Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Stress tests


[…] Αυτό που θ’ αντικρίσει εκεί, ιδίως στη ζώνη των φραγμών και στη ζώνη των βολών διώξεως, του είναι αδύνατον να το πιστέψει. Στην έκθεσή του, επιστρέφοντας, θα γράψει…
ότι καίτοι είχεν αντικρύσει εικόνας ανθρωποσφαγής εις τα πεδία μαχών εν Μακεδονία και Μικρά Ασία, εν τούτοις το μακάβριον και φρικιαστικόν θέαμα όπερ αντίκρυσεν εις τον μεταξύ του 731 και 717 χώρον, υπερέβαινε τας δυνατότητας της φαντασίας του. Όλη σχεδόν η ορατή, κατά μήκος της μεταξύ των δύο υψωμάτων κορυφογραμμής, ζώνη πλάτους 150 περίπου μέτρων ήτο κεκαλυμμένη δια πτωμάτων, εγκατεσπαρμένων κατά σωρούς, μεταξύ των οποίων, ως διακοσμητικόν συμπλήρωμα, προέβαλλον αποκεκομμένα μέλη κατατεμαχισθέντω μαχητών. Η μακάβριος εντύπωσις εκορυφούτο δια της θέας θανασίμων εναγκαλισμώναντιπάλων, εξ ων ουκ ολίγοι από ελληνικής πλευράς. Ανάλογον εικόνα θα παρουσίαζαν ασφαλώς και αι εκατέρωθεν της κορυφογραμμής προς τα χαράδρας Πρόι Μαθ και Πρόι Βέλες κατερχόμεναι κλιτείς. 
Θανάσιμος εναγκαλισμός, συχνό θέαμα της στάσης των σωμάτων νεκρών στρατιωτών στους πολέμους θέσεων (χαρακωμάτων). Στον θανάσιμο εναγκαλισμό, οι αντίπαλοι στρατιώτες, έχοντας τραυματίσει θανάσιμα ο ένας τον άλλον, αγκαλιάζονται σφικτά μέχρι να επέλθει ο θάνατος. Το περίεργο αυτό φαινόμενο, ως ανθρώπινη ιδιαιτερότητα, δεν γνωρίζει ιεραρχία. Στα χαρακώματα της χερσονήσου της Καλλίπολης ανευρέθησαν κατά την κατασκευή του εκεί μνημείου τα εναγκαλισμένα σώματα του Βρετανού λοχαγού L.JWalters και του Τούρκου υπολοχαγού Mustafa Asim.

Πέτρος Αρτάνης, Ελευθερία,
εκδ. ΕΨΙΛΟΝ, Κέρκυρα 2009


Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Η κατασκευή ενός εμπορεύματος

[…] Αντίθετα από ό,τι πρεσβεύει ο Άνταμ Σμιθ, το εμπορευματικό φαινόμενο δεν προκύπτει από κάποια φυσική προδιάθεση των ανθρώπινων όντων, αλλά είναι ολότελα κατασκευασμένο ιστορικοκοινωνικά. Οι ιστορικές περιστάσεις μέσα από τις οποίες έκαναν την εμφάνισή τους νέα εμπορεύματα καταγράφουν πάντοτε ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βίαιων σχέσεων ισχύος και σφετερισμού, οι οποίες συνοδεύονται από ένα νομοθετικό οπλοστάσιο που αποσκοπεί πρώτα απ’ όλα στην «απελευθέρωση» του εν λόγω αντικειμένων από τους παραδοσιακούς δεσμούς του και, στη συνέχεια, στη συμμόρφωσή του με τους όρους της εμπορευματικής ανταλλαγής. Το γεγονός αυτό φωτίζεται ξεκάθαρα από τα παραδείγματα ιδιωτικοποίησης της γης κατά το «κίνημα των περιφράξεων» στην Αγγλία (βλ. Καρλ Μαρξ, Το μυστικό της πρωταρχικής συσσώρευσης), όπως και από όσα ξέρουμε για την ιστορία της εργασίας στη δυτική Ευρώπη κατά το 19ο αιώνα. Χρειάστηκαν συγκρούσεις και αγώνες, καθώς και η δημιουργία ενός καινούργιου νομικού και νομοθετικού πλαισίου, απελευθερωμένου από τις παραδοσιακές φεουδαρχικές δεσμεύσεις, προκειμένου να συγκροτηθεί η αγορά της εργασίας. Ούτε η γη, ούτε η εργασιακή δύναμη του ανθρώπου, εμπεριέχουν από μόνες τους τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του εμπορεύματος.

Το φαινόμενο αυτό, στο οποίο αναφέρεται και ο Καρλ Πολάνυι μιλώντας στο Μεγάλο Μετασχηματισμό για «πλασματικά εμπορεύματα», και το οποίο αποκαλούμε σήμερα με το όρο «εμπορευματοποίηση», συνδέεται άρρηκτα με τη δυναμική του καπιταλισμού και την επέκταση των αγορών, η οποία αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του. Αυτή η επέκταση του πεδίου των αγορών διαβαίνει τώρα ένα ακόμα κατώφλι με την ανάδυση μιας καινούργιας τάξης εμπορευμάτων, τα οποία σχετίζονται με το ζωντανό. Πράγματι, εδώ και μερικές δεκαετίες είμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας ιδιωτικοποίησης και μετατροπής σε εμπορευματικό υλικό «πραγμάτων» όπως είναι οι ποικιλίες φυτών, τα γονίδια, οι μικρο-οργανισμοί, ακόμα και οι κυκλώνες −δηλαδή «πραγμάτων» που υπάρχουν σε φυσική κατάσταση και δεν έχουν φτιαχτεί από τον άνθρωπο.

Η εμπορευματοποίηση του ζωντανού

Αυτή η εξέλιξη του σύγχρονου καπιταλισμού μάς βοηθάει να δούμε, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, με ποιον τρόπο συντελείται η εμπορευματοποίηση νέων αντικειμένων και μέσα από ποια διαδικασία δημιουργούνται οι νέες αγορές. Διότι, πράγματι, η κατανόηση της διαδικασίας μέσα από την οποία μετατρέπεται σε εμπόρευμα κάτι που δεν ήταν, μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά της αγοράς, αυτού του κεντρικού θεσμών της κοινωνίας μας. Σε αυτή τη γενική εξέλιξη της «εμπορευματοποίησης του ζωντανού» εγγράφεται και η περίπτωση της εμπορευματοποίησης των σπόρων, δηλαδή των ποικιλιών διαφόρων καλλιεργήσιμων ειδών, που εδώ κι έναν αιώνα και κάτι πέρασαν από ένα καθεστώς λίγο-πολύ κοινοκτησίας στο καθεστώς του εμπορεύματος∙ γι’ αυτό το λόγο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πάρα πολλές πλευρές.

Πρώτα-πρώτα, οι σπόροι έχουν μια ισχυρή συμβολική λειτουργία ως πηγή και ελπίδα θρέψης, και υλική ενσάρκωση της ζωτικότητας. Η μετατροπή τους σε εμπόρευμα τροποποιεί τις σχέσεις του ανθρώπινου όντος με την τροφή του και με την πατρογονική του αντίληψη, που ήθελε τη Φύση τροφό. Έπειτα, σε ένα πολύ λιγότερο συμβολικό επίπεδο, η ποσότητα, η ποιότητα και η ποικιλία των σπόρων καθόριζαν ανέκαθεν τη μακρόχρονη επιβίωση των ανθρώπινων ομάδων, κάτι που ισχύει ακόμα και σήμερα παρ’ όλο που έχουμε την τάση να το ξεχνάμε. Τέλος, οι σπόροι μπορεί να αποτελούσαν αντικείμενο ανταλλαγών εδώ και πολλές χιλιετίες, συνήθως σε πολύ τοπικό επίπεδο, αλλά μόλις πρόσφατα στην ανθρώπινη ιστορία μετατράπηκαν σε εμπόρευμα και παράγονται με σκοπό την εμπορευματική ανταλλαγή.

Η ιστορία του μετασχηματισμού των σπόρων σε εμπορεύματα θέτει σε πλήρη αμφισβήτηση το νεοκλασικό δόγμα, που υποστηρίζει τη «φυσικότητα» ή «αντικειμενικότητα» των εμπορευμάτων (βλ. την κριτική αυτού του δόγματος από τον Αντρέ Ορλεάν στο Σκέψεις πάνω στα θεσμικά θεμέλια της εμπορευματικής αντικειμενικότητας). Πράγματι, για να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από μια άτυπη ανταλλαγή σπόρων σε μια τυπική αγορά φυτικών ποκιλιών, χρειάστηκε η επινόηση ενός τεχνητού προσδιορισμού του αντικειμένου «σπόροι». Έτσι, η αγρονομική επιστήμη ήρθε να συνδράμει τις ανάγκες της εμπορευματικής οικονομίας, περιχαρακώνοντας την βιοποικιλότητα με όρους ολοένα και πιο ορθολογιστικούς και ακριβείς. Αυτός ο τεχνικός ορισμός των σπόρων συνδράμει καθοριστικά το συντονισμό των παραγωγικών και εμπορευματικών δραστηριοτήτων με τρόπο που δεν έχει καμιά σχέση με τα φυσικά χαρακτηριστικά τους. Για παράδειγμα, μια ποικιλία σπόρων θεωρείται σήμερα «ποκιλία», και ορίζεται ως τέτοια, υπό τον όρο ότι είναι ομοιογενής και δεν παρουσιάζει μεταβολές, τη στιγμή που η μεταβλητότητα αποτελεί ένα βασικό φυσικό χαρακτηριστικό όλων των ζωντανών όντων. Επομένως, ο σπόρος ως εμπόρευμα είναι ένα τεχνητό και κοινωνικά κατασκευασμένο αντικείμενο, που δεν υπάρχει σε φυσική κατάσταση.

Επιπλέον, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίον ορίζεται αυτό το αντικείμενο, δεν είναι καθόλου ουδέτερος. Ο τεχνικός καθορισμός των σπόρων, που δεν έχει άλλο σκοπό πέρα από το συντονισμό παραγωγικών δραστηριοτήτων με άξονα την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα, καθορίζει την επιλογή ενός ορισμένου  συστήματος καλλιέργειας και γενικότερα ενός ορισμένου τρόπου ανάπτυξης. Για παράδειγμα, αυτό που ψάχνουν σήμερα είναι η παραγωγή ποικιλιών που θα παρουσιάζουν τη μέγιστη απόδοση, τη μέγιστη προσαρμοστικότητα στην εκμηχάνιση και τη μέγιστη αντοχή στα χημικά λιπάσματα κι εντονοκτόνα. Επομένως, ο τεχνικός ορισμός των σπόρων καθορίζει μια συγκεκριμένη επιλογή ανάπτυξης και των κοινωνικών σχέσεων που σχετίζονται με αυτήν.

Τέλος, ο τεχνικός καθορισμός των φυτικών και έμβιων ποικιλιών στόχο έχει να επιτρέψει την εγκαθίδρυση ενός συγκεκριμένου συστήματος σαφώς καθορισμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Πράγματι, για τη θέσμιση ενός «συστήματος γενικευμένης αγοράς» (Πολάνυι) απαιτείται η δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς νομοθετικών διεργασιών και θεσμών −με την ευρεία έννοια του θεσμού ως «ολικού κοινωνικού γενονότος» (Μως), που περιλαμβάνει ένα σύνολο κανόνων, γνωμόνων, αξιών καθώς και συστημάτων ερμηνείας, κωδικοποίησης και κυρώσεων των ατομικών συμπεριφορών.

Η κατασκευή του εμπορεύματος

Μια οικονομία αγοράς εγκαθιδρύεται μόνο από τη στιγμή που κατασκευάζονται και επικρατούν στην πολιτική και νομική σφαίρα οι θεμελιώδεις θεσμικές που της είναι αναγκαίες για να υπάρξει και να λειτουργήσει, όπως για παράδειγμα: συστήματα μέτρων και σταθμών, παραγωγικές νόρμες, ένα νομισματικό σύστημα, δικαιώματα ιδιοκτησίας, εμπορικό δίκαιο, ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και αγαθών, νομοθεσία για τον ανταγωνισμό, κ.λπ.

Σε ό,τι αφορά ειδικά την κοινωνική κατασκευή του εμπορεύματος, η οποία αποτελεί το πρώτο στάδιο (όχι κατ’ ανάγκη χρονολογικά) για τη συγκρότηση, τη θέσμιση και την εγκαθίδρυση μιας αγοράς, αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα μπροστά στα μάτια μας με την εμπορευματοποίηση της Φύσης και του ζωντανού μάς καλεί να διακρίνουμε δυο θεμελιώδεις διαδικασίες, που, και οι δυο μαζί, προσδιορίζουν αυτό που είναι ένα εμπόρευμα. 



α. Τυποποίηση ή τεχνικός χαρακτηρισμός του εμπορεύματος

Η πρώτη είναι μια διαδικασία κωδικοποίησης και τυποποίησης −αυτό που αποκαλούμε «τεχνικός χαρακτηρισμός του εμπορεύματος»−, η οποία δεν έχει προκύψει μόνο από τον καταμερισμό της εργασίας και την άκρα εξειδίκευση των δραστηριοτήτων αλλά και για τις ανάγκες λειτουργίας των αγορών. Αυτή η διαδικασία εκφράζεται με την τυποποίηση και τη διαφήμιση των χαρακτηριστικών του πράγματος που προορίζεται για εμπορευματική ανταλλαγή, δηλαδή με την επιδίωξη του μέγιστου εξορθολογισμού και της μέγιστης αποδοτικότητας στην παραγωγή και την ανταλλαγή του. Η διαδικασία αυτή μετατρέπει το «πράγμα» αυτό σε αντικείμενο με ιδιότητες που είναι γνωστές, ή είναι δυνατό να γνωσθούν, αποσπώντας το από τους κοινωνικούς δεσμούς μέσα στους οποίους εγγραφόταν προηγουμένως.

Παραδείγματος χάριν, για να επιτραπεί η παραγωγή και η εμπορική κυκλοφορία σπόρων διαφόρων καλλιεργούμενων ποικιλιών, πρέπει οι ποικιλίες αυτές να είναι καταγεγραμμένες στον επίσημο κατάλογο σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια, που έχουν να κάνουν με την ποιότητα και την παραγωγική αποδοτικότητά τους. Οι ανταλλαγές σπόρων που δεν τηρούν αυτούς τους όρους, και κυρίως οι άτυπες ανταλλαγές που έκαναν κατά παράδοση οι αγρότες, κηρύσσονται παράνομες. Αυτό το φαινόμενο τυποποίησης εγγράφεται πλήρως σε αυτό που ο Ζακ Ελλύλ έχει ονομάσει Τεχνική (βλ. Το Τεχνικό Σύστημα) και με αυτή την έννοια, το εμπόρευμα είναι κατά πρώτιστο λόγο ένα τεχνικό αντικείμενο. […]

Η τυποποίηση ενός αντικειμένου που το προορίζουν για εμπόρευμα συνδέεται με το βάθαιμα του καταμερισμού της εργασίας, κάτι που […] συνδέεται ιστορικά στη Δύση με την επέκταση της αγοράς ως κύριου τρόπου ανταλλαγής. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η επέκταση της αγοράς δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτή την τυποποίηση και την κωδικοποίηση των αγαθών. Πράγματι, η αγορά έχει ανάγκη να ανταλλάσσονται πράγματα που έχουν οριστεί με ακρίβεια. Συνεπώς,

  • η τεχνική τυποποίηση και η εμπορευματική ανταλλαγή τρέφουν η μια την άλλη
και
  • δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε το φαινόμενο της εμπορευματοποίησης αν δεν κατανοήσουμε τη διαδικασία της τεχνικής τυποποίησης των αγαθών.

Για τον Ζακ Ελλύλ, αυτό που χαρακτηρίζει τη μοντέρνα Τεχνική είναι η επιδίωξη της μέγιστης αποδοτικότητας και του μέγιστου εξορθολογισμού των μέσων, δηλαδή «η αναζήτηση του αποτελεσματικότερου μέσου σε όλα τα πεδία και σε όλους τους τομείς» (Το Τεχνικό Σύστημα). Και πραγματικά, από τη βιομηχανική επανάσταση και δώθε είμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας κίνησης εξορθολογισμού όχι μόνο στον τομέα της παραγωγής, αλλά και σε αυτόν της ανταλλαγής, της κυκλοφορίας, της διακυβέρνησης, της διανοητικής δραστηριότητας, κ.λπ. «Αυτή η πυρετώδης διεργασία εξορθολογισμού, ενοποίησης και τεχνικού χαρακτηρισμού απλώνεται παντού, από τη θέσμιση κανόνων για την κυκλοφορία του χρήματος και την οργάνωση της οικονομίας, έως τον αυστηρό προσδιορισμό παγκόσμιων μέτρων και σταθμών ή τη ρυμοτομία. Αυτό ακριβώς είναι το τεχνικό έργο, το έργο της Τεχνικής. Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε, πως η Τεχνική εκφράζει την αγωνία των ανθρώπων να κυριαρχήσουν πάνω στα πράγματα με μόνο όπλο τη λογική» (Ελλύλ). […]

Αλλά η τυποποίηση αυτή −την οποία συνδράμουν πρόθυμα οι επιστήμονες− συνδέεται στενά με τις ίδιες τις ανάγκες της αγοράς. Ένα σύστημα αγορών δεν μπορεί να συντονίσει αποτελεσματικά τις οικονομικές δραστηριότητες παρά μόνο εφόσον τα ανταλλασσόμενα αγαθά έχουν οριστεί και χαρακτηριστεί με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια […] ώστε να μπορεί κανείς να τους προσδιορίσει μια ορισμένη τιμή και, κυρίως, να ταυτοποιούνται έτσι ώστε να αποτελούν αντικείμενο ενός δικαιώματος αποκλειστικής, ιδιωτικής ιδιοκτησίας, χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατό να υπάρξει εμπορευματική ανταλλαγή. […]

β. Ιδιωτικοποίηση ή νομικός χαρακτηρισμός του εμπορεύματος

Μπορούμε να δούμε την εμπορευματική ανταλλαγή σαν τη μεταβίβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας ενός αντικειμένου με αντίτιμο ένα χρηματικό ποσό. Για να υπάρξει εμπορευματοποίηση των σπόρων, πρέπει να έχει θεσμιστεί η ιδιοκτησία τους. Από τις απαρχές της γεωργίας, εδώ και 10.000 χρόνια περίπου, οι σπόροι κυκλοφορούσαν σε όλο τον κόσμο. Αυτή η κυκλοφορία ήταν εμπόριο με τη σύγχρονη έννοια του όρου; Ασφαλώς όχι! Από τη μια μεριά, εκείνη η κυκλοφορία στηριζόταν, όπως όλες οι ανταλλαγές πριν από την εποχή μας, είτε στη λογική της λεηλασίας, είτε στη λογική του δώρου, που ασφαλώς δεν έχουν σχέση με την εμπορευματική λογική. Από την άλλη, μέχρι τον 20ο αιώνα, οι αγρότες πάντοτε βαστούσαν σπόρους από τη συγκομιδή κάθε χρονιάς για να ξανασπείρουν την επόμενη, οπότε δεν χρειάζονταν να προμηθεύονται οπωσδήποτε σπόρους από αλλού. […]

Έτσι, η δεύτερη διαδικασία μέσα από την οποία κατασκευάζεται κοινωνικά ένα εμπορευμα, είναι μια διαδικασία ιδιωτικοποίησης. Πράγματι, η εμπορευματική ανταλλαγή μπορεί να υπάρξει μόνο πάνω στη βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και επομένως πάνω στη θέσμιση ενός συστήματος δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η πρόσφατη εμφάνιση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω στους «γενετικούς πόρους» δεν είναι παρά το προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη ων βιοτεχνολογιών και τη μετατροπή σε εμπόρευμα των γονιδιωμάτων, των μοκροοργανισμών, των φυτικών ποικιλιών, κ.ά. Η εξέλιξη των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα των σπόρων −που αποτελεί συμπληρωματική συνέχεια στη διαδικασία αποξένωσης των αγροτών από τα παραδοσιακά τους δικαιώματα και στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος τους− δείχνει ξεκάθαρα πόσο σημαντική είναι αυτή η διαδικασία ιδιωτικοποίησης, πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος της για την επέκταση των αγορών και με ποιο τρόπο ακριβώς αυτός ο θεσμός ιδιοκτησίας επιβάλλει ένα συγκεκριμένο τύπο κοινωνικών σχέσεων. […]

Συμπέρασμα

Η μελέτη της ιστορίας των φυτικών ποικιλιών δείχνει ξεκάθαρα, πως ο μετασχηματισμός του σε εμπόρευμα δεν έχει τίποτε το φυσικό ή το αυθόρμητο, αλλά αποτελεί προϊόν μιας θεσμικής κατασκευής, που προϋποθέτει μια διπλή διαδικασία τεχνικής τυποποίησης και νομικής ιδιωτικοποίησης.

Η κατασκευή αυτή

  • είναι αποτέλεσμα μιας σύγκλισης των συμφερόντων των βιομηχάνων, των επιστημόνων, των Κρατών και των συνασπισμών ισχύος (πχ. λόμπις), που φτιάχτηκαν για να υποστηρίζουν αυτά τα συμφέροντα,
και
  • προσανατολίζεται με άξονα τις κυρίαρχες αξίες και την κυρίαρχη, εμπορευματική ή φιλελεύθερη ιδεολογία, που θεωρεί ότι η αγορά είναι ο καλύτερος μηχανισμός συντονισμού των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Η εμπορευματοποίηση και εκτεχνίκευση της Φύσης έχει σοβαρές κοινωνικές και ανθρώπινες συνέπειες, που δεν έχουμε πλήρως αντιληφθεί ακόμα. Καταρχάς, η εκτεχνίκευση της γεωργίας οδηγεί μονόδρομα στην επιλογή ενός αγροτικού συστήματος που έχει ολοένα και μεγαλύτερες ανάγκες για κεφάλαια, πράγμα που με τη σειρά του οδηγεί στα τεράστια αγροκτήματα, τιις μεγάλης έκτασης βιομηχανικές αγροκαλλιέργειες, τα μονοπώλια σπόρων και την εκτεταμμένη χρήση φυτοφαρμάκων, σε βάρος των μικρών καλλιεργητών και των οικογενειακών αγροκτημάτων. Το αποτέλεσμα είναι η επέκταση της μονοκαλλιέργειας, η συγκεντροποίηση των καλλιεργειών, η εγκατάλειψη των χωριών και στη συνέχεια η ερήμωση της υπαίθρου, η ομοιομορφία των τοπίων, των τρόπων ζωής και των ηθών, καθώς και μια σειρά επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία των ανθρώπων. […]

Επιπλέον, η ίδια η επέκταση των μηχανισμών και της λογικής της αγοράς σε ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια της Φύσης επιβάλλει την δημιουργία ακόμα περισσότερων θεσμών τυποποίησης, πιστοποίησης και εξασφάλισης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Αυτό οδηγεί στην επέκταση του πνεύματος της αγοράς πολύ πέρα από την απλή σφαίρα των εμπορευματικών ανταλλαγών −π.χ. στον προσανατολισμό της επιστημονικής έρευνας προς μια ορισμένη κατεύθυνση, ή την επιλογή ενός ορισμένου αγροτικού συστήματος−, με αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση και την παγίωση όχι μόνο μιας «οικονομίας της αγοράς» αλλά μιας κοινωνίας της αγοράς. […]

Τέλος, οι αξίες που στηρίζουν αυτή τη γενική εξέλιξη εντείνουν την μετατροπή της Φύσης σε ένα άψυχο πράγμα, ανατρέποντας τη σχέση που είχαν μαζί οι άνθρωποι επί αιώνες αιώνων. Ειδικότερα, η ιδεολογία της «γενετικής προόδου», προϊόν αυτής της πραγμοποίησης του ζωντανού, οδηγεί σε μια μηχανιστική και αναγωγιστική αντίληψη των πόρων και της ζωής, μετατρέποντάς τα σε πράγματα που μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι μας καπνίσει. Από εδώ γεννιέται μια κενόδοξη αίσθηση παντοδυναμίας, που καταλήγει στην εργαλειοποίηση των διαφόρων μορφών ζωής πάνω στη Γη, από τα γονία και το ανθρώπινο σώμα έως τα ζώα και τα φυτά. Αλλά, παρά τις υλικές προόδους που σημειώνονται από αυτή την ανατροπή, τίποτα δεν βεβαιώνει πως αυτός ο δρόμος οδηγεί πραγματικά σε μια ποιοτική βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης.

Hélène Tordjman, La construction d’une marchandise (2003)



Σημ. του HS Στο κείμενο αυτό η Τορντμάν εξετάζει με αρκετή διεξοδικότητα όλη τη διαδικασία εμπορευματοποίησης ειδικότερα των σπόρων, παραθέτοντας κάμποσα παραδείγματα και στοιχεία της όλης διαδικασίας, που απλώνεται και στο πεδίο της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας. Εδώ περιοριστήκαμε να δώσουμε μια μικρή γεύση του εστιάζοντας στην γενικότερη οπτική και τα πορίσματά της, που αφορούν στην «κατασκευή» του εμπορεύματος γενικότερα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή καταφέρουμε να μεταφράσουμε και ειδικότερα αποσπάσματα. Καλό τριήμερο!

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Χρήμα και Μαγεία | 2

(Συνεχίζουμε με Αντρέ Ορλεάν)

Η πρωταρχικότητα του χρήματος

«Για να σκεφτούμε μια αυθεντική θεωρία του χρήματος πρέπει ν' αντιστρέψουμε ριζικά την οπτική μας. Πρέπει να ξεκινήσουμε από το χρήμα, δηλαδή να θεωρήσουμε ότι η ανάγκη για χρήμα προηγείται της ανάγκης για αγαθά. Πρέπει να σκεφτούμε μια οικονομία, στην οποία τα εμπορεύματα είναι ένα μέσο για την απόκτηση χρήματος∙ και όχι το αντίστροφο. […]

Στην οπτική μας ο πλούτος δεν είναι ένα αντικείμενο, ούτε μια ουσία. Είναι κάτι που αναφέρεται σε μια κοινωνική ιδιότητα: τη ρευστότητα, δηλαδή το να είναι κάτι αντικείμενο της επιθυμίας όλων των μελών μιας κοινωνίας. Είναι η μορφή που παίρνει ο κοινωνικός δεσμός και η αλληλεγγύη μέσα σε μια κοινωνία που έχει αποπροσωποποιήσει την αλληλεξάρτηση.

Στην πρότασή μας, το χρήμα ορίζεται ως η κοινωνικά αναγνωρισμένη μορφή, την οποία παίρνει ο πλούτος σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι η απόλυτη ρευστότητα*


Η αξία δεν είναι ούτε ουσία, ούτε μέγεθος

«Για τον mainstream οικονομολόγο τα πάντα ξεκινούν από το ανεξάρτητο άτομο, το οποίο ψάχνει ν’ αποκτήσει τα εμπορεύματα που του είναι χρήσιμα. Το μοναδικό εμπόδιο που γνωρίζει αυτό το ανεξάρτητο άτομο στον αγώνα του να πραγματώσει τις επιθυμίες του, είναι τα άλλα άτομα, που είναι εξίσου ανεξάρτητα και που αγωνίζονται κι αυτά εξίσου για να πραγματώσουν τις επιθυμίες του αποκτώντας τα ίδια εμπορεύματα. Πάνω σε τέτοιας λογής βάσεις, ο κοινωνικός κόσμος νοείται σαν σύνθεση των ατομικών πράξεων. Είναι αυτό που ο Φρίντριχ Χάγιεκ, στο βιβλίο του Scientism and the Study of Society (1942), ονομάζει “ατομιστική και συνθετική μέθοδος των κοινωνικών επιστημών”. Σε αυτή την οπτική, η εμπορευματική οικονομία αναλύεται σαν ένα σύνολο χρήσιμων αντικείμενων, τα οποία πρέπει να διανεμηθούν σε ένα σύνολο ατόμων. Γι’ αυτό και θεωρεί πρωταρχική την αγορά ενώ το χρήμα το βλέπει σαν ένα δευτερεύον συμπλήρωμα, ένα απλό εργαλείο που διευκολύνει τις ανταλλαγές χωρίς, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, να επηρεάζει στο παραμικρό την αξία των εμπορευμάτων.

Αυτή η αντίληψη υποτιμά ριζικά μια πραγματικότητα, που παίζει τεράστιο ρόλο στην οικονομία. Την αβεβαιότητα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εμπορευματικής οικονομίας είναι οι ασταμάτητες, σημαντικές και απρόβλεπτες μεταπτώσεις τόσο στις παραγωγικές τεχνικές όσο και στις καταλανωτικές προτιμήσεις, γεγονός που επηρεάζει ριζικά τις τιμές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η ύπαρξη καθενός παραγωγού-ανταλλάκτη να παίζεται κυριολεκτικά στα χάρια. Μπορεί σήμερα να τα φέρνει βόλτα μια χαρά, αλλά τίποτα δεν τον ασφαλίζει ότι αυτό θα ισχύει και αύριο. Διότι η εμπορευματική οικονομία θεμελιώνεται στο διαχωρισμό. Πρόκειται δηλαδή για ένα κοινωνικό σχηματισμό, όπου ο καθένας κλείνεται στην ατομική του αυτονομία χωρίς να μπορεί να λογαριάζει στους άλλους παρά μόνο αν έχει κάτι ν’ ανταλλάξουν. Σε τελική ανάλυση, το άτομο δεν μπορεί εδώ να υπολογίζει στη βοήθεια των άλλων έτσι και το βρουν δυσκολίες στη ζωή. [βλ. και εδώ.] 

Η αγορά λοιπόν δεν είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στην ανάγκη για βοήθεια και κάλυψη, την οποία γεννάει ο ίδιος ο εμπορευματικός διαχωρισμός. Από εδώ προκύπτει μια ιδιαίτερη απαίτηση, η “ελεγκτική δύναμη” πάνω στην κυκλοφορία εμπορευμάτων, γιατί μέσα από αυτή τη δυνατότητα ο καθένας ελπίζει ότι η ύπαρξή του θα γίνει λιγότερο αβέβαιη. Και φυσικά, στην οικονομία της αγοράς, αυτή η ελεγκτική δύναμη ενσαρκώνