των συνθηκών της είναι ρόλος-κλειδί. Αφορά όλους μας, γιατί όλοι είμαστε διαβρωμένοι από αυτόν και εναπόκειται στο καθένα από μας η αλχημική μετατροπή του σε ανθρωπιά και συνείδηση. 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...