Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Home for Christmas

Μιμίκα Λ.
Έχω βρεθεί καταχείμωνο στην Ικαρία, τότε που οι λιγοστοί κάτοικοι λουφάζουν περιμένοντας να περάσουν οι δύσκολες εποχές. Αγριεμένος ο καιρός, τρία μέτρα ψηλή η θάλασσα, ορμάει με πάταγο στην προκυμαία και η νύχτα προμηνύεται όλο βουητό και αντάρα. Ο Αρμενιστής, ένα παλιό ψαροχώρι, εκτεθειμένο στους βορεινούς καιρούς, δεν κρατάει το χειμώνα πάνω από τριάντα ανθρώπους. Όσοι δεν κάθονται γύρω από τη σπιτική φωτιά μαζεύονται στον καφενέ, τραβούν τα παραθυρόφυλλα και τις ξύλινες πόρτες που μαστιγώνονται από θαλασσινές ριπές. Παλιοί ναυτικοί και μετανάστες που γύρισαν ύστερα από χρόνια στην Αμερική, βολεύονται γύρω απ’ τη σόμπα, ψήνουν κάστανα και πίνουν ρακί.
Ο μπάρμπα-Δημήτρης, ο Κόχυλας, ο καφετζής, άρχοντας της λιτότητας, αράζει σ’ έναν πάγκο στη γωνία, χωμένος σ’ ένα βαρύ δερματόδετο βιβλίο που αν κανείς κάνει τον κόπο και πλησιάσει, θα διαβάσει: “Απομνημονεύματα του Στρατηγού Σαράφη„. Η γυναίκα του, η κυρά-Μαρία, όρθια στην άλλη γωνία, στην κουζίνα, τηγανίζει ψαράκια που τσιτσιρίζουν στο τηγάνι της. Ο καφενές τρίζει από την επίθεση των καιρών και όσοι είναι μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα ξαναμμένοι από τη ρακή, το ρίχνουν στη συζήτηση για τα καράβια που έπιαναν παλιά στην Ικαρία.
Το μεγάλο ερώτημα που ρίχτηκε στη κουβέντα, είναι: “Πότε ήρθε για τελευταία φορά το Μιμίκα Λ. στον Αρμενιστή„. Ήταν το ’47 ή το ’49; Για όσους δεν ξέρουν τι λαός είναι οι Ικαριώτες, πρέπει να πω ότι είναι πρωτομάστορες του καλαμπουριού και των ιστοριών. Όταν άρχιζε ο Στρατής ο Αφιανές ερχότανε μια στιγμή που βρισκόσουνα, χωρίς να το καταλάβεις, κυκλωμένος από παντού να τσαλαβουτάς μέσα στο τραγελαφικό και το παράδοξο. Κι όταν σηκωνότανε όρθιος ο Σταμάτης ο Κόχυλας, ο μεγάλος αδελφός του μπάρμπα-Δημήτρη, που ’χε κι αυτός έναν μικρό καφενέ πάνω από την προκυμαία, κοντός, ξερακιανός, αργομίλητος, τότε απλωνότανε νεκρική σιγή. Κι έπειτα, τα καλαμπούρια. Οι Ικαριώτες   μπορούν να πειράζουν ο έναν τον άλλον για μια ολόκληρη νύχτα. Το κάνουν σαν ένα παιχνίδι που γυρίζει γύρω-γύρω κι αυτός που αρχίζει θα δεχτεί με τη σειρά του τα πειράγματα των άλλων. Άντρες πλατύστερνοι και βαριοκόκκαλοι, γέρνουν πάνω στην καρέκλα και με μάτια που λάμπουν από περιπαικτική διάθεση αμολάν το καλαμπούρι ενώ με τα χοντροδάχτυλά τους τρίβουν το κάστανο και ταυτόχρονα περιεργάζονται μία το θύμα και μία τις αντιδράσεις της παρέας. Ώρες-ώρες ο καφενές σείεται από τα γέλια. Πότε ήταν λοιπόν, το ’47 ή το ’49; Ήταν πριν από το γάμο του Τάσου του Φραγκούλη ή τότε που ο Τσαντίρης ο γέρος γύρισε από το Σικάγο και είπε ότι θέλει ν’ αφήσει τα κόκαλά του εδώ πέρα στα χώματα τα πατρογονικά.
Όποιος δεν καλοθυμάται γίνεται αντικείμενο γενικής θυμηδίας. Μετά η συζήτηση προχωράει στα παλιά καράβια. Το Προπολεμικό «Φρίντο» που έκαιγε κάρβουνο, το «Παντελής», το «Δεσποινάκι» και η «Μαριλένα» πρώην «Κωστάκης Τόγιας».  Μετά ερχότανε το «Μυρτιδιώτισσα» η «Μιμίκα Λ» και τα ιταλικά: ο «Κολοκοτρώνης», ο «Καραϊσκάκης» και το «Έλλη».  Καράβια, φαντάσματα καραβιών που πέρναγαν σαν παλιές γκραβούρες μέσα απ’ την κουβέντα τους.
Αλήθεια, τι απόσταση από το “Μιμίκα Λ.„ μέχρι το “Αιγαίο„! Κι από το Ο/Γ “Αιγαίο„ στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ως τα σήμερα, τέλη του ’90. Παλιά σιδερένια βαπόρια με στρογγυλές πρύμνες, μυτερές πλώρες και ξύλινα καταστρώματα. Παστωμένα με άσπρη λαδομπογιά, με δερμάτινους καναπέδες και ξύλινες επενδύσεις. Το “Αιγαίο„ παλιό και ταλαιπωρημένο διέσχιζε το Ικάριο, βυθιζόταν με την πλώρη μέσα στο κύμα κι όταν σηκωνότανε πάνω από την ίσαλο γραμμή έβλεπες τα μίνια και τις ξεφλουδισμένες μπογιές του. Οι Ικαριώτες όμως ήταν βαθιά δεμένοι μ’ αυτό το πλοίο. Τους έφερνε στον Πειραιά μ’ όλους τους καιρούς κι από κει πίσω στο σπίτι τους. Γέρνανε στις κουπαστές και αγναντεύαν το νησί τους καθώς το καράβι έπλεε κατά μήκος του για μια ολόκληρη ώρα γιατί είναι ένα εξαιρετικά μακρόστενο νησί η Ικαρία.
Όπως το πλοίο έβγαινε από τον Άγιο Κήρυκο και τράβαγε δυτικά παραπλέοντας όλη τη νότια πλευρά του νησιού που την δέρνει το Ικάριο δείχνανε ο ένας στον άλλο με το δάχτυλο, και ονομάζανε με το όνομά τους, όλα τα χωριά, ένα, ένα. Γέροι με χοντρά τζην και καρρώ πουκάμισα φοράγανε εκείνα τα παλιά αμερικάνικα γυαλιά με τον μαύρο σκελετό που έδιναν οι αμερικάνικες κοινωνικές υπηρεσίες, το αμερικάνικο ΙΚΑ, στη δεκαετία του ’60. Στις πλάτες τους κρεμόταν ο γυλιός φτιαγμένος από δέρμα κατσίκας με το τρίχωμα προς τα έξω. Γυναίκες μαντηλοδεμένες, νύφες, γαμπροί, παιδιά.
Διακρίνανε τα χωριά το ένα μετά το άλλο και στο τέλος πια τον Μαγγανίτη και μετά το Καρκινάγρι, που κρέμονταν πάνω στον απόκρημνο βράχο. Ξεχώριζαν το δρόμο που χρόνια τώρα πάσχιζε, με τις μπουλντόζες και τα φουρνέλα, ν’ ανοίξει η ΜΟΜΑ για να ενώσει το νησί. Κι όταν προσπέρναγαν το ακρωτήριο Παππάς, με τον φάρο του, τότε ήσυχοι πια κατέβαιναν στα σαλόνια του καραβιού και παρέες-παρέες άνοιγαν τα φαγητά με τα κεφτεδάκια και το ψωμοτύρι και τραβάγανε κοντά τη νταμιτζάνα με το κόκκινο Ικαριώτικο κρασί.
Τις ίδιες διαδρομές έκανε και η “Σάμαινα„, αλλά δεν είχε την πατίνα του χρόνου και τον χαρακτήρα που απέπνεε το “Αιγαίο„. Αλλά δεν ήταν μόνο το “Αιγαίο„. Πιο πίσω ήταν το “Μιαούλης„ και το “Κανάρης„ που αλωνίζανε το Αρχιπέλαγος. Και το θρυλικό “Κυκλάδες„. Μικρά καράβια όλα τους, σε σχέση με τα σημερινά, με τη σκάλα των επιβατών που κατέβαινε από τα πλάγια του καραβιού. Όταν πιάνανε στα νησιά της Άγονης γραμμής που δεν είχανε μεγάλους ντόκους, στέκονταν παραέξω, κατέβαζαν εκείνη την τραμπαλιστή σκάλα που τη φοβότανε κι ο Θεός, οι λεμβούχοι ξεκόλλαγαν από την παραλία, η σειρήνα του καραβιού μπουμπούνιζε σ’ όλο τον κόλπο και οι νησιώτες άρχιζαν να κατεβαίνουν με καλάθια, παμπάλαιες βαλίτσες και μπόγους. Μαζί και μερικοί τουρίστες, τα καλοκαίρια, που είχαν γερό ένστικτο πιονέρου. Οι τουρίστες τη γλένταγαν πολύ αυτή την επικίνδυνη περατζάδα από τη σκάλα στη βάρκα και οι ντόπιοι διασκέδαζαν πολύ μ’ αυτούς τους αλλοδαπούς που κάνανε ακροβασίες με τα σακίδια στην πλάτη. Σακίδια που με χαμόγελο κάποιοι αποκαλούσαν "ψεκαστήρες". Σ’ εκείνα τα καράβια θυμάμαι μερικούς από τους τελευταίους λύκους της θάλασσας. Γερά σκαριά, περπάτημα με ανοιχτά τα πόδια πάνω στα καταστρώματα, σκαμμένες φάτσες, βλέμμα γερακιού, σκούρες μάλλινες φανέλες που κλείνανε γυρίζοντας σε χοντρούς λαιμούς. Ο Σκοπελίτης ήταν ο καπετάνιος ενός καϊκιού που λειτουργούσε σαν πόστα ανάμεσα στα μικρά νησάκια της Παροναξίας. Γύρναγε Αμοργό, Κουφονήσια, Ηρακλειά, Σχοινούσα, τα έπαιρνε όλα σβάρνα και είχε έδρα τη Νάξο. Έβγαζε στα νησάκια το ταχυδρομείο, καφάσια με φρούτα και καμιά φορά τα καλοκαίρια ένα-δύο τουρίστες. Αργότερα έφτιαξε μικρό σιδερένιο βαπόρι και το ‘βγαλε “Μαριάννα„.

