Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Φυλαχτό

Στα χρόνια που θα έρθουν, θα χρειαστούμε ένα φυλαχτό:

Αντικαθιστώ τη μελαγχολία με το θάρρος, την αμφιβολία με
τη βεβαιότητα, την απελπισία με την ελπίδα, την κακία με
την καλοσύνη, τη μεμψιμοιρία με το καθήκον, το σκεπτικισμό
με την πίστη, τα σοφίσματα με την ψυχρότητα της ηρεμίας,
τον εγωισμό με την ταπεινοφροσύνη.

… μιλάει ο Λωτρεαμόν, 24 χρονών, ενάμισι αιώνα πριν.


                                                                      Β.Η

Το τέλος του σύγχρονου Ανθρωπισμού

Έχουμε από παλιά και πολλές φορές επισημάνει από εδώ − κι αλλού και παρ’ αλλού −, ότι η σύγχρονη εποχή, αυτή που ονομάζουν «νεωτερικότητα», στήθηκε μες από μια πρόσκαιρη συμπαιγνία ανάμεσα στο ρασιοναλισμό και το δημοκρατικό ανθρωπισμό, δυο ρεύματα που δεν θα μπορούσαν να συμβαδίζουν εσαεί καθώς από άλλες πηγές έρχεται και σε άλλους ορίζοντες κατευθύνεται το καθένα από αυτά.

Πολύ συνοπτικά, το πρώτο ρεύμα, ο ρασιοναλισμός, προέρχεται από μια τεχνικήαντίληψη των πραγμάτων, και των ανθρώπων, δηλαδή από το τεχνικό πνεύμα, το οποίο:

  • για να εμφανιστεί, προϋπέθεσε την αποπνευμάτωση του κόσμου, δηλαδή την αποϊεροποίηση της Φύσης και της ίδιας της ζωής μέσα από τη θεώρησή τους ως «ουδέτερων» πεδίων προς εξονυχιστική πειραματική έρευνα και τεχνική διαμόρφωση∙ την συνταύτιση γνώσης και ισχύος∙ και τη μηδενιστική αναίρεση κάθε ηθικού κριτηρίου, που έως τότε διέκρινε μεταξύ ιερού και βέβηλου στην ανθρώπινη παρέμβαση θέτοντας στον άνθρωπο βαθύτατα, οντολογικών, υπαρξιακών και όχι απλώς ψυχολογικών διαστάσεων διλήμματα προ της πράξης∙
και το οποίο:

  • για να επικρατήσει, χρειάστηκε την υποτίμηση και αποκαθήλωση του Λόγου − δηλαδή της φιλοσοφίας που θέτει τον φιλάνθρωπο Λόγο ως αρχή και πηγή της συντεταγμένης ανθρώπινης ύπαρξης − και την απαξίωσή του υπέρ μιας (άλλοτε υλιστικής και άλλοτε ιδεαλιστικής) φιλοσοφίας της Πράξης έως του σημείου, όπου η πρωταρχικότητα του πρακτικού-τεχνικού αποτελέσματος να κάμψει, να υποσκελίσει και τα τελικά να εξοστρακίσει από το ατομικό και συλλογικό ενδιαφέρον τη διάσταση και την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου.
Από την άλλη, το δεύτερο ρεύμα, ο δημοκρατικός ανθρωπισμός, προέρχεται από μια αντίληψη του κόσμου και της ζωής,στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται ο άνθρωπος, όχι αφηρημένα, σαν μια ωραία και υψηλή ιδέα, αλλά  ως μοναδικό και απαραβίαστο πρόσωπο, που ενώπιον της ιερότητάς του οι τεχνικοί λογισμοί και υπολογισμοί οφείλουν να στέκονται προσοχή ή ακόμα και να ακυρώνονται εάν πρόκειται να το βλάψουν.

Επομένως, η ριζική αντίθεση μεταξύ αυτών των δυο ρευμάτων είναι, πιστεύω, ολοφάνερη και πράγματι, στις μέρες μας, μάλλον εύκολο να διαπιστωθεί από τον καθένα και αυτή, και το τίνος από τα δυο ρεύματα η επικράτηση χαρακτηρίζει τελικά τη νεωτερικότητα.


Πάνω σε αυτό, έχουμε επίσης επισημάνει πολλές φορές την επικράτηση, από νωρίς, του τεχνοκρατικού ρασιοναλιστικού ρεύματος πάνω στο δημοκρατικό ανθρωπιστικό − μια επικράτηση αναμενόμενη, θα λέγαμε, επειδή:

  • το τεχνικό πνεύμα και η συναφής με αυτό φιλοσοφία της Πράξης ήταν και είναι ο πυρήνας της κοσμοθεωρίας των Αυλικών και των ανθρώπων του Χρήματος, η συμμαχία των οποίων ηγήθηκε της αστικής επανάστασης και έφερε την επικράτηση της νεωτερικότητας στο πεδίο τόσο του κράτους όσο και της κοινωνικής συναλλαγής∙
και επειδή:

  • οι δευτερεύοντες προσωρινοί σύμμαχοί τους και οι εν συνεχεία κυριαρχούμενοί τους (ανάμεσα στους οποίους ρίζωναν περισσότερο οι δημοκρατικές ανθρωπιστικές αξίες) διαποτίστηκαν βαθμιαία, και αυτοί, από την παραπάνω κοσμοθεωρία με μοιραίο αποτέλεσμα, αγωνιζόμενοι υπό την καθοδήγηση των ψευδοεπιστημόνων μέντιουμ του «επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και συνακόλουθης όξυνσης των αντιφάσεων», να μην μπορούν να διαπεράσουν το σκληρό κέλυφος του επικρατούντος πολιτισμού.
Από εδώ ασφαλώς προέρχεται η σημερινή, έως καλαμοκαβαλήματος αναρρίχηση των οικονομικοτεχνικών μάνατζερς στη θέση των Υπάτων και των Αυτοκρατόρων, που μια ρήση ή μια απόφασή τους μπορεί να ρίξει ολόκληρους πληθυσμούς στο παραμιλητό ή τη δυστυχία, και που ένα στατιστικό διάγραμμά τους αρκεί για να παραλύσει η σκέψη των ακροατών τους, εφόσον:

  • τούτης της παράλυσης προηγήθηκαν χρόνια και δεκαετίας κατάθεσης των όπλων της κριτικής στα πόδια της Οικονομίας, δηλαδή της ιδέας που − ισχυριζόμενη ότι εκείνο που καθορίζει συντελεστικά τον άνθρωπο είναι οι «υλικές ανάγκες», η «ικανοποίησή» τους και επομένως η «τεχνική διαχείρισή» τους σε επίπεδο κοινωνίας − ύψωσε σε Έννοια την κυρίαρχη συμμαχία της νεωτερικότητας και κύρωσε, έτσι, την επικράτησή της.

Ιδού λοιπόν, σε υπερσυμπύκνωση, μια ιδέα για το τι θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς διαβάζοντας τις αγέρωχες προχτεσινές δηλώσεις της κας Λαγκάρντ* για τις προτιμήσεις των ανθρωπιστικών της αισθημάτων σε συνάρτηση με τον διαχειριστικό της ρασιοναλισμό.


 [29/5] Περιττό, νομίζω, να επισημάνω ότι οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν πλήρως τη λογική και την οπτική κάτω από την οποία σχεδιάστηκε, συντάχθηκε και επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί το Μνημόνιο - καθιστώντας περιττή μια κριτική ανάλυσή του λέξη προς λέξη, αν υποθέσουμε ότι θα την ήθελε κανείς.



Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Είπατε, ανάπτυξη;

Μπρύγκελ: Ο Πύργος της Βαβέλ (1563)
«Σε όλους τους τομείς τίθεται ένα και μόνο πρόβλημα: Πρέπει να επιβραδύνουμε και τελικά να σταματήσουμε τη δράση των επικίνδυνων δυνάμεων που μας απειλούν. […]

Το 1800, καμμιά δυτική πόλη δεν είχε πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους. Η μεγαλύτερη, το Λονδίνο, έφτανε τους959.310 ενώ το Παρίσι μόλις που ξεπερνούσε το μισό εκατομμύριο […] Όμως το 1900, έντεκα μεγάλες μητροπόλεις είχαν πληθυσμό πάνω από 1 εκατομμύριο κατοίκους. Ανάμεσα σε αυτές, το Βερολίνο, το Σικάγο, η Νέα Υόρκη, η Φιλαδέλφεια, η Μόσχα, η Αγία Πετρούπολη, η Βιέννη, το Τόκυο και η Καλκούτα.Τριάντα χρόνια μετά, ο αριθμός τους έφτασε τις είκοσι επτά. […]

Σχεδόν παντού στον κόσμο παρατηρούνται οι τάσεις αυτές. Το 1950, το 13,1% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων, ενώ το 1850 η αναλογία ήταν μόλις 1,7%.Αυτή η αλλαγή στην κλίμακα των αστικών πληθυσμών και γεωγραφικών εκτάσεων επέφερε δομικούς μετασχηματισμούς σε όλα τα μεγάλα κέντρα και διεύρυνε τη σφαίρα επιρροής της πόλης, εισάγοντας στα χωριά τα εμπορεύματα, τις συνήθειες και τους τρόπους σκέψης των αστικών κέντρων. […] Κυρίως όμως, ο πολλαπλασιασμός των πόλεων μετέβαλε ριζικά την αναλογία μεταξύ αστικών και αγροτικών πληθυσμών.Παλιότερα οι πόλεις αποτελούσαν μικρές νησίδες μέσα σε τεράστιες γεωργικές εκτάσεις∙ τώρα πλέον, ολοένα και περισσότερο, οι γεωργικές εκτάσεις μοιάζουν με νησίδες πράσινου περιτριγυρισμένες από μια θάλασσα ασφάλτου, τσιμέντου και τούβλων. […]

Σε όλους τους τομείς η μηχανική και αυτοποιημένη ανάπτυξη πήρε τη θέση των οργανικών μορφών ανάπτυξης, με αποτέλεσμα την απαξίωση των ζωτικών δομών προς όφελος μιας ατέρμονης αύξησης της παραγωγής − όρος αναγκαίος για να ικανοποιηθεί τόσο το πάθος πλουτισμού και η βούληση για ισχύ της αρχικής, τυχοδιωκτικής περιόδου του καπιταλισμού, όσο και η επιδίωξη της άνεσης και της ασφάλειας του μετέπειτα καπιταλισμού της ευημερίας∙ αλλά και η βαθιά επιθυμία για ασφάλειας και για ισχύ συνάμα του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού των λεγόμενων κομμουνιστικών χωρών.

Παρά τις διαφορές τους, τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών ήταν παρόμοια: Αναζήτηση ολοένα και πιο απομακρυσμένων πηγών ανεφοδιασμού και πρώτων υλών∙ Σχηματισμός μεγάλων κέντρων οικονομικής εξουσίας, από τα οποία οργανώνονται οι αγορές και στα οποία συγκεντρώνονται οι οικονομικά ισχυροί.

Το έμβλημα του “ελεύθερου ανταγωνισμού”, που είχε ενώσει τους ανταγωνιστές και οδήγησε στην κατάλυση των παλιών φεουδαρχικών και τοπικών μονοπωλίων, χρησίμευσε σαν προπέτασμα στις έμμονες προσπάθειες μερικών μεγάλων εταιρειών να ελέγξουν την αγορά και να επιβάλλουν τις δικές τους τιμές. Οι μεγαλουπόλεις έγιναν ο κατεξοχήν τόπος αυτών των συμφωνιών και συνάμα τα σύμβολο αυτής της εξέλιξης. […]

Χάρη στην ακατάπαυστη συνδρομή νέων εφευρέσεων, το εμπόριο και η βιομηχανία αναπτύχθηκαν σε απίστευτες διαστάσεις. Ισχύς, ταχύτητα, ποσότητα και καινοτομία: αυτοί ήταν οι βασικοί στόχοι, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή μέριμνα κάποιας προσαρμογής των αναπτυξιακών επιταγών της παραγωγής και της κατανάλωσης σε ανθρωπιστικούς σκοπούς. […]

Μοναδικά θέματα συζήτησης σε ολόκληρο τον κόσμο κατέληξαν να είναι η οικονομία, οι ασφάλειες και η διαφήμιση.Χάρη σε αυτή την τριλογία, η ισχύς της Μητρόπολης ξεπέρασε τα εθνικά σύνορα και απλώθηκε στις πιο μακρυνές περιοχές, κι όλη η Γη έπρεπε να προσκυνάει τις μητροπόλεις. […]

Κατά παράδοξο όμως τρόπο, αυτό το σύστημα, που θεμελιώνεται στην επέκταση, γίνεται ολοένα και πιο άκαμπτο, ολοένα και λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει τις καινούργιες καταστάσεις, ενώ την ίδια στιγμή είναι υποχρεωμένο να σπεύδει ατέρμονα στο δρόμο της επέκτασης χωρίς να μπορεί καν να διανοηθεί το ενδεχόμενο μιας επιστροφής προς τα πίσω. […] Θυμίζει μάλλον την Κόκκινη Βασίλισσα στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, η οποία πασχίζει και τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα παραμένοντας διαρκώς στην ίδια θέση.»


Λιούις Μάμφορντ, The City in History (1961)


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Η Γένεση του Συστήματος

«Συνοπτικά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως οι δυτικές κοινωνίες εγκυμονούσαν κατά τη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων δυο επαναστατικές αλλαγές, οι οποίες εξερράγησαν κατά το τέλος του Μεσαίωνα αλλά ωρίμασαν και παγιώθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των Νέων Χρόνων.Η μια αφορούσε το ατομικό πεδίο και η άλλη το συλλογικό. Στο πρώτο πεδίο γεννήθηκε το εξατομικευμένο ανθρώπινο υποκείμενο∙ στο δεύτερο, οι οργανώσεις. Αυτή η χρονική σύμπτωση δεν είναι τυχαία. Οφείλεται στην αιτιακή σχέση που αλληλοσυνδέει τα δυο φαινόμενα καθώς και στην ανάδυση και των δυο από ένα διαφορετικό νόημα, που είχε εν τω μεταξύ κατασκευαστεί. Το εγκόσμιο άτομο, το οποίο ξεπροβάλλει από τα φαινομενικώς σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα, είχε ήδη οικοδομήσει ψυχή προσανατολισμένη στην τάξη και τον ορθό λόγο, προκειμένου να αναμετρηθεί με τα πράγματα ενός κόσμου που του προτείνεται προς χειραγώγηση, όπως θα υποστηρίξουν οι πατέρες της Μεταρρύθμισης, ιδίως ο Καλβίνος. Αυτοκατανοείται ως η προσωποποίηση της (θεϊκής) βούλησης, η οποία πραγματώνεται στο διηνεκές μέσω της ακαταπόνητης ανθρώπινης δράσης.

Αυτό το εκλεκτό άτομο της δράσης, η κοινωνία έχει υποχρέωση και να το διευκολύνει και να το προστατέψει, χτίζοντας θεσμούς που του επιτρέπουν μεν να δρα ελεύθερα,αλλά ταυτόχρονα το περιορίζουν, ώστε η δράση του να μην γίνεται καταστροφική για την ίδια την κοινωνία.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα, η δυτική κρατική γραφειοκρατία εδραιώνεται αργά αλλά σταθερά. Από τη στιγμή που έχει επιλυθεί το πρόβλημα της ομαλής σύζευξης (είτε με πολιτισμικά μέσα, είτε με δομικά) των αυτόνομων ατόμων με τις κοινωνικές οργανώσεις, οι κρατικοί και οι ιδιωτικοί οργανισμοί αναπτύσσονται ανεξαρτήτως των εκάστοτε απόψεων περί laissez-faire ή κρατικού παρεμβατισμού. Γνωρίζουμε καλά πως αν δεν είχε αυτονομηθεί το άτομο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει εργάτης, δηλαδή κάποιος δυνάμενος να διαθέτει ελεύθερα στην αγορά το μόνο πράγμα που κατείχε,την εργατική του δύναμη. Για να υπάρξει όμως εργάτης, έπρεπε προηγουμένως να έχει συσταθεί, αφ’ ενός το συμβόλαιο εργασίας και αφ’ ετέρου να έχει τύχει επεξεργασίας το συγκεκριμένο εργασιακό καθήκον και ο ρόλος που ο εργάτης θα επωμιζόταν.

Το δίκαιο,εμπνεόμενο από το δέον γενέσθαι, το οποίο υπέθαλπαν ως ηθικό πρόταγμα οι νέες κοινωνικές συσπειρώσεις, είχε ήδη προλάβει να θεσπίσει κανόνες προστατευτικούς των εγωτικών συμφερόντων, ούτως ώστε τα τελευταία, χωρίς να συντρίβονται, να οδηγούνται σε συναινέσεις. Ταυτόχρονα, νομιμοποίησε όσες τυπικές εξουσίες πρόβαλαν ως τηρητές αυτών των συναινέσεων. Από την άλλη, οι κοινωνικές πρακτικές είχαν συμβάλει, δια της επαναλήψεώς τους, στην εσωτερίκευση εκ μέρους του ατόμου των απαιτουμένων για τη μη διάρρηξη της συνείδησης των συμβολικών ρυθμίσεων. […]

Κατά τον ίδιο τρόπο, με το να στηρίζεται δηλαδή στο απρόσωποτων κανόνων και να αναζητά τη νομιμοποίησή της από ένα σώμα πολιτών του οποίου κάθε μέλος επεδίωκε το προσωπικό όφελος, οικοδομήθηκε η δυτική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Στο πολιτικό, όπως και στο κοινωνικό πεδίο, τα άτομα δεν μπορούσαν να ενοποιηθούν και να λειτουργήσουν ως ολότητα, παρά μόνον εξομοιούμενα μ’ έναν γενικό μέσο όρο. […]

Το δυτικό άτομο είχε συνεπώς ποικιλοτρόπως προετοιμαστεί να υποδυθεί ρόλους, οι οποίοι το εξαφάνιζαν ως πρόσωπο και το συγκροτούσαν ως ορθολογική δεξιότητα για εκτέλεση εργασιακών καθηκόντων


Ιωάννα Τσιβάκου, Το οδοιπορικό του εαυτού στον χώρο της εργασίας,
εκδ.ΘΕΜΕΛΙΟ (2000)

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Η αλήθεια και η απάτη της κοινωνικής διασφάλισης


Σίγουρα μια κοινωνία έχει ανάγκη να αισθάνεται ότι είναι ασφαλής για να ευημερεί. Η δυνατότητα πού παρέχει η ασφάλεια απελευθερώνει όλες εκείνες τις δημιουργικές δυνάμεις των μελών της , πού αποτυπώνονται στον πολιτισμό της , στη οικονομία της , στη αρμονία των κοινωνικών της σχέσεων , στο τρόπο πού οραματίζεται το μέλλον της ,στα σχέδια της .

Η ασφάλεια μιας κοινωνίας ,σίγουρα δεν είναι κάτι το εύκολο να επιτευχθεί. Μέσα στη ιστορία, λίγες είναι οι χρονικές περίοδοι πού μια τέτοια κοινωνική ασφάλεια έχει υπάρξει. Όταν όμως υπήρξε, η ευημερία των ανθρώπων πού απάρτιζαν αυτές τις κοινωνίες  σε όλα τα επίπεδα-πνευματικά,κοινωνικά,ατομικά -  χάραξε την ιστορία .

Ο άνθρωπος  είναι ύπαρξη  ανασφαλής . Έχει επίγνωση ότι κάποια στιγμή θα πεθάνει και για αυτό ενόσω ζει, επιδιώκει  όση περισσότερη ασφάλεια μπορεί να απορροφήσει, για να μπορέσει να ησυχάσει την βαθειά του ανησυχία. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί ότι ενώ η σύγκρουση του ανθρώπου ανάμεσα στη ανάγκη του για ασφάλεια  και στο γεγονός  ότι διάγει τον βίο του με την έλλειψη της , του απελευθερώνει μια τεράστια θέληση να αγωνιστεί και να επιβιώσει, παράλληλα  τον βυθίζει  σε αδράνεια, αδυναμία αντίδρασης . Συνήθως αυτές είναι ατομικές περιπέτειες  πού  δεν γίνονται ευρέως γνωστές , δεδομένου ότι επί της ουσίας , πολύ λίγο μας ενδιαφέρουν τέτοιου είδους εσωτερικές περιπέτειες του διπλανού μας .

Το πρόβλημα αρχίζει και μπερδεύεται, όταν ολόκληρη η κοινωνία αρχίζει να αποκτά τέτοιου είδους χαρακτηριστικά. Όταν ολόκληρη η κοινωνία αρχίζει να  αισθάνεται ανασφαλής. Τότε τα πράγματα σκουραίνουν, διότι αυτοί πού διοικούν την κοινωνία καλούνται να δώσουν απαντήσεις πού τους ξεπερνούν. Στο βαθμό μάλιστα πού με τις πράξεις τους έχουν επί χρόνια συμβάλλει  στη κατάρρευση της κοινωνικής ασφάλειας τότε  τα  υλικά της διάλυσης της κοινωνικής συνοχής  καθίστανται λίαν επικίνδυνα .

Μια τέτοια  «όμορφη» εποχή  μάς κλήρωσε να ζήσουμε στη χώρα μας, την χρονική περίοδο πού διανύουμε.

Παρατηρώντας  τον πολιτικό λόγο πού με πολύ κόπο αρθρώνεται τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνουμε  ότι όλες οι πλευρές  εκθέτουν την άποψη τους, ουσιαστικά προσπαθώντας να δώσουν απάντηση με ποιόν τρόπο  βλέπουν να εξασφαλίζεται αυτή η κοινωνική διασφάλιση.

Αν δεν σταθούμε στο πασιφανές γεγονός  ,ότι με σκοπό κυρίαρχο  να πείσουν ,καταφεύγουν σε ψέματα  και ηλιθιότητες πού δεν υπάρχει λόγος να ασχολείται κανείς ,αξίζει τον κόπο να περιγραφεί  πως  κατανοούν την κοινωνική διασφάλιση.

Όλοι ομονοούν ως προς τούτο: Η Οικονομία  είναι αυτή πού εξασφαλίζει την κοινωνική ασφάλεια. Αν υπάρχουν χρήματα στο κράτος ,στις επιχειρήσεις ,στους πολίτες τότε όλοι θεωρούν  ότι υπάρχει ασφάλεια . Αυτή η αρχή έχει αναγορευτεί σε θέσφατο. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν στη Οικονομία . Η Οικονομία κάθεται στο θρόνο του Θεού και από κει καταδικάζει ή επιβραβεύει τους πάντες ,στα βάραθρα της ανασφάλειας ή στη έπαρση του χρήματος.

Όλοι έχουμε ξεχάσει με ποιόν τρόπο έχει γίνει αποδεκτή η παντοδυναμία της Οικονομίας . Όσο και αν προσπαθήσουμε ,δεν είναι δυνατόν  να το ερμηνεύσουμε . Αυτά πού λέμε ακούγονται  σαχλά και ανούσια . Είναι σαν να αντιμετωπίζουμε αρκούδες με οδοντογλυφίδες.

Ζούμε  στο μαγικό ξόρκι της Οικονομίας . Δεν υπάρχουμε έξω από αυτό!!

Ενώ γνωρίζουμε ότι η οικονομική μας κατάσταση αποτελεί απλώς συνισταμένη ασφαλούς διαβίωσης ,στη πράξη λειτουργούμε σαν να είναι εξαρτά, όλη τη ασφάλεια μας ,κοινωνικά και ατομικά. Ολόκληρο το πρόβλημα της χώρας μας έχει επικεντρωθεί: ευρώ ή δραχμή. Δύο νομίσματα κρίνουν την τύχη μας !!!!!!!!! Όμορφα.

Δύο νομίσματα μονοπωλούν την σκέψη μας  και κατά πάσα πιθανότητα θα μας οδηγήσουν στο ίδιο χάος ,στη ίδια ανασφάλεια ,στο ίδιο τέλμα.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να λύσει ριζικά το ζήτημα της ασφάλειας πού τον ταλανίζει ούτε ατομικά ,ούτε κοινωνικά. Μπορεί απλώς να  επιδιώκει  την εξασφάλιση του σε λογικά πλαίσια, γνωρίζοντας ότι ανά πάσα στιγμή αυτό μπορεί να ανατραπεί .

Αυτό επιδεινώνεται από το απλό γεγονός ότι δεν  ορίζει την ζωή του απολύτως από την δική του βούληση. Συναρτάται και άρα είναι έκθετος σε οποιαδήποτε μεταβολή. Ούτε μπορεί να γίνεται έρμαιο της ανάγκης του για μια  ζωή ,πού να του διασφαλίζει την απουσία ανατροπών, είτε κοινωνικά, είτε σε προσωπικό επίπεδο. Ό τρόπος για να πορευτούμε , νομίζω, ότι είναι να επιδιώκουμε μια ασφάλεια πού να μας καθιστά νηφάλιους να αντιμετωπίζουμε τις ανατροπές πού φέρνει η ζωή και όσοι είναι σε θέση να την επηρεάζουν.

Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι όσο απαραίτητη είναι για μας η ασφάλεια ,άλλο τόσο απαραίτητο είναι για κάποιους να μας καθιστούν ανασφαλείς για να μπορούν να μας ελέγχουν.

Η κοινωνική διασφάλιση μας δεν πρόκειται να έρθει ούτε μέσα από το ευρώ ,ούτε μέσα από την δραχμή. Κανείς δεν μπορεί να το εγγυηθεί αυτό ,ακόμα και αν το ισχυρίζεται καλόπιστα .

Η κοινωνική διασφάλιση αποκαθίσταται ,όταν η κοινωνία επανακτά το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τον εαυτόν της και τα μέλη της . Όταν μπορεί να αντιμετωπίσει συλλογικά  και ατομικά  κυρίαρχες απάτες ,όπως η απάτη του μονοπωλίου της Οικονομίας .Όταν αναζητήσει έναν Λόγο πού να είναι Λόγος ουσίας ,πού ερευνά σε βάθος τα προβλήματα και δεν τα προσαρτά στο άρμα της ανάγκης  για να τα ελέγξει, αλλά διαλύει την σύγχυση πού μεταφέρουν  και τα απελευθερώνει στο φως .

Μόνο αυτή η κοινωνία μπορεί να απαιτεί να διασφαλιστεί ,γιατί  θέτει τις βάσεις για το αυτονόητο. Η κοινωνία πού αποδέχεται το φάντασμα της καθολικής επικράτησης της Οικονομίας να πλανάται πάνω από το κεφάλι της ,δυστυχώς είναι σαν να έχει επιλέξει να ζει στο μόνιμο φόβο της υλικής της εξαθλίωσης ,στο τρόμο των οικονομικών εξισώσεων και προβλέψεων . Είναι μια κοινωνία πού ζει στο απόλυτο βασίλειο του χρήματος , πού έχει μηδενική ανοχή σε οποιαδήποτε όψη της ζωής , εκτός από την όψη της βασιλείας του.

Το να είσαι απλά φτωχός μερικές φορές είναι προτιμότερο από το να είσαι απλά βλάκας !!!!


Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Πώς ο Μουσολίνι κέρδισε τον πόλεμο


1.

«Τι είναι άραγε πιο αξιοκαταφρόνητο από έναν πολιτισμό που αποστρέφεται την αυτογνωσία; […]


Η κοινωνία μας είναι υποδουλωμένη στις ιδεολογίες και ο πολιτισμός μας υφίσταται τον ασφυκτικό εναγκαλισμό μιας κυρίαρχης ιδεολογίας: του κορπορατισμού.Η αποδοχή του κορπορατισμού έχει ως συνέπεια την άρνηση και την υπονόμευση της έννοιας του ατόμου ως πολίτη μιας δημοκρατίας. Αποτέλεσμα αυτής της άρνησης είναι μια αυξανόμενη αστάθεια που μας οδηγεί στη λατρεία του προσωπικού συμφέροντος και στην απαξίωση του κοινού καλού. Ο κορπορατισμός είναι μια ιδεολογία που επικαλείται, ως βασική της ιδιότητα, τον ορθολογισμό. Οδηγεί το άτομο στην παθητικότητα και τον κομφορμισμό σε σημαντικά θέματα και στον αντικομφορμισμό σε ασήμαντα. […]


Το κορπορατιστικό κίνημα γεννήθηκε το 19 αιώνα ως μια εναλλακτική λύση απέναντι στη δημοκρατία. Το κίνημα αυτό πρότεινε να γίνεται η νομή της εξουσίας από ομάδες και όχι από τους μεμονωμένους πολίτες.


Η πρώτη σχεδόν φυσική, εκδήλωση αυτού του νέου τρόπου διακυβέρνησης εμφανίστηκε πριν από δυο αιώνες, με την άνοδο στην εξουσία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Ο Ναπολέων έκανε κάτι περισσότερο από το να επινοήσει απλώς τη σύγχρονη ηρωική ηγεσία. Επινόησε την ηρωική ηγεσία που συνδιαλέγεται με ομάδες ειδικών και με τις ομάδες συμφερόντων. Η δημοκρατία και η ατομική συμμετοχή του πολίτη αντικαταστάθηκαν από μια άμεση, συναισθηματική σχέση ανάμεσα στον ηρωικό ηγέτη και το λαό. […]


Ο Χέγκελ, με το έργο του Η Φιλοσοφία του Δικαίου, ήταν ένας από τους πρώτους που ιδεολογικοποίησαν αυτή την προσέγγιση ήδη από το 1821. Η ρομαντική αναβίωση των μεσαιωνικών συντεχνιών έπαιρνε τότε τη μορφή ενός “φυσικού συνδέσμου” ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος. […]


Σ’ ένα βαθμό, το σύστημα αυτό το υιοθέτησε ο Μπίσμαρκ στη νέα Γερμανία της δεκαετίας του 1870. Αλλά η ώρα της δόξας, τρόπος του λέγειν, του κορπορατιστικού μοντέλου έφτασε μισόν αιώνα αργότερα, όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Μουσολίνι και διάφοροι άλλοι δικτάτορες. […]


Και σήμερα, η αληθινή εξουσία ανήκει στο νέο-κορπορατισμό, ο οποίος στην ουσία είναι ο παλιομοδίτικος κορπορατισμός. […]


Τα βαθύτερα μηνύματα αυτού του συστήματος, που εισήγαγε ο Μουσολίνι, ήταν η αποτελεσματικότητα, ο επαγγελματισμός, ο χειρισμός των θεμάτων από ειδικούς και η κοινωνική γαλήνη μέσω των συνεχών διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαφόρων ομάδων, ή καλύτερα μέσω αυτού που οι νέο-κορπορατιστές αποκαλούν διαμεσολάβηση με βάση τα συμφέροντα. […]»




μετάφραση Ευηνέλλα Αλεξοπούλου-Δημήτρης Μπάκουλης, εκδ. PRINTA (2002)



2.


«Ο Χέγκελ προϋποθέτει την ύπαρξη“συντεχνιών” και είναι αλήθεια πως η κρατική γραφειοκρατία προϋποθέτει, αν όχι τις ίδιες τις συνεχνίες, πάντως οπωσδήποτε το “κορπορατιστικό πνεύμα”. […] Οι συντεχνίες είναι ο υλισμός της γραφειοκρατίας και η γραφειοκρατία είναι ο σπιριτουαλισμός των συνεχνιών. Η συντεχνία είναι η γραφειοκρατία της κοινωνίας των πολιτών∙ η γραφειοκρατία είναι η συντεχνία του Κράτους. […]


Το ίδιο πνεύμα που μέσα στην κοινωνία δημιουργεί τη συντεχνία, δημιουργεί μέσα στο Κράτος τη γραφειοκρατία. […] Η γραφειοκρατία είναι η “συνείδηση του Κράτους”, η “βούληση του Κράτους”, η“ισχύς του Κράτους” ενσαρκωμένες σε μια συντεχνία,η οποία σχηματίζει μια επιμέρους κλειστή εταιρεία στο εσωτερικό του Κράτους. Έχει όμως ανάγκη τις συντεχνίες ως φανταστικέςμονάδες ισχύος, ενώ την ίδια στιγμή και η κάθε συντεχνία, παρ’ όλο που προσπαθεί να υπερασπιστεί τα επιμέρους συμφέροντά της ενάντια στη γραφειοκρατία,θέλει τη γραφειοκρατία με το μέρος της στον αγώνα της εναντίον μιας άλλης συντεχνίας, ενός άλλου επιμέρους συμφέροντος. Έτσι η κρατική γραφειοκρατία, ως τέλεια συντεχνία, επικρατεί των συντεχνιών που δεν είναι παρά ατελείς γραφειοκρατίες. […]


Η γραφειοκρατία θεωρεί τον εαυτό της ως υπέρτατο σκοπό του Κράτους. Είναι ένας κύκλος από τον οποίο δεν μπορεί ν ξεφύγει κανείς. Η ιεραρχία της είναι μια ιεραρχία της γνώσης. […] Το γενικό πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι το μυστικό, το μυστήριο, το οποίο διαφυλάσσεται προς μεν το εσωτερικό της με την ιεραρχία, προς τα έξω δε με το χαρακτήρα της ως κλειστή συντεχνία. […]»



Καρλ Μάρξ, Κριτική στη χεγκελιανή φιλοσοφία του κράτους,Ιούλιος-Οκτώβριος 1843

από τη μετάφραση στα γαλλικά του Κώστα Παπαϊωάννου,

εκδ. 10/18 (1976 – εκπληκτική η εισαγωγή του!)


3.


«Στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τη συμβίωση λαϊκού κράτους και εγκλήματος. […] Το 1933 ο Χίτλερ απαγόρευσε τη δημοσίευση του κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 1934. Κι έτσι έγινε. Η πανουργία της δικτατορικής μυστικοπάθειας συνίστατο στην απλή αλλά δραστήρια προσφορά προς την γερμανική πλειοψηφία: “Αυτό που εσείς, αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες, δεν επιτρέπεται να γνωρίζετε, δεν πρέπει να το γνωρίζετε!”. Με αυτό τον τρόπο μπορούσαν οι πολλοί επικαρπωτές και επικαρπώτριες του εθνικοσοσιαλιστικού λαϊκού κράτους, αντί της προσωπικής ευθύνης, να μην ενδιαφέρονται καθόλου για το από πού έρχονταν όλα αυτά τα πολλά μικρά ωφελήματα, τα οποία έπαιρναν χάρη στην πολιτική του εγκλήματος, και να έρχονται σε μια μη ομολογούμενη, παθητική συνενοχή με τους δραστήριους δολοφόνους. Έτσι απλά αφέθηκε να ναρκωθεί μόνιμα η συνείδηση, το “θέλω να ξέρω”και αργότερα η μνήμη τόσο πολλών Γερμανών. […]».


Γκετζ Άλυ, Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ (2005),

μετάφραση Νίκος Δεληβοριάς, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ (2009)




Σημ. του H.S. Υπάρχει κάτι το δυσνόητο στα παραπάνω; Δεν μας είναι όλα αυτά πολύ γνωστά, όχι από τα βιβλία της Ιστορίας αλλά από όσα έχουμε ζήσει εμείς οι ίδιοι, ακόμα και οι νεώτεροι; Χρειάζονται τάχα σκιάχτρα για να τρομάξουμε;

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Μετά...



Το ξέρω,
οι καιροί είναι δύσκολοι
αλλά μην ξεχνάμε ότι
μετά τον πόλεμο
έχει πλάκα!
 

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Πολλά τα ψέματα που ειπωθήκαν ως εδώ…



Αυτοί που τάσσονται ενάντια στο Μνημόνιο
κι ακόμα περισσότερο αυτοί που
ξεσπαθώνουν ενάντια στον καπιταλισμό,

λένε ότι την επαύριο της πτώσης του
δεν θα έχουμε κινητά τηλέφωνα
πετρέλαιο
ανταλλακτικά αυτοκινήτων,
internet ίσως κάποιες ώρες μες τη μέρα
αλλά συνήθως όχι
κι ότι μια σειρά τροφίμων στα οποία έχουμε συνηθίσει
θα λείψουν?

ότι κάθε βράδυ θα χρειαστεί 
να ανάβει καλοριφέρ σε ένα μόνο διαμέρισμα
όπου θα μαζεύεται όλη η πολυκατοικία
και θα θυμηθούμε τα παιδικά μας χρόνια
που αφήναμε τη σόμπα για να πάμε 
να κοιμηθούμε σε κρύες κρεβατοκάμαρες?

ότι θα ξαναπιάσουμε τα ποδήλατα
και θα βάλουμε μπροστά το "αρχαίο περπάτημα?"
ότι θα μπαίνει μια κατσαρόλα στη φωτιά
γιά πολλές οικογένειες
κι ότι θα χρειαστεί να ξαναπιάσουμε την τσάπα
και κάποια ξεχασμένα επαγγέλματα?

Κι ότι αυτά θα διαρκέσουν χρόνια
κι όταν ξανασταθούμε στα πόδια μας
η ζωή θα'ναι πολυ διαφορετική
απ' αυτή που συνηθίσαμε ως τώρα?

Κι αν δεν λένε δημόσια τέτοια αντιδημοφιλή πράγματα
δεν καταλαβαίνουν ότι τέτοιες εικόνες
περνάνε απ' όλα τα μυαλά?

Δεν καταλαβαίνουν ότι όταν αντιπαρατίθενται δημόσια
με τους υποστηρικτές της "Ευρωπαϊκής Προοπτικής"
όλα τ' αυτιά είναι τεντωμένα?
Κι  ότι η έλλειψη κουράγιου ν' αφήσουνε τις αοριστίες
και να μιλήσουν με λόγια που έχουν ξανά σημασία,
απλά μεγαλώνει τη σύγχυση και βαθαίνει τον πανικό? 

Όμως η ειλικρίνεια θα 'ταν μια καλή αρχή.
και το κουράγιο να ειπωθούν όλα ανοιχτά
θα΄δινε κουράγιο.
Το κουράγιο που δίνει η περηφάνεια και το πείσμα
πως ό,τι πετύχουμε θα το  καταφέρουμε
με το δικό μας μυαλό και τα δικά μας χέρια.

Τα λένε όλα αυτά τουλάχιστον στον εαυτό τους?
Αναμετρώντας τις δυνάμεις τους?
Γιατί αυτός είναι ο λόγος που ο περίφημος Ελληνικός λαός
που έγινε μεσαία τάξη-βαριά αλογόμυγα
διατηρεί τη ψυχραιμία του.
Δεν είναι διατεθειμένος να εκπέσει υλικά
Δεν είναι διατεθειμένος 
να απαρνηθεί κάποια
απτά υλικά αγαθά
για κάποια άλλα, άϋλα κι αφηρημένα.
Ούτε καν διανοείται να ανασκουμπωθεί
και να καταβάλει κοινωνικό μόχθο
άρα, κάθεται στ’ αβγά του περιμένοντας ένα θαύμα.

Θέλει ένα συγκεκριμένο επίπεδο ζωής
εντός ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού πλαισίου
ας πούμε προηγμένου και ευρωπαϊκού
χωρίς να εξετάζει πως διασφαλίστηκε
από την Ευρώπη ένα τέτοιο επίπεδο
επί τέσσερις αιώνες
και... η Αιθιοπία ας τα βγάλει πέρα μόνη της
Ούτε να μπαίνουν θέλει
τέτοια ενοχλητικά θέματα,
ούτε απ΄ τους νταβάδες
να ξεκόψει θέλει

Αλλά τώρα που ειπώθηκε σ΄ αυτόν το λαό
σ΄ όλους τους τόνους
ότι είναι παρείσακτος στη Δύση
και τα πράγματα από μόνα τους 
πάνε προς κάποιου είδους πτώχευση
μοιάζουν όλοι αυτοί οι πολιτικοί επιχειρηματίες
με ΄κείνους τους φτωχοδιάβολους
που η γυναίκα των ονείρων τους 
παρατημένη από τον πολύφερνο εραστή της
κυττάζει αλαφιασμένη δεξιά και αριστερά
και ελπίζουν ότι ήρθε η ώρα 
να γαμήσουνε και αυτοί !
Και μασάνε τα λόγια
και αρχίζουν τα καραγκιοζιλίκια
ξεχνώντας ότι έχουν να κάνουν με 
ένα εξαιρετικά έμπειρο μάτι ! 

Όμως ο Τσώρτσιλ, φερ΄ειπείν, σε μια πολύ
 ευνοϊκότερη ιστορική στιγμή
 όταν άρχισαν οι Γερμανικοί βομβαρδισμοί
και υπό την απειλή της εισβολής
σε διάγγελμά του προς το βρετανικό έθνος
το ξεκαθάρισε :
«’Εχουμε  εμπλακεί σε πόλεμο με τον
δυναμικότερο λαό της Ευρώπης.
Δεν σας υπόσχομαι παρά αίμα ιδρώτα και δάκρυα»
Μετά καθόρισε τι έπρεπε να γίνει.
Μ’ αυτό τον τρόπο έκανε ένα συμβόλαιο με τον αγγλικό λαό.
Ό ίδιος κοιμόταν ελάχιστα, δούλευε  ακατάπαυστα
και κάθε βράδυ ήταν στο ραδιόφωνο δίνοντας θάρρος.
Μάλιστα ούτε το χιούμορ του έλειψε ανακοινώνοντας
στο τέλος μιας  ήσυχης μέρας
που δεν είχε συμβεί καμμία καταστροφή:
No news good news.
Αλλά ο Τσώρτσιλ είχε να κάνει μόνο με τους Γερμανούς.
Εμείς έχουμε να κάνουμε με μια παγκόσμια τάξη
και τους εαυτούς μας

Όλοι αυτοί λοιπόν που κάνουν αλλεπάλληλες
οικονομικές προτάσεις
και αναλώνονται σε συζητήσεις για την πραγματική οικονομία
δεν μας λένε ποια είναι η πνευματική τους αρχή
και δεν μας εξηγούν πώς, από ένα λαό
που χάθηκε μέσα στη σύγχυση
θα αντλήσουν τις δυνάμεις
για μια πορεία προς την ψυχική οικονομία
και την αξιοπρέπεια. 




                                                                       Β.Η
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...