Κάτω στα Δωδεκάνησα αγκομαχούσε όλο ηρωισμό ο “Πανορμίτης„. Μικρό καραβάκι, έπιανε Κάσο, Κάρπαθο και μια-δυο φορές τη βδομάδα το Καστελόριζο. Είχε έδρα τη Ρόδο και μετά τράβαγε βαριανασαίνοντας προς τα πάνω, Κω, Κάλυμνο, Πάτμο, Λειψούς και έφτανε μέχρι το Πυθαγόρειο της Σάμου. Τούτο το καράβι το πήρα μια φορά το ’84 από τη Ρόδο για τη Σάμο, Οκτώβρη μήνα, με μεγάλη θαλασσοταραχή. Όλη τη νύχτα οι λιγοστοί επιβάτες, σιωπηλοί, κατάχλωμοι, είχαν πέσει στους καναπέδες, είχαν κουκουλωθεί μέχρις απάνω κι έδιναν αγώνα για να μην ξεράσουν, ενώ το καράβι μπατάριζε μια δεξιά και μια αριστερά. Το μπότζι βάραγε από κάτω την καρένα και όλο το σκάφος έτριζε, ενώ η θάλασσα μαστίγωνε και έλουζε τα παράθυρα. Το μπαρ, που μέχρι μια στιγμή μοίραζε κρύες τυρόπιτες και τούρκικους καφέδες σε πλαστικά κυπελλάκια, είχε ερημώσει. Τα φώτα είχαν χαμηλώσει και ο καφετζής είχε διακριτικά αποσυρθεί. Το πλοίο έμοιαζε αφημένο στην τύχη του. Την αυγή ο καιρός έπεσε και σταμάτησε αρρόδω σ’ ένα νησάκι που το λένε Αρκοί. Βγήκαμε στις κουπαστές και αγναντεύαμε τον βραχότοπο. Ούτε χωριό ούτε λιμάνι φαινόντουσαν πουθενά. Η σειρήνα ακούστηκε κάμποσες φορές και ύστερα απλώθηκε σιωπή. Δέκα λεπτά αργότερα βγήκε από έναν κρυμμένο όρμο μία βαρκούλα. Όρθιος έλαμνε ένας γέρος ψαράς και δίπλα του είχε ένα αγόρι. Ανεβάσανε κάμποσους τενεκέδες και πήρανε κάτω κάτι καλάθια. Καθώς το καράβι έκανε στροφή και απομακρυνότανε γοργά, είδα το γέρο και το παιδί να κωπηλατούνε ήσυχα προς τα πίσω.
Τον Αύγουστο του ’85 το ίδιο καράβι πηγαίνοντας από Καστελόριζο για Ρόδο, περίμενε για δύο ώρες τον καπετάνιο του, σημαίνοντας τη σειρήνα του, γιατί αυτός γλένταγε στην παραλία μ’ όλο το νησί που τον αποχαιρέταγε επειδή αυτό ήτανε το στερνό του ταξίδι. Τόσα και τόσα χρόνια ήταν ο περαματάρης τους. Αυτός τους πηγαινόφερνε στη Ρόδο. Μας τον φέρανε στους ώμους με κιθάρες και τραγούδια:
“Ο καπετάνιος είναι λυπημένος,
γιατί έχει θάλασσα κι αυτός είναι αραγμένος„
Τούτος δω ήτανε ένας Ροδίτης θαλασσόλυκος αψύς και αγριεμένος από το ποτό και το γλέντι. Μόλις ανέβηκε στη γέφυρα, όρμησε στη σειρήνα και έφερε τον πανζουρλισμό, ενώ οι νησιώτες δεν σταμάταγαν τα τραγούδια και τις ζητωκραυγές, προσπαθώντας να σπρώξουν λίγο παραπέρα τη θλίψη που έρχεται μετά την έκσταση. Ενώ το καράβι χανότανε στη σκοτεινιά ακούγαμε τους τελευταίους ήχους από ένα γλεντοκόπι που συνεχιζότανε για λίγο ακόμα χωρίς τον πατέρα του. 
                 
Χρόνια μετά, στα τέλη του ’98, είμαι πάνω σ’ ένα απ’ αυτά τα σύγχρονα καράβια, με τα πλατιά γκαράζ, τις μοκέτες και τις ψευδοδιακοσμήσεις. Σκέφτομαι όλα εκείνα τα παλιά σκαριά. Σα να μυρίζω ακόμα τις μυρωδιές τους. Το λάδι από τις μηχανές τους και τις φρέσκες μπογιές τους. Σαν να τα βλέπω με τους ναυτικούς τους κι όλους εκείνους τους παλιούς νησιώτες που ταξίδευαν μ' αυτά. Η θύμησή τους με γλυκαίνει. Σαν βάλσαμο πάνω σε μια ανήσυχη ψυχή. Παλιά χρόνια. Παλιά βαπόρια! Κι όμως και τούτο δω το καράβι νοιώθω πως κάτι έχει να μου πει.

Όμορφο θαλασσινό ταξίδι από τη Ρόδο στον Πειραιά. Τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη, προπαραμονή Χριστουγέννων. Βαριά θάλασσα, ουρανός γεμάτος σύννεφα που φωτίζονται στις κορφές τους από τον ήλιο που δύει πίσωθέ τους. Η Ρόδος χάνεται πίσω μας και το καράβι είναι όλο ζωή. Η πρύμνη γεμίζει από κόσμο που περιδιαβαίνει. Παρέες πάνε κι έρχονται. Ο Καλύμνιος με το ναυτικό καπελάκι, κόντρα πρύμνα κάτω από τον ιστό της σημαίας, ανάβει τσιγάρο. Μουντάδα και θολούρα μας περιμένουν προς τα πάνω. Τα δελτία καιρού είναι απειλητικά. Ακούστηκε ότι το καράβι θα ποδίσει στο μεγάλο φυσικό λιμάνι της Λέρου, μα ο καπετάνιος βγήκε στα μεγάφωνα, αγριεμένος με τις διαδόσεις και καθησύχασε τους επιβάτες. Στα δεξιά μας ξεπροβάλλουν απόκρημνες οι ακτές της Μ. Ασίας. Ένα καράβι, στις παρυφές του Χειμώνα, διασχίζει την παραμεθόριο. Πάνω του είμαι ’γω, χωρισμένος από τη γυναίκα που αγαπώ, και που είναι για μένα μια χαμένη πατρίδα. Εγώ ένας περιπλανώμενος, ένας νομάδας, υπήρξα πάντα ένας άνθρωπος των δρόμων.  Εγώ που λάτρεψα τους σταθμούς και τα λιμάνια ένοιωθα για ’κείνη τη γυναικεία αγκαλιά όπως άλλοι για μια πατρίδα ή ένα σπίτι. Σηκώνω την κουκούλα, ανάβω τσιγάρο κι αυτή είναι μια από τις λίγες στιγμές που νοιώθω μια γλυκιά θαλπωρή. Ανάμεσα στη Ρόδο και την Αθήνα μέσα στα καταχείμωνα, τυλιγμένος στη μουσαμαδιά μου, αρκούμαι για την ώρα στον εαυτό μου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πάνε για Χριστούγεννα, γεμίζουν τα καταστρώματα, γεμίζουν τα σαλόνια, τα κάνουν όλα γιορτινά. Αυτό το καράβι είναι μια ζεστή φωλιά. Για 16 ώρες θα ‘ναι το σπίτι μου. Μεγάλο πράγμα αυτό για μένα, τέτοιες εποχές, τέτοιους καιρούς όπου πουθενά δεν υπάρχει αναπαμός, πουθενά δεν υπάρχει σπίτι.

                                                                                    Β.Η   ’98 

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Κρισολογία, κρίσεις και κρίση



Εδώ και σαράντα χρόνια ακούω διαρκώς, από πρώτο χέρι, τη λέξη «κρίση». Θυμάμαι π.χ. ακόμα κάτι διαβασμένους τροτσκιστές να μιλάνε το 1973 για «κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου» − κι από κοντά διάφορα άλλα παρακλάδια «συνεπών» μελετητών του Κεφάλαιου και όλων των Grundrisse με τις υποσημειώσεις τους μαζί (ακόμα κι εγώ στρώθηκα και μελέτησα ίσαμε κι ένα «Ανέκδοτο κεφάλαιο του Α΄ βιβλίου του Κεφάλαιου», που είχε βγάλει το 1971 ο γαλλικός οίκος 10/18) −, πάντοτε βέβαια εννοώντας ότι η κρίση είναι θανάσιμη και όπου να ’ναι ο καπιταλισμός πάει στον κουβά. Αλλά για κρίση, και κρίση «σοβαρότατη» και πάσης φύσεως (οικονομική,πνευματική, οικολογική, κ.ο.κ.), μιλούσαν και άνθρωποι του συστήματος, απολογητές του ή περί αυτό, που διόλου δεν είχαν κατά νου το γκρέμισμά του. Ιδού λ.χ. τι είχα ψαρέψει επί του θέματος από ένα «πρώην ξέγνοιαστο» περιοδικό και αναδημοσιεύσει στο Τέλος του Εικοστού Αιώνα το Σεπτέμβρη του 1981: «Μετά τη σημερινή κρίση,πολλά προβλήματα θα έχουν βρει τη λύση τους ή τουλάχιστον νέες λύσεις θα έχουν δοθεί στα σημερινά προβλήματα. Μετά την κρίση. Το ζήτημα είναι πως τώρα βρισκόμαστε μέσα στον τυφώνα και πως τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, και κανείς δεν μπορεί να πει πότε θ’ αρχίσει η “ανάκαμψη”» (περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ,30/7/1980, παρακαλώ!).

Σαράντα χρόνια δεν είναι πολλά,αλλά δεν είναι και λίγα για να βγάλει κανείς κάποιο συμπέρασμα. Αν μάλιστα προσθέσω σε αυτά και τις άπειρες δεκαετίες, που μαθαίνω από δεύτερο χέρι(βιβλία) ότι η λέξη «κρίση» σερνόταν ακριβώς όπως σε αυτά, τότε θα έλεγα πως ένα συμπέρασμα όχι απλώς μπορεί να βγει, μα επιβάλλεται κιόλας!


Εάν η κρίση ήταν ακριβώς αυτό που πιστεύουν οι μαρξιστές από τότε τουλάχιστον που ο μεγάλος εκείνος Καρλ δημοσίευσε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, τουτέστιν κρίση θανάσιμη, τότε ασφαλώς ο καπιταλισμός θα είχε γκρεμιστεί εδώ κι έναν αιώνα. Γιατί δεν γίνεται να ισχυρίζεται κανείς επί κοντά διακόσια χρόνια, ότι κατέχει την «επιστημονική γνώση των νόμων που κινούν την καπιταλιστική κοινωνία» και ότι με βάση αυτή τη γνώση η διάγνωσή του είναι πως «η κρίση του καπιταλισμού είναι θανάσιμη», κι αυτός ο ρημάδης ο ασθενής να μην πεθαίνει! Κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτή την επιστήμη. Από την άλλη, εάν η κρίση ήταν αυτό που πιστεύουν κάθε φορά οι απολογητές του συστήματος από τότε τουλάχιστον που θέλησαν − στηριγμένοι στις δικές τους, «επιστημονικές» γνώσεις − να διαψεύσουν την προφητεία του Μαρξ,τότε ασφαλώς το σύστημά τους δεν θα έπεφτε από κρίση σε κρίση, ούτε θα πέφτανε από τα μπαλκόνια από καιρού εις καιρόν. Άρα και η δική τους «κρισολογική επιστήμη»μπάζει τόνους νερά.


Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να βάλουμε, έστω και σχηματικά, τα πράγματα σε μια τάξη. Ο αγώνας αυτοσυντήρησης που δίνει κάθε κοινωνικό σύστημα, είναι διμέτωπος: από τη μια μεριά προς τα μέσα, για την εσωτερική του συγκρότηση και συνοχή, μέσα από τη συστηματοποίηση των πολυποίκιλων ζωντανών δυνάμεων με τρόπο ώστε να αντλεί από αυτές ενέργεια χωρίς να ανατρέπεται από τη χαοτικότητά τους∙ και από την άλλη προς τα έξω, για την αντιμετώπιση άλλων συστημάτων που είτε το απειλούν, είτε του στερούν ζωτικούς πόρους. Επομένως, ένα κοινωνικό σύστημα μπορεί να περάσει κρίσεις είτε στο ένα μέτωπο, είτε στο άλλο, είτε και στα δυο μαζί.

Δεν είναι όμως κάθε κρίση που περνάει ένα κοινωνικό σύστημα οπωσδήποτε συστημική, ούτε κατ’ ανάγκη θανάσιμη. Μια σειρά από κρίσεις, μπορεί να είναι κρίσεις ανάπτυξης του συστήματος: τέτοιες μπορούμε να πούμε πως ήταν,σε ό,τι αφορά το καπιταλιστικό σύστημα, οι κρίσεις περί τη λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση. Άλλες μπορεί να είναι κρίσεις επέκτασης: π.χ. αυτές περί την ιμπεριαλιστική επέλαση του καπιταλισμού. Άλλες κρίσεις, μπορεί να είναικρίσεις προσαρμογής σε πιο διευρυμένα δεδομένα: π.χ. οι κρίσεις που ακολούθησαν την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την εισβολή του κεφαλαίου στην Κίνα.


Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα «μετρητή σοβαρότητας» της κρίσης, για να καταλάβουμε τι είδους κρίση είναι. Ποιο θα μπορούσε να είναι το «μέτρο» του; Μα ασφαλώς η κατάσταση του ανθρωπολογικού τύπου, ο οποίος συνέχει και ζωογονεί το συγκεκριμένο σύστημα. Διότι κάθε κοινωνικό σύστημα συγκροτείται κατά πρώτιστο λόγο επάνω σε μια ορισμένη αντίληψη για τον άνθρωπο και το ανθρώπινο (άρα και το απάνθρωπο), την οποία κατορθώνει να παρουσιάζει ως καθολική και η οποία αποτελεί το ζωντανό συνδετικό υλικό όλων των άλλων εκδηλώσεών του (θεσμοί, ήθη, κ.ο.κ.).


  • Εφόσον αυτός ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος παραμένει σφριγηλός, οι κρίσεις που βλέπουμε δεν είναι παρά «τοπολογικές», ας πούμε, μεταλλάξεις του συστήματος: αναπτύξεις, επεκτάσεις ή προσαρμογές του χωρίς κατάργηση της «ιδιοπροσωπίας» του.

  • Κρίση συστημική, επομένως, έχουμε μόνο από τη στιγμή που − ακόμα κι αν κανένα κύμα δεν ταράζει ακόμα την επιφάνεια! − ματαιώνεται, διαρρηγνύεται και πλήττεται ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος.

  • Αλλά η συστημική κρίση δεν πρέπει να θεωρείται, εσπευσμένα, ως θανάσιμη. Θανάσιμη κρίση ενσκήπτει όταν, ενώ μαίνεται κρίση συστημική, κάνει την εμφάνισή του και προελαύνει, μέσα από ζωντανά παραδείγματα − έστω και «αθόρυβα» ακόμα −, μια νέα αντίληψη για τον άνθρωπο, ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος.

Είναι λοιπόν σημαντικό, για να τσεκάρουμε το «μετρητή» μας, να εξετάσουμε την κατάσταση του κυρίαρχου σήμερα ανθρωπολογικού τύπου. Όμως ποιος ακριβώς είναι αυτός;


Εδώ είναι το μεγάλο «τυφλό σημείο» των περισσότερων αντίπαλων του κυρίαρχου συστήματος! Έχοντας γοητευτεί από τη φαινομενική ευταξία της θεωρίας της υπεραξίας, αναλώθηκαν και αναλώνονται σε μετρήσεις των αυξομειώσεων του ποσοστού της, και για το πραγματικά καυτό ζήτημα, για τη φύση του κυρίαρχου ανθρωπολογικού τύπου − το«τι τύπος ανθρώπου είναι ο κυρίαρχος τύπος στον καπιταλισμό;», για να το πω απλουστευτικά −, δεν έχουν να πουν παρά δυο-τρεις πολύ φτωχές κοινοτοπίες: «άπληστος, επιθετικός, τυφλωμένος με το κέρδος, εγωκεντρικός», κ.λπ. Μόνο που, αν ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος ήταν μόνο αυτά, δεν θα μπορούσε να είχε στήσει ούτε κοινωνικό σύστημα,ούτε καν πολιτικό σώμα, πολύ δε λιγότερο ένα σώμα κυρίαρχων ιδεών! Κι ούτε,βέβαια, θα είχε πετύχει να επιβάλλει σε καθολική κλίμακα ένα τόσο ισχυρόσύμβολο και ταυτόχρονα σύστημα, το χρήμα!


Είναι λοιπόν επείγον να επιδιορθώσουμε − για να μην πω: κατασκευάσουμε εξ αρχής − το δικό μας «μετρητή σοβαρότητας της κρίσης». Είναι επείγον να κατανοήσουμε βαθύτερα τον κυρίαρχο ανθρωπολογικό τύπο. Να δούμε από πού αντλεί «καύσιμα», τι τον ενθουσιάζει, τι τον συντηρεί και τι τον συνέχει∙ ώστε να βρούμε, μετά, και τι τον«αρρωσταίνει».


Επί τροχάδην, ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος:


  • αντλεί καύσιμα από τη γενέθλια εναντίωσή του στην εμπρόσωπη απολυταρχία∙
  • τον ενθουσιάζει η ιδέα της «εξατομίκευσης», τόσο ως απόλυτης κατάφασης της ιδιωτικότητας όσο και ως δυνατότητας εξίσωσης της ατομικής του περιουσίας με τον πλούτο όλου του κόσμου∙
  • συντηρείται από την υπαγωγή των ενεργειών του σε ένα σύστημα, όχι απολυταρχικού τύπου αλλά του απρόσωπου τύπου ενός τεχνικού συστήματος∙ και
  • συνέχεται από το όραμα της τεχνικής υπέρβασης όλων των ορίων και τον τεχνολογικό μεσσιανισμό (ακόμα και με την έννοια της προσδοκίας, ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας θα θάψει τον καπιταλισμό).
Όπως καταλαβαίνετε, ο βασικός ίσως λόγος που η φύση του κυρίαρχου σήμερα ανθρωπολογικού τύπου αποτελεί το μεγάλο «τυφλό σημείο» των περισσότερων αντίπαλων του κυρίαρχου συστήματος, είναι πως, αν τον έβλεπαν καθαρά, θα έβλεπαν σε αυτόν και το δικό τους πρόσωπο!
Αν όμως προσπαθήσουμε να δούμε καθαρά κι αν βάλουμε αυτά τα δεδομένα στο «μετρητή»μας και τον κουρδίσουμε, τι λέτε ότι θα μας δείξει αναφορικά με τη σημερινή κρίση;
---
Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά τον Ίζι για την πάσα!

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ευρώπη, θα σε κλάψουν μόνο οι νεκροί του Βερντέν!


Βερντέν
Και οι νεκροί όλων των Ευρωπαϊκών πολέμων σου!

           Κύριοι Ευρωπαϊστές νομίζω ότι κάνατε λάθος! Κατ’ αρχήν πείτε μου αν υπάρχει Ευρώπη! Ή αν για λίγο υπήρξε! Γιατί Γερμανία ναι, υπάρχει! Και η Γαλλία υπάρχει! Και Ιταλία! Και Ελλάδα! Αλλά Ευρώπη? Έπειτα μία χώρα ζωντανή έχει κατοίκους. Έχει πολίτες. Και ποιοι είναι οι πολίτες της Ευρώπης? Οι μόνοι πραγματικοί Ευρωπαίοι ήταν οι Εβραίοι! Γιατί δεν είχαν άλλη πατρίδα. Μίλαγαν όλες τις γλώσσες της! Ήταν πραγματικοί κοσμοπολίτες! Μα αυτούς τους κάψαμε! Τους κυνηγήσαμε παντού! Και τους κλείσαμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και τους στείλαμε στην Παλαιστίνη! Να δακρύζουν για τη χαμένη Κρακοβία!
           Και ποιοι θα μπορούσαν σήμερα να είναι οι πιο ένθερμοι πολίτες της Ευρώπης?  Μα φυσικά  οι ξένοι της, οι σκουρόχρωμοι μετανάστες. Γιατί ούτε αυτοί έχουν πατρίδα. Και τι πειράζει αν είναι schwarzkopf ή svartskalle ή μαυροκέφαλοι? Και τι τρέχει με την επιδερμίδα? Σε μια υπογεννητική Ευρώπη! Το πολύ-πολύ τα καινούργια παιδιά να γεννηθούν πιο σκούρα! Αλλά και γι’ αυτούς υψώσαμε φράχτες. Και ξανασηκώνουμε τα εσωτερικά σύνορα! Και χτίζουμε καινούργια στρατόπεδα! Για να πληρωθεί το ρηθέν: Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ευρώπη έκλεισαν μόνο προσωρινά.
          Αυτοί οι «παθιασμένοι» προκαλούν ναυτία στους γηγενείς. Η επική Έξοδος από τις χώρες τους ξυπνάει κρυφό φθόνο. Δέκα ζωές δεν θα έφθαναν στον καλοζωισμένο και εξασθενημένο Δυτικό άνθρωπο για να ζήσει τη νιότη και την αρχαιότητα ενός τέτοιου ταξιδιού. Να λοιπόν γιατί απλώνουμε ξανά συρματοπλέγματα –επικίνδυνα μας πλησιάζει η πραγματική ζωή!
           Και τι σχέση μπορεί να έχει κύριοι Ευρωπαϊστές η «οικοδόμηση» της Ενωμένης Ευρώπης με το χτίσιμο της Αμερικής? Τι σχέση μπορεί να έχει η Διακήρυξη Ανεξαρτησίας με τη «Συμφωνία Άνθρακος και Χάλυβος?» Συγκρίνοντας θα ήταν σαν να συγκρίναμε ένα γάμο από έρωτα, όπου το καλό γαμήσι είναι εγγυημένο, με ένα προξενιό και έναν λυμφατικό γάμο συμφέροντος. Η Αμερική μπορεί να φτιάχτηκε από καθάρματα αλλά γοητευτικά καθάρματα, που έπαιξαν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα. Κοιτάξτε τη μανιασμένη πορεία προς τα Δυτικά, τη μυθολογία και τη γοητεία που ακόμα ασκεί το γούεστερν σε όλον τον κόσμο. Ναι, μπορεί να βασίστηκε σ’ ένα έγκλημα η Αμερική, τη σφαγή των Ινδιάνων και θα πληρώσει γι’ αυτό, αλλά τουλάχιστον ήταν ένα έγκλημα που περιείχε αίμα. Ναι, μπορεί να φτιάχτηκε από καθάρματα η Αμερική αλλά τουλάχιστον δεν φτιάχτηκε από τραπεζίτες!
        Διαβάστε κύριοι Ευρωπαϊστές κείμενα της εποχής. Νοιώστε, αν μπορείτε, τη δίψα για γη, την αγάπη για την ελευθερία και την περιπέτεια. Νοιώστε τον ενθουσιασμό για τη γέννηση ενός έθνους! Διαβάστε τέλος πάντων τον Walt Whitman! Πού είναι κύριοι οι ποιητές σας?
           Ναι, θα μπορούσε να φτιαχτεί μια χώρα που να λέγεται Ευρώπη. Αλλά θα χρειαζόταν ένα νέο 1789! Ή ένα άλλο 1848! Ή μια δεύτερη Κομμούνα που επιτέλους κρατάει το Παρίσι! Ή η είσοδος και συνάντηση του Ρήγα Φεραίου με τον Γαριβάλδη στη Βιέννη! Ή ένα νικηφόρο γερμανικό 1919 μετά το ρωσικό ’17! Ή ένα άλλο ’68!
           Δεν χρειάζεται νόμισμα η Ένωση, αίμα κοινό χρειάζεται για να υπάρξει!
          
           Και τι είναι η Ευρώπη χωρίς τη Ρωσία;
        
       Και η Ελλάδα υπήρξε η μάνα της Ευρώπης! Όχι αυτή η κουρασμένη μήτρα που αρνιέται να γεννήσει, ούτε το μικρό Ελλαδικό χωριό που ζητιανεύει αλλά η άλλη, εκείνη του Ομήρου. Κι εκείνη που συνωστιζόταν μέσα στα εργαστήρια Λόγου της αρχαίας Αγοράς. Κι εκείνη του Ντελακρουά!
        Και μας ξεπλήρωσε η Ευρώπη. Μας έστειλε εδώ κάτω τους φιλέλληνες. Μα ήταν ξένοι οι φιλέλληνες? Όχι, ήταν Έλληνες, με ξένα διαβατήρια. Και τους θυσιάσαμε εμείς στη μάχη του Πέτα!

            Και τι μπορούν να κάνουν οι κάτοικοι της σημερινής Ελλάδας?

           Μα αυτοί άφησαν το σπίτι τους σε ξένα χέρια!
           Υπάρχει ακόμα αυτός ο λαός?  Έχει ακόμα γραφή?
           Και σε ποιες πόρτες άφησε τα παιδιά του?

         Χωρίς αμφιβολία, Μνήμη, θα μπορούσαν να ρίξουν ένα βέλος από μακριά σαν τον Εκηβόλο Απόλλωνα, αλλά για το ρίξιμο ενός τέτοιου βέλους, μέσα σε δυστυχισμένο σπίτι, χρειάζεται απόσταση από τα σημερινά φτωχά πράγματα.
         Πρέπει να είναι ένα βέλος που ρίχνεται από πολύ μακριά. Που ρίχνεται από ένα τόπο πολύ αγαπημένο και χτυπάει ίσια στην καρδιά. Και χρειάζεται αυτή η χώρα γύρω απ’ το Αιγαίο, για μια τέτοια φοβερή ριξιά, χρειάζεται λέω, όλη της τη δύναμη και όλη της την ομορφιά. Χρειάζεται να ανασκάψει όλο της τον εαυτό.
          Και χρειάζεται να ξέρει ο σκοπευτής όχι μόνο την τέχνη τού να ρίχνεις με το τόξο, αλλά να ξέρει τόσο καλά τον εαυτό του και να νοιώθει τόσο βαθιά μέσα του την πορεία του βέλους που πετάει που να μπορεί να ρίξει με δεμένα μάτια. Ίσια μέσ’ στο στόχο!
…Αν ξέρω Ευρώπη, πόσο περιμένεις μια τέτοια σαϊτιά!
Μα την πίστη μου αναλάβαμε να κάνουμε μια δουλειά και θα την τελειώσουμε. Εγώ και οι φίλοι μου.



                                                                                                          Β.Η.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Τέλος εποχής

Δεν υπάρχει κάτι πιο κοινότυπο να πει κάποιος από το ότι η εξουσία ψεύδεται συνεχώς και αδιάλειπτα. Για όσους κυβερνούν, το ψέμα υπήρξε ανέκαθεν ο βασικός άξονας με τον οποίον διευθύνουν την κοινωνία.

Το πρόβλημα με το ψέμα είναι ο τρόπος που θα περάσει μέσα στη «αγορά» για να γίνει πιστευτό. Η τέχνη του να στήσεις ένα κοινωνικό ψέμα απαιτεί σίγουρα μια πολύ καλή και ρεαλιστική αντίληψη της πραγματικότητας. Απαιτεί επίσης φοβερή πειστικότητα και αμοραλισμό, καλή και σαφή προοπτική του πού στοχεύεις και τι θέλεις να πετύχεις. Οφείλεις να γνωρίζεις αρκετά καλά τον παραλήπτη του ψέματος, τα όρια του, τις συναισθηματικές του εμπλοκές, κυρίως όμως να γνωρίζεις εκείνο το πεδίο όπου μπορείς να τον εγκλωβίσεις με τρόπο τέτοιο, που και το ψέμα «να φάει», αλλά και να μην μπορεί, ακόμα και αν έχει τις υποψίες του, να αντιδράσει.




Όλα αυτά καταλήγουν, ότι για να στήσεις ένα τέτοιο ψέμα, θα πρέπει να χρησιμοποιήσεις μια ολοφάνερη όψη της πραγματικότητας, που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, ενώ οι στόχοι σου να αφορούν κάτι  που κανείς δεν μπορεί ή δεν θέλει να δει! 

Εύλογα και καλοπροαίρετα θα μπορούσατε να μου πείτε, στηριζόμενοι στη προσωπική σας εμπειρία – γιατί όλοι έχουμε πει ψέματα στη ζωή μας –, ότι για να μπορεί κάποιος ή κάποιοι να δράσουν με τέτοια μέθοδο σε επίπεδο κοινωνίας, θα πρέπει να διαθέτουν ένα αυξημένο βαθμό διαστροφής. Μια ολοκληρωτική έλλειψη ηθικότητας. Κάτι τέτοιο απαιτεί ανθρώπους που το μόνο που τους ενδιαφέρει, είναι η προσωπική τους επιδίωξη και τίποτα άλλο.

Θα μπορούσατε να μου το πείτε, γιατί στη πραγματικότητα δεν πιστεύετε ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Κρίνετε με βάση τους εαυτούς σας και νομίζετε ότι όλοι είναι ίδιοι με σας. Ικανοί για μικρά ψεματάκια, στη μαμά και στο μπαμπά, στο αφεντικό, στη γυναίκα σας και στον άνδρα σας, όταν διαπράττετε καμιά απιστία.

Εμείς οι άνθρωποι, όντας κατά βάση μέτριοι, δεν αντιλαμβανόμαστε  ούτε το μεγαλείο που κρύβει η αγιοσύνη, αλλά ούτε και τη θέληση και δύναμη της προσωπικότητας που διέπει το κακό.

Η οικονομική κρίση που, ενόσω γράφονται αυτές οι γραμμές, διαποτίζει ολόκληρο τον πλανήτη, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ψέμα που διαχύθηκε στη κοινωνική αγορά, με σκοπό να παραπλανήσει και κατ’ αυτό τον τρόπο να συγκαλύψει μια ευρύτερη πολιτική, κοινωνική και εν τέλει ψυχική αλλαγή στη διακυβέρνηση αυτής της κοινωνίας από την μεριά της εξουσίας.

Τα καθημερινά ανακοινωθέντα για τα υπέρογκα χρέη των κρατών και των ιδιωτών, που δήθεν κάνουν τις αγορές να είναι νευρικές και να μην έχουν εμπιστοσύνη, οι περικοπές των μισθών και των συντάξεων, η πίεση που δήθεν ασκείται στα κράτη για να πάρουν μέτρα που θα ανατρέψουν την χρεωκοπία τους - όλα αυτά δεν είναι παρά το πεδίο που διάλεξε το ψέμα για να στήσει την απάτη του. Είναι το πεδίο της οικονομίας, που όλοι αποδέχονται ως αναγκαίο και πραγματικό. Συνάμα όμως είναι και το πεδίο εκείνο, στο οποίο η εξουσία πραγματώνει την μπλόφα της, γνωρίζοντας ότι είναι και το μόνο πεδίο όπου εν τέλει όλοι βρίσκονται με την πλάτη στο τοίχο.

Στη σημερινή κοινωνία, στο βαθμό που ελέγχεις το χρήμα, ελέγχεις την κοινωνία. Μπορείς να περάσεις όποια μέτρα θέλεις με όποιον τρόπο τον θέλεις, γνωρίζοντας εκ των προτέρων, ότι όταν όλοι βρίσκονται σε ένδεια ή υπό την απειλή της ένδειας, κυριεύονται από φόβο και ο φόβος είναι ο σύμβουλος για να είναι κανείς υπάκουος.
 
Η Ελλάδα ήταν ο γεωγραφικός χώρος που αποφασίστηκε να λάβει σάρκα και οστά το ψέμα. Ήταν πολύ βολικό μέρος, δεδομένου ότι η ίδια η χώρα παραπαίει αιώνες επί αιώνων ανάμεσα στο μεγαλείο και την προδοσία. Αναπαύεται σε δάφνες του παρελθόντος, που κρατούν μια ελάχιστη σχέση με το παρόν. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας επιτρέπει στους σύγχρονους Έλληνες να απολαμβάνουν ήλιο, θάλασσα και μια σχετική άνεση. Παράγοντες που καθιστούν τον λαό της κατά βάση λάτρεις της ευζωίας. Εκείνοι που ζουν καλά, θέλουν να συνεχίσουν να ζουν καλά και ονειρεύονται να ζουν ακόμα καλύτερα.

Ο τόπος, επίσης, έχει ιστορία, μακραίωνη ιστορία είναι αλήθεια, αντίστασης, νικηφόρας αντίστασης, σε δυνάμεις που θέλησαν να τον κατακτήσουν. Είναι τόπος που γέννησε τη φιλοσοφική σκέψη, αλλά και την δημοκρατία. Όλα όσα εννοούμε ως δημοκρατικό πολίτευμα - πού υποτίθεται ότι θεωρείται το καλύτερο από όσα υπάρχουν - γεννήθηκαν σε αυτόν εδώ τον τόπο, ο οποίος υπερασπίστηκε τους δημοκρατικούς δεσμούς πολλές φορές και με το αίμα του και με ανείπωτο κόστος.

Αυτός λοιπόν είναι ο τόπος που επιλέχτηκε από την ελίτ της εξουσίας, σαν ο αρχικός τόπος για να ξετυλιχτεί  η απάτη. Το περιβάλλον της απάτης είναι η οικονομική κρίση χρέους.   Ο στόχος: η αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης, όχι μόνο στη Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική.

Όταν διαμορφώνεις περιβάλλον οικονομικής κρίσης, είναι σαφώς πιο εύκολο να καταργήσεις δικαιώματα, είτε πολιτικά είτε εργασιακά. Δημιουργείς κλίμα ανασφάλειας και φόβου, αποκρύπτεις εντέχνως τους υπαίτιους και αναδεικνύεις προτεραιότητες και υποχρεώσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Κρύβεις τους δόλιους σκοπούς σου μέσα στη κυρίαρχη απάτη της οικονομίας. Γνωρίζεις πολύ καλά αυτό από το οποίο όλοι εξαρτώνται, και το χρησιμοποιείς για να καλύψεις την πρόθεση σου να κυβερνήσεις συγκεντρωτικά. Χρησιμοποιείς λοιπόν εκείνο το ευρωπαϊκό κράτος, πού έχει παράδοση στη συγκεντρωτική εξουσία, τη Γερμανία, αρχικά, απέναντι σε ένα λαό που έχει παράδοση την δημοκρατία, την Ελλάδα. Αν ο στόχος σου είναι να καταργήσεις την δημοκρατία, πρέπει να υποδουλώσεις την κοιτίδα της.

Θα μπορούσε να ήταν ένα πολύ καλό σενάριο πολιτικής φαντασίας. Όμως εμφανίζεται μπροστά μας σαν ζοφερή πραγματικότητα.

Κάτω από την παγκόσμια χλεύη, η Ελλάδα κλήθηκε να πραγματώσει μια χρεωκοπία και να υποστεί την ενοχή, ότι εξ αιτίας της κινδυνεύει το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Κλήθηκε με τρόπο βάναυσο να πάρει μέτρα, που επί της ουσίας διαλύουν τον ψυχικό, τον πνευματικό και τον οικονομικπολιτικό ιστό της. Στη συνέχεια η κρίση, ως δια μαγείας, επεκτάθηκε σε ένα πλήθος χώρες, όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, το Βέλγιο ... και πάει λέγοντας. Έγινε κρίση ευρωπαϊκή, κρίση του ευρώ, κρίση της Ευρώπης. Και σε λίγο θα γίνει και παγκόσμια.

Σήμερα, μέσα στη δίνη της μάχης που δίνει το συγκεντρωμένο θέαμα για να καταργήσει τον διάχυτο εαυτό του με σκοπό την απόλυτη κυριαρχία του, το καθήκον κάθε πολίτη που δεν θέλει να τον καταπιεί το σκοτάδι της σύγχυσης, είναι να αποδείξει - σε όσους προσπαθούν να τον καταστήσουν σκλάβο της ανάγκης-  ότι είναι οπαδός της αλήθειας.

Την κρίση - που στη πραγματικότητα δεν είναι κρίση αλλά μια παρτίδα κυριαρχίας και διαμόρφωσης καινούργιου πολιτικού πλαισίου για να μας κυβερνούν -, θα πρέπει να την αντιμετωπίζουμε σαν μια επέκταση και νίκη του αρνητικού μέσα στη πραγματικότητα. Σε μια πραγματικότητα που σταδιακά θα την μετασχηματίζουν σε ζόφο.

Ζούμε σε μια μαύρη εποχή, οι Ινδοί την ονομάζουν εποχή της Κάλι Γιούγκα και την χαρακτηρίζουν σαν την εποχή που το πνεύμα βρίσκεται στο χαμηλότερο του σημείο, ενώ η παρουσία του κακού στη μεγαλύτερη της ανάπτυξη. Δυστυχώς, επιβεβαιώνονται.

Χρειάζεται να σταθούμε απέναντι στις μπλόφες της εξουσίας, κατανοώντας ότι το πρόβλημα της οικονομίας δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου, σε μια κρίση πού απλώς θέλει να μας αλλάξει όλους εκτός από τον εαυτό της και προς το συμφέρον της.


Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Τα "ελγίνεια μάρμαρα"


Η προσωπική αίθουσα Έλγιν, στο Παρκ Λέιν του Λονδίνου, όπου ήταν εκτεθειμένα τα «ελγίνεια μάρμαρα» του Παρθενώνα, πριν μεταφερθούν στο Βρετανικό Μουσείο (ελαιογραφία του 1819).




           Με τον όρο «ελγίνεια μάρμαρα» εννοούμε τα γλυπτά από την Ελλάδα -ιδιαίτερα από την Ακρόπολη– που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Το όνομά τους προέρχεται από τον Βρετανό λόρδο Έλγιν (ή ακριβέστερα τον Τόμας Μπρους, έβδομο κόμη του Έλγκιν), ο οποίος τα αφαίρεσε από τον Παρθενώνα και άλλα οικοδομήματα, καταστρέφοντας αρκετά μνημεία, και τα μετέφερε στην πατρίδα του.
           Ο λόρδος ήταν από το 1799 πρεσβευτής της Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη. Συντονισμένος με το πνεύμα της εποχής του, που  επέβαλλε το θαυμασμό των ελληνικών αρχαιοτήτων, ο Έλγιν ζήτησε από τις τουρκικές αρχές την άδεια να αποτυπώσει σχεδιαστικά τα γλυπτά, να συντάξει τοπογραφικά σχέδια και να λάβει εκμαγεία, με τη βοήθεια μιας ομάδας από ζωγράφους, αρχιτέκτονες και γλύπτες –κάτι που έγινε, στους πρώτους μήνες του 1800.
           Μετά την αγγλική νίκη στο Αμπουκίρ (1801), ο Έλγιν κατόρθωσε να αποσπάσει φιρμάνι του καϊκακάμη Σεγούτ Αβδουλάχ που του επέτρεπε να αφαιρέσει αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά από την Ακρόπολη. Η διαρπαγή των αρχαιοτήτων του Ιερού Βράχου διήρκεσε έως και το 1817 (κυρίως όμως, έως το 1810), έως το θάνατο, δηλαδή, του Ιταλού ζωγράφου Τζ. Μπ. Λουζιέρι, ο οποίος επόπτευε για λογαριασμό του Έλγιν τη λεηλασία. Το 1816 τα μάρμαρα αγοράστηκαν έναντι 35.000 στερλινών από το Βρετανικό Μουσείο, στο οποίο δημιουργήθηκε ειδική αίθουσα για να εκτεθούν.
           Ο Έλγιν περιεβλήθη με το ένδυμα του ανιδιοτελούς συλλέκτη και του σωτήρα των θησαυρών της αρχαιοελληνικής τέχνης, ωστόσο η πραγματική του πρόθεση ήταν να διακοσμήσει με αυτούς το νεοανεγειρόμενο εξοχικό του στη Σκωτία. Η οικονομική καταστροφή του, όμως, τον ανάγκασε να τους πουλήσει στο βρετανικό δημόσιο, προς το οποίο είχε σημαντικές οφειλές.
Τα μάρμαρα μεταφέρθηκαν στη Βρετανία σε διαδοχικές φάσεις με εμπορικά και πολεμικά πλοία. Μάλιστα, το πλοίο που μετέφερε το πρώτο φορτίο ναυάγησε κοντά στα Κύθηρα και τα 12 κιβώτια που βρίσκονταν σε αυτό έμειναν στη θάλασσα για δύο χρόνια. Συνολικά, ο Έλγιν απέσπασε 253 γλυπτά έργα και αρχιτεκτονικά μέλη, πολλά αγγεία, ηλιακά ρολόγια, κτερίσματα τάφων και μικροτεχνήματα. 96 ακρωτηριασμένα ή ακέραια γλυπτά αφαιρέθηκαν από τον Παρθενώνα, 4 από ναό της Απτέρου Νίκης, 18 από το Ερεχθείο και 4 από το θέατρο του Διονύσου. Η απόσπαση των γλυπτών έγινε με βίαιο τρόπο, με συνέπεια την καταστροφή πολλών από αυτά. Φθορές υπέστησαν και κατά την περίοδο που παρέμειναν αποθηκευμένα στο υπόστεγο της κατοικίας του Έλγιν και στην καρβουναποθήκη του μεγάρου του δούκα του Ντέβονσερ.

           Η διαρπαγή των ελληνικών αρχαιοτήτων από τον Έλγιν επικρίθηκε από σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Σατωβριάνδος, ο Μπάιρον, ο ποιητής Οράτιος Σμιθ, οι περιηγητές  Κλαρκ, Ντόντγουελ και Ντάγκλας, κ.ά. Μάλιστα, ήδη από το 1890 υπήρχαν δημοσιεύματα που έθεταν το ζήτημα της επιστροφής των «ελγίνειων μαρμάρων» στην Ελλάδα, ενώ το 1928, ο Βρετανός βουλευτής Φίλιπ Σασούν έγραφε ότι «τα έξοχα ερείπια του Παρθενώνα και η φωτεινή ατμόσφαιρα της Αθήνας αποτελούν την καταλληλότερη θέση για τα πιο αρμονικά γλυπτά του κόσμου».


«Μερικοί εργάτες που δούλευαν υπό τη διεύθυνση του Λουζιέρι για λογαριασμό του Άγγλου πρεσβευτή, κατέβαζαν από τον Παρθενώνα τις μετόπες με τα εντελώς άθικτα γλυπτά, χρησιμοποιώντας σχοινιά και μακαράδες. Ο Λουζιέρι μας είπε πως αντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες σε αυτή την προσπάθεια εξ αιτίας των αντιδράσεων των Τούρκων που διατηρούσαν δεσμούς θρησκευτικής λατρείας με το μεταμορφωμένο σε οθωμανικό τέμενος ναό της Αθηνάς. Του εξομολογηθήκαμε ότι σε αυτή την περίπτωση τρέφαμε τα ίδια αισθήματα με τους Μουσουλμάνους και ότι θα νοιώθαμε μεγάλη χαρά αν ερχόταν μια διαταγή που θα επέβαλλε την προστασία και όχι την καταστροφή του ένδοξου αυτού αρχιτεκτονήματος. Κι ενώ παρατηρούσαμε τα διάφορα μέρη του ναού, έρχεται ένας εργάτης και λέει στον Ντον Μπατίστα Λουζιέρι ότι θα κατέβαζαν μια από τις μετόπες. Είδαμε αυτό το εξαίσιο γλυπτό να ανασηκώνεται από τη θέση του ανάμεσα στα τρίγλυφα. Αλλά, ενώ προσπαθούσαν οι εργάτες να του δώσουν την κατάλληλη προεξέχουσα θέση για να αρχίσει η κάθοδος, ένα κομμάτι από την παρακείμενη τοιχοδομή χαλάρωσε εξ αιτίας των μηχανημάτων. Και τότε γκρεμίστηκαν τα ογκώδη πεντελήσια μάρμαρα με φοβερό βρόντο και τα θρυμματισμένα κομμάτια τους διασκορπίστηκαν ανάμεσα στα ερείπια. Ο δισδάρης, βλέποντας την καταστροφή, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή του. Παραμέρισε το τσιμπούκι του και δακρύζοντας φώναξε:
– Τέλος !
Και δήλωσε με αποφασιστικότητα πως δεν θα επέτρεπε με κανέναν τρόπο να συνεχιστεί η κατεδάφιση του ναού».
Έντουαρντ Ντάνιελ Κλαρκ, 1801  






   Για την επιλογή     Β.Η.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ανοιχτή επιστολή στον Μπέρτολντ Μπρεχτ

«You gentlemen who think you have a mission
To purge us of the seven deadly sins
Should first sort out the basic food position
Then start your preaching,
that’s where it begins

You lot who preach restraint and watch your waist as well
Should learn, for once, the way the world is run However much you twist or whatever lies that you tell
Food is the first thing, morals follow on»

Μπέρτολτ Μπρεχτ



 Μπέρτολντ,



με όλη την εκτίμηση που σου έχω, επειδή ακριβώς στη ζωή σου έδειξες ήθος παίρνοντας το μέρος των αδικημένων, των αδύναμων και των καταπιεζόμενων, οφείλω να σου τραβήξω το αφτί και τις φαβορίτες μαζί.


Γιατί τα παραπάνω λόγια σου δεν αποδείχνουν, δυστυχώς, παρά πως το κυρίαρχο αστικό πνεύμα έχει ποτίσει − με το αναγκοκρατικό κήρυγμά του − ακόμα και ανήσυχα, ή τελοσπάντων όχι τόσο καθωσπρέπει, μυαλά όπως το δικό σου. Γιατί αυτό το πνεύμα είναι εκείνο που προχωράει με σημαία του τις «ανάγκες» και διακηρύσσει «ταΐστε πρώτα τονκόσμο κι έπειτα έρχεται το ήθος».


Μπέρτολντ,


το αναγκοκρατικό κήρυγμα − και όλα τα παρόμοια κηρύγματα του «πρακτικού λόγου» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο − αναποδογυρίζει την πραγματικότητα.


Η πραγματικότητα είναι η εξής: Όλοι οι έμβιοι οργανισμοί τρώνε για να ζήσουν. Ο άνθρωπος, όμως, για να φάει πρέπει να συμπορευτεί με άλλους ανθρώπους. Βέβαια και άλλοι έμβιοι οργανισμοί πρέπει, περισσότερο ή λιγότερο να το κάνουν αυτό. Πολλά ζώα ζουν σε αγέλες και συμπορεύονται μέσα από διάφορα, θαυμαστά, συστήματα κωδίκων. Όμως ο άνθρωπος δεν μπορεί να συμπορευτεί με άλλους ανθρώπους στη βάση απλώς ενός συστήματος κωδίκων, όπως αυτά. Ο άνθρωπος συμπορεύεται με άλλους ανθρώπους μέσα από κόσμους σημασιών, οι οποίοι δεν είναι απλά συστήματα κωδίκων, και τους οποίους οφείλει να επινοεί.


Επομένως, για να φάει ο άνθρωπος πρέπει να συν-επινοεί κόσμους σημασιών.

Δεδομένου, τώρα, ότι σημασία είναι κάτι που προσδιορίζει το σημαντικό, άρα και το λιγότερο σημαντικό έως το τελείως ασήμαντο, εύκολα συμπεραίνεται πως σημασία είναι διάπλαση νοήματος. Δηλαδή προσανατολισμού, φοράς, κατεύθυνσης. Αλλά στον κόσμο των σημασιών, η διάπλαση νοήματος, ήτοι φοράς, κατεύθυνσης, δεν έχει την τεχνική χροιά  «μπρος-πίσω», «πάνω-κάτω», «αριστερά-δεξιά».  Διάπλαση νοήματος στον κόσμο των σημασιών είναι, αξεδιάλυτα, διάπλαση ήθους: «γνήσιο-κάλπικο», «ουσιώδες-ευτελές», «καλό-κακό».


Επομένως: Για να φάει ο άνθρωπος, πρέπει να συμπορευτεί με άλλους ανθρώπους, δηλαδή να συν-επινοεί κόσμους σημασιών, δηλαδή να συν-τάσσει κόσμους νοημάτων, ήτοι να διαπλάθει ήθος. Όταν δεν το κατορθώνει αυτό, τότε κινδυνεύει άμεσα να πεθάνει από την πείνα.


Το βλέπουμε πια ξεκάθαρα: Ο κόσμος δεν πεινάει, ούτε κινδυνεύει άμεσα να πεθάνει από την πείνα σήμερα επειδή δεν υπάρχει φαΐ.  Πεινάει και κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα επειδή ο κυρίαρχος τρόπος συμπόρευσης, ο κυρίαρχος κόσμος σημασιών, τα κυρίαρχα σχήματα νοημάτων, η κυρίαρχη διάπλαση ήθους … διέρχονται κρίση∙ και επειδή ο κόσμος δεν έχει βρει ακόμα άλλες σημασίες/νοήματα/ήθη συμπόρευσης.


Γι’ αυτό − και μόνο με αυτή την έννοια − χτυπιόμαστε, όσοι χτυπιόμαστε, να λέμε πως η κρίση δεν είναι οικονομική, αλλά, πριν και πάνω από όλα, πολιτισμική, πνευματική νοήματος και ήθους.
 

Μπέρτολντ,


καταλαβαίνεις τώρα γιατί πονάει το αφτί και οι φαβορίτες σου. Πρόσεξε, τέλος κι επιτέλους, την κρίσιμη διαφορά μεταξύ των δυο κηρυγμάτων, εκείνου δηλαδή που ειρωνεύεσαι κι εκείνου που, δυστυχώς, υιοθετείς.


Ένα κήρυγμα ήθους μπορεί να λέει σαχλαμάρες, να προτείνει παράλογα αυταρχικές σημασίες, κ.λπ. Όμως δεν αναποδογυρίζει την πραγματικότητα, δεν υποκαθιστά τις σημασίες από κάτι έξω από αυτές.


Απεναντίας, το αναγκοκρατικό κήρυγμα (και τα ανάλογα του «πρακτικού λόγου» κηρύγματα) αναποδογυρίζει την πραγματικότητα, ανάγει τις σημασίες σε κάτι έξω από αυτές (μάσα-μάσα) και, έτσι, εργάζεται για την υποκατάσταση των σημασιών από κάτι έξω από αυτές (μάσα-μάσα)∙ Εργάζεται δηλαδή για την υποκατάσταση του ανθρώπου από το ζώο.


Τούτη η αντίληψη/υποκατάσταση είναι βέβαια η αντίληψη που είχαν ιστορικά και εξακολουθούν να έχουν οι αφέντες για τους σκλάβους. Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητέ μου, τα αναγκοκρατικά κηρύγματα είναι τα δικά τους των αφεντικών κηρύγματα και τη δική τους τάξη πραγμάτων υπηρετούν.


Αυτά και σε αφήνω να τα κουβεντιάσετε με τον Καρλ. Και κοίτα, πες του: Ο ωφελιμισμός είναι μηδενισμός.


Με εκτίμηση,
HollowSky



Υ.Γ. Φαντάζομαι ότι εκεί που είσαι, θα έχεις καταφέρει πλέον να επινοήσεις το ειδικό σκάκι που έλεγες, όπου οι κανόνες θα αλλάζουν ακολουθώντας τις «αλλαγές των συνθηκών», και θα το απολαμβάνετε μαζί με τον Κορς! Τι κρίμα να μην ξέρω σκάκι...


Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Η τέχνη του σιδήρου





                                                                                                Η σιωπή   πίσω απ' την βουή


Είχαμε στήσει τα εργαστήριά μας στην άκρη της πόλης, ψηλά στους λόφους, πάνω από τη δημοσιά.  Και παλεύαμε την κάθε μηχανή που μας έπεφτε στα χέρια σαν να ’ταν η πρώτη ή  τελευταία που θα επισκευάζαμε ποτέ. Δεν ήταν σπουδαία η αμοιβή, πιο πολύ ήταν το μεράκι, αυτή η περιέργεια του παιχνιδιού, και την περνάγαμε εκεί στους λόφους με ψωμί, κρεμμύδι και ελιά, βλογούσαμε το ψωμί πριν να το φάμε όπως κάναν οι παλιοί, καμιά φορά τύχαινε κανά  καλό κρασί και πάντοτε καλή παρέα.
Βλέπαμε από κει, τι έμπαινε στην πόλη και τι έβγαινε. Τα φορτώματα των ζώων - αμέτρητες σειρές τα φορτωμένα ζώα!  Μέρα - νύχτα μυρμήγκιαζε η δημοσιά και κει πλέναμε και συντηρούσαμε τις μηχανές που μας φέρνανε. Έφτιαχνε ο καθένας μας τα εργαλεία του ώστε να ταιριάζουν στο δικό του χέρι και στον δικό του τρόπο ακριβώς όπως έκαναν οι παλιοί μαστόροι, που μας είχαν μπάσει στο επάγγελμα του σιδερά-μηχανικού, και συχνά τους θυμόμασταν και μνημονεύαμε τα λόγια τους. Δεν σταματούσαμε ποτέ να μαθαίνουμε  τη δουλειά μέσα απ’ την ίδια τη δουλειά, όπως έλεγαν και ’κείνοι. 
Παρακολουθούσαμε την ατέλειωτη γιορτή της έπαρσης των επηρμένων, την αλαζονεία των δυνατών, την δουλοπρέπεια και τον μιμητισμό των αδυνάτων, τον καιροσκοπισμό του πλήθους. Και δεν μας διέφευγαν τα χαμόγελα των επιτηδείων και το γρήγορο κοφτό βλέμμα της απληστίας.
Εξετάζαμε το καθετί με μάτι κριτικό και στοχαστικό αυτί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση  ερχόταν.
Το λέγαμε πολλά χρόνια τώρα, μπορεί και 15 μπορεί και παραπάνω, ότι δεν πάει άλλο τούτο το κακό, θα σκάσει όπου να ’ναι σαν κακό σπυρί, σαν κακοφορμισμένο ψέμμα, και συνέχιζε αυτό, ανεμπόδιστα, με αυθάδεια και σιγουριά πολλή και με μιά αυτοπεποίθηση που προξενούσε έκπληξη άνοιγε συνέχεια δρόμο. Και αναρωτιόμασταν φορές, φορές: Μα γιατί αργεί? Τόσο λάθος κάναμε? Δεν μπορεί τόσο να λαθέψαμε!
Και ήρθε ο Νυμφίος το ’08, φρέσκος – φρέσκος, ολοκάθαρος στα λευκά ενδεδυμένος και χτύπησε την πόρτα. Και βγήκαμε και μεις να τον υποδεχτούμε φορώντας τα καλά μας, ικανοποιημένοι πού ’χαμε τουλάχιστον διαβάσει καλά τα σημάδια, πού ’χαμε διαβάσει σωστά την Ιστορία.  Εμείς οι μηχανικοί της είχαμε σπουδάσει καλά το μηχανισμό της. Δεν είχαμε αφιερώσει μάταια το χρόνο μας στα νυχτερινά σχολεία πού ’χαμε  στήσει μέσα μας, ο καθένας για τον εαυτό του.
Ήμασταν και λίγο ανήσυχοι, για να πούμε την αλήθεια πολύ ανήσυχοι, γιατί, το βλέπαμε πως, γύρναγε και χτύπαγε τις πόρτες και δεν ζητούσε μόνο χρήματα για τα χρωστούμενα αλλά και άλλα  πράγματα, ακατανόητα. Γύρευε να πληρωθεί σε χρόνο, το πιο σκληρό νόμισμα απ’ όλα.  Σε χρόνο γύρευε να πληρωθεί, σε χρόνο και σε αίμα.
Και τον κοιτάζανε με απορία και τους βλέπαμε να κουνάνε ανήμποροι τα χέρια κι όπως το περιμέναμε - δυστυχώς το περιμέναμε κι αυτό να γίνει έτσι ακριβώς - γρήγορα ξέσπαγαν σε παρακάλια. Και μετά τους έπιανε μια μεγαλόστομη οργή… και μετά ξανά παράπονα και παρακάλια. Εμείς όμως καταλαβαίναμε τι ζητούσε και τι ήθελε να πει σαν να μιλάγαμε μια ξένη γλώσσα. Και τους κάναμε νοήματα πίσω από την πλάτη του και τους δείχναμε με τα χέρια και ανοιγοκλείνοντας το στόμα αλλά αυτοί δεν κοιτούσαν πουθενά, άδειο ήτανε το βλέμμα και δεν ησύχαζε στιγμή, και του δείχναν πια τα παιδιά τους που τα βάζανε μπροστά, κάτι άσχημα παιδιά - αλήθεια έκανε εντύπωση μεγάλη πόσο μοιάζαν των γονιών τους.
Αλλά αυτός δεν στεκόταν πολύ, τράβαγε από πόρτα σε πόρτα και  παντού συνέβαιναν τα ίδια. Πήγε πια και έστησε το κρεβάτι του πίσω από την αγορά και έκτοτε είναι εκεί και περιμένει.
Αυτό μόνο που κάπως μας ησυχάζει είναι ότι τις νύχτες πάνε και τον βρίσκουν 16χρονα παιδιά κι άνθρωποι που δεν ακούστηκαν ποτέ και κάθονται όλοι γύρω, μέσα στη σιωπηλή και μισοσκότεινη Αγορά.

                                                                                                                          Β. Η.


      ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
                                                                     
Εμείς που για χρόνια σκύβαμε με προσμονή
ν’ ακούσουμε την επερχόμενη βουή πίσω απ’ τη σιωπή
τώρα που η Ελλάδα βρίσκεται στην αιχμή της παγκόσμιας κρίσης
και αναγκασμένη να επιλέξει ριζικές λύσεις
μπαίνει σε προεπαναστατική περίοδο, συναισθανόμενοι το βάθος της υπόθεσης
και τη δυσκολία του έργου με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο λαός της
στήνουμε τ’ αυτί ν’ ακούσουμε τη σιωπή πίσω απ’ τη βουή.

                                                                             Β. Η.

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Ο σκοτεινός ορίζοντας

«Η εργασία υπήρξε η αυτοπραγμάτωση του Ευρωπαίου, ο τρόπος δια του οποίου αντιλήφθηκε και θεμελίωσε το νόημα της ζωής του. Βεβαίως σήμερα, λόγω της εκτεχνίκευσης της εργασίας, η συμπεριφορά αυτή εισέρχεται σε νέα φάση. Ο άνθρωπος παύει να είναι υπεύθυνος για το έργο του, περιορίζεται στην εφαρμογή ξένων εντολών και ταυτόχρονα χάνει την αντίσταση της ύλης, με αποτέλεσμα η εργασία να μην του δίνει την ευκαιρία να ενσαρκώσει το πρόσωπό του. Παρολαυτά είναι γεγονός, ότι αυτή η νέα φάση της σχέσης του ανθρώπου προς τον κόσμο − κατά την οποία, στη Δύση, για πρώτη φορά διαχωρίζεται η ζωή από την εργασία −, είναι επακόλουθο της προηγηθείσας συμφύσεώς τους. […]

Ενώ στην ορθόδοξη Ανατολή η εργασία έμεινε τελικά εκτός της θρησκείας, στη Δύση η σύμφυση ζωής και εργασίας απέκτησε θρησκευτικό χαρακτήρα − πράγμα που, με την πάροδο του χρόνου, σήμαινε μια πνευματική εγκατάσταση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, μια σχέση προς την πραγματικότητα, όπου θέση για το Θεό υπήρχε μόνο στο περιθώριό της. […]


Τούτο σήμαινε, ότι για πρώτη φορά στην ιστορία η έννοια της εργασίας ως πράξης κατ’ επιταγή αναλάμβανε να στηρίξει πνευματικά τη ζωή.[…] Για πρώτη φορά ο άνθρωπος δικαιώνεται δια της πράξης, δηλαδή εφόσον εργαζόμενος συντελεί στην πραγματοποίηση αποφάσεων για τις οποίες δεν φέρει την ευθύνη.[…]


Το επάγγελμα κερδίζει θρησκευτική περιωπή, γίνεται η κεντρική έκφραση της πίστης, αποκτά γι’ αυτό το λόγο ιερό χαρακτήρα και συγχρόνως παύει να διακρίνει τους ανθρώπους ανάλογα με την εκλογή του. […] Το επάγγελμα δεν ήταν απλώς η δυνατότητα της διατροφής, αλλά παρουσιαζόταν αυτόματα σαν ο βασικός τρόπος απόδειξης του γεγονότος, ότι ο άνθρωπος δεν ανήκει σ’ εκείνους που μισεί ο Θεός. Η ευδοκίμηση στον οικονομικό βίο θεωρήθηκε λοιπόν σαν απόδειξη θείας ευαρέσκειας. […] Η αγωνία ότι δεν ανήκουν στους ευλογημένους, μια υποψία που θα μπορούσε να εξαφανιστεί εάν κατόρθωναν να βελτιώσουν ακόμα περισσότερο την κοινωνική τους θέση, υποχρέωσε για πρώτη φορά ανθρώπους να γίνουν εθελοντές καταναγκαστικής εργασίας.[…]


Στην Αγγλία ο Πουριτανισμός τάχθηκε αναφανδόν υπέρ του σχηματισμού κεφαλαίου: “Σου επιτρέπεται να εργαστείς για να γίνεις πλούσιος προς χάρη του Θεού και όχι να πλουτίσεις για τη ζωή της σαρκικής ηδονής και αμαρτίας”. […] Οι “αυτοδημιούργητοι” πίστεψαν, ότι είχαν σαν σκοπό με το παράδειγμα και την τάξη τους, την οποία επέβαλαν σε όσους εξαρτιόνταν από αυτούς με συμβάσεις εργασίας, να οδηγήσουν την κοινωνία στην οδό της ηθικής∙ μια πουριτανική αξίωση, η οποία μέχρι τα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνα έπειθε ακόμα και τον Χένρι Φορντ, ότι η βιομηχανική δράση του αποτελεί υπηρεσία στην ανθρωπότητα.[…]

Για την εφαρμογή των αρχών της πουριτανικής ηθικής χρειάζονταν πριν απ’ όλα οι εργοστασιακοί εργάτες. […] Το ψηλό κόστος ζωής και η παράλληλη πτώση της αμοιβής της εργασίας θεωρήθηκαν λοιπόν σαν αποτελεσματικά μέσα, για να εργαστεί ο άνθρωπος περισσότερο και να διακόψει την παλιά, από τον αγροτικό βίο καταγόμενη συνήθεια να αναπαύεται να γιορτάζει. Για να συμβεί αυτό, έπρεπε ο εργάτης να παίρνει τόσο μισθό όσον απαιτούσε η διατροφή του. Έτσι ο μισθός κατέβηκε στο ⅓ της αξίας του περί τα τέλη του Μεσαίωνα. Κι ενώ ο Μεσαίωνας εγνώριζε 180 μέρες θρησκευτικής αργίας το χρόνο, η νέα κατάσταση πραγμάτων επιτρέπει σχεδόν μόνο την Κυριακή και επιβάλλει για τις υπόλοιπες μέρες 13 έως 14 εργάσιμες ώρες.


Η θρησκευτική συνείδηση, όχι μόνο δεν εκδήλωσε ζηλοτυπία που οι άνθρωποι αφιέρωναν όλες τις δυνάμεις τους στην εργασία, αλλά απεναντίας ενθάρρυνε τους εμπνευστές του βιομηχανικού έργου ακόμα και στην επέμβασή τους εναντίον της οικογένειας. Διαδόθηκε λοιπόν μεταξύ των Πουριτανών και στις εργατικές τάξεις, όχι μόνον ότι οι υψηλοί μισθοί διαφθείρουν το εργατικό ήθος, αλλά και ότι η απασχόληση ανηλίκων στα εργοστάσια έχει, εκτός του ότι είναι κοινωνικώς χρήσιμη, και παιδαγωγική σημασία. Συνέβη έτσι διευθύνσεις ορφανοτροφείων να ενοικιάζουν ανηλίκους σε ιδιοκτήτες, ιδίως της αραιοκατοικημένης βόρειας Αγγλίας, και να στέλνουν συνεχώς τέτοια φορτώματα με το σιδηρόδρομο. Συνέβη ακόμα και γονείς, κάτω από τη γενική επιδοκιμασία, να εκμισθώνουν τα παιδιά τους για να εργάζονται σε ανθρακωρυχεία ή κλωστήρια 10 και 14 ώρες την ημέρα, παρόλο που δεν ήταν πάνω από επτά ετών! […]


Από τότε που η εργασία δικαιώθηκε δια της θρησκείας, για ν’ αποτελέσει στη συνέχεια το περιεχόμενο της θρησκείας, ο άνθρωπος αναζητεί τη λύτρωσή του μέσα στον κόσμο. […] Από τους Νέους Χρόνους και εντεύθεν παρατηρείται λοιπόν σαφής και συνεχώς εδραιούμενη συνάφεια μεταξύ γνώσης και κέρδους, επιστήμης και οικονομίας. […]


Το ευρωπαϊκό πνεύμα δημιουργήθηκε αφότου η εργασία θεωρήθηκε ως ο χώρος, μέσα στον οποίον ο άνθρωπος δικαιολόγησε την ύπαρξή του, πετυχαίνοντας με αυτήν ό,τι δεν επέβαλε η παράδοση αλλά η δική του, εσωτερική απαίτηση εναντίον της παράδοσης. Για να θεμελιώσει και να διατηρήσει αυτή την αξία, η Ευρώπη στράφηκε εναντίον του Θεού. Ο αγώνας αυτός κατέληξε στη λήξη της ετοιμότητας του ανθρώπου να εξαρτάται από τη θεία χάρη και στη δημιουργία της σημερινής Τεχνικής. […]


Η νέα δυνατότητα της μηχανής μετέθεσε το σκοπό της εργασίας στην απόκτηση των προϊόντων της. Παρουσίασε δηλαδή την κατανάλωση σαν σκοπό της ζωής. Ενώ άλλοτε η εργασία δικαιωνόταν δια της αναφοράς της στο Θεό, τώρα δικαιολογείται ως προϋπόθεση της συμμετοχής στη λυτρωτική δυνατότητα της μηχανής. Η χρήση βιομηχανικών προϊόντων, δηλαδή μέσων υπέρβασης των φυσικών ορίων της ύπαρξης, επρόκειτο όχι μόνο να διασπάσει την ενότητα της εργασίας σε σχέση με το σκοπό της ζωής − όπως το πέτυχε η πουριτανική συνείδηση με κατάληξη την εκβιομηχάνιση της Αγγλίας −, αλλά και να παρουσιαστεί σαν διάδοχος της θρησκευτικής υπόσχεσης. Σήμερα ο άνθρωπος ζει για τα επιτεύγματα της μηχανής. […]


Στη σημερινή της τεχνική φάση η εργασία κοινοποιείται ανά την Υφήλιο ως όρος για την υπέρβαση του προσώπου∙ κατά συνέπεια ως όρος για την υπέρβαση της Ευρώπης προς ένα τεχνικώς ενιαίο κόσμο, ο οποίος, για να συγκρατηθεί στη ζωή, δεν χρειάζεται ούτε το Θεό, ως αρχή της φύσης ή ως θεσμοφύλακα του κοινωνικού βίου, ούτε την προσωπική ευθύνη για την ανάπτυξη και τη συντήρησή του, αλλά απλώς τη φυσική δυνατότητα όπως την υποτάσσει και τη διανέμει η τεχνική διαρρύθμιση στον άνθρωπο ανεξάρτητα από την ατομικότητά του, για να του επιβάλλει τη θέληση και την πράξη του.»


Σπύρος Κυριαζόπουλος, Η καταγωγή του τεχνικού πνεύματος (1965)

Σ.τ. HS. Για όσους πιστεύουν ακόμα πως η τεχνολογία συμβάλλει θετικά στην παρούσα κρίση, με όποιον τρόπο κι αν εννοούν αυτό το «θετικά».

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η ζωή στα χρόνια του ψέμματος


«Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας (….) προτιμά την εικόνα από το αντικείμενο, το αντίγραφο από το πρωτότυπο, την αναπαράσταση από την πραγματικότητα, το φαινόμενο από το είναι (…). Το ιερό για αυτήν δεν είναι παρά η ψευδαίσθηση και το ανίερο είναι η αλήθεια. Ή μάλλον το ιερό μεγαλώνει στο μέτρο πού μικραίνει η αλήθεια και αυξάνεται η ψευδαίσθηση, έτσι ώστε για αυτήν το αποκορύφωμα της ψευδαίσθησης να αποτελεί το αποκορύφωμα του ιερού».


ΦΟΫΕΡΜΠΑΧ, Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση της Ουσίας του Χριστιανισμού



Ζούμε στο κόσμο της εξουσίας και των χρημάτων. Η αντικειμενική πραγματικότητα αυτού του κόσμου καθορίζεται άμεσα από αυτές τις «αξίες»: την εξουσία και τα φράγκα. Σε ένα κόσμο λοιπόν πού καθορίζεται από αυτές τις «αξίες», αν δεν έχεις φράγκα και εξουσία, είσαι επί της ουσίας ένα τίποτα . Είσαι, είμαστε, η ενόχληση αυτής της κοινωνίας που οραματίζεται τον εαυτό της με βάση την ανάπτυξη την οικονομική, που εν τέλει θα της δώσει μεγαλύτερη εξουσία απέναντι σε όσους δεν μπορούν να τρέξουν αρκετά γρήγορα για να ανέβουν στο άρμα της οικονομικής προόδου.

Αυτή είναι η βασική αξία της κοινωνίας του πλανήτη μας και νομίζω ότι θα ήταν απόλυτα διαφωτιστική για όλους μας, αν δεν πασπαλιζόταν – για να μπορέσει να γίνει εύπεπτη - από «ουμανιστικές» ιδεολογίες. Έντεκα στις δέκα κουβέντες των ηγετών μας αφορούν την ανάπτυξη, την οικονομική ανάπτυξη βεβαίως, ανεξαρτήτως κόστους. Όταν μιλάμε «ανεξαρτήτου κόστους», όπως καταλαβαίνουμε μιλάμε για ανθρώπους

Αυτές οι ουμανιστικές ιδεολογίες - πού με την πάροδο των αιώνων εκλεπτύνονται τρομερά, άρα γίνονται και πιο επικίνδυνες - φαντάζονται αυτόν τον κόσμο και τους ηγέτες του σαν να βρίσκονται σε μια διαδικασία πάλης με αόρατους εχθρούς που μπαίνουν εμπόδιο στη πρόοδο της κοινωνίας. Οικονομική ύφεση, υπερδανεισμός, κακή διαχείριση, υπερκατανάλωση και πάει λέγοντας. Ποιος τα έκανε όλα αυτά, για ποιους λόγους, τι κέρδισε στη πορεία, ποιους ρητά εξαπάτησε ... περί αυτών ουδείς λόγος

Αυτό είναι το απόλυτο ψέμα και η απάτη τους .

Δεν υπάρχουν αόρατοι εχθροί σε αυτό το επίπεδο που αναφερόμαστε. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι διψασμένοι για χρήμα και εξουσία που αντιπαλεύουν με άλλους ανθρώπους επίσης διψασμένους για χρήμα και εξουσία για το ποιος θα ανέβει στο θρόνο της απόλυτης δύναμης. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι ικανοί να αμφισβητήσουν τα πάντα, όσο και ακραία να είναι, αρκεί να μην θίξουν αυτό πού είναι η βασική τους αξία: την εξουσία και το χρήμα.

Αυτό είναι το όραμα τους για τον κόσμο και αν το κοιτάξουμε ιστορικά, αυτό ήταν ανέκαθεν. Δεν θα πρέπει να έχουμε καμιά αυταπάτη. Ο υπόλοιπος κόσμος, εμείς δηλαδή, είμαστε το μέσον απλώς για να φτάσουν στο στόχο τους που είναι η επικράτηση. Το μέσον δεν έχει καμιά αξία. Μόλις δεν εξυπηρετεί, καταργείται. Αν βγει ένα καλύτερο μέσο , χωρίς δεύτερη σκέψη, αντικαθιστά το παλιό. Το μέσον δεν έχει ουμανιστική αξία, ή ακόμα και αν έχει, τη χάνει μόλις χάσει την αποτελεσματικότητα του. Αυτή είναι η αρχή όσων μας διοικούν. Η απόλυτη αντιστροφή του νοήματος πού θα όφειλε να έχει μια κοινωνία στοιχειωδώς ευνομούμενη. Ο άνθρωπος είναι το μέσο και όχι ο σκοπός της κοινωνίας.

Όσο για μας, πού δεν συμμετέχουμε στις ονειρώξεις της εξουσιαστικής ελίτ, το παραμύθι πού διαρκεί αιώνες επί αιώνων σε αυτό τον πλανήτη, φαίνεται να το οικειοποιούμεθα με ζέση περιμένοντας ίσως, είτε να πέσει κανένα κόκκαλο για να γλύψουμε, είτε για να το κριτικάρουμε ζηλεύοντας κατά βάθος όλους αυτούς που άρχουν εις βάρος μας και με την ανοχή μας .

Τους ζηλεύουμε γιατί αν μας δινόταν η ευκαιρία, το ποιο πιθανόν ήταν να κάναμε το ίδιο. Πώς αλλιώς να κατανοήσεις, ότι επί αιώνες συναινούμε στο να συμμετέχουμε σε μια παρτίδα που εν τέλει είναι πάντοτε εις βάρος μας;

Η συμμετοχή δεν είναι με κανένα τρόπο συνευθύνη, αυτό είναι ένα ευφυές κόλπο της προπαγάνδας της εξουσίας για να ενοχοποιήσει όλους όσους προσέτρεχαν για να γλύψουν τα κόκαλα πού έριχνε στα «σκυλιά» της. Το να μην συμμετέχεις μέσα σε αυτή την κοινωνία, δηλαδή να μην δουλεύεις, να μην ζεις με χρήματα, το να μην κάνεις λαμογιές, να είσαι δηλαδή παρών με το αστρικό σου σώμα και όχι με το υλικό, μάλλον είναι αδύνατο. Η άποψη που λέει ότι σε ένα κόσμο πού ζει μέσα σε περιβάλλον βόθρου, οφείλεις να είσαι άμεμπτος δια να ομιλείς, στερείται αν μη τι άλλο ρεαλισμού και συμπόνιας.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι δεν είμαστε άμεμπτοι, αλλά στο γεγονός ότι δεν κατανοούμε το πόσο δεν είμαστε όλοι μας, για ποιους ευτελείς λόγους υποκύπτουμε στο να μην είμαστε και κυρίως στο ότι δεν έχουμε κανένα όραμα να αλλάξουμε.

Η εξουσία δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Από τα πανάρχαια χρόνια επέλεξε το μονοπάτι της και για να είμαστε ειλικρινείς, το ακολουθεί με ευλάβεια και προσήλωση .

Εμείς όμως,

  • ως πότε θα είμαστε διατεθειμένοι να μιαίνονται οι μέρες μας, που εν τέλει δεν είναι και άπειρες, από τις γελοίες οικονομικές τους αναλύσεις πού μας υποτιμούν βαθύτατα και κυρίως μας λένε ψέματα;
  • ως πότε ο ήλιος μας θα κρύβεται πίσω από τους αριθμούς τους, που δεν έχουν ψυχή;
  • ως πότε θα μας απαγορεύουν να δούμε ένα κόσμο διαφορετικό από τον κόσμο της οικονομίας;

Δεν θέλω πια να ζω και να κοιμάμαι σε ένα κόσμο αριθμών, που το μόνο πού κάνουν είναι να συγκαλύπτουν την αλήθεια.

Ο κόσμος σας δεν είναι ο κόσμος μου!!


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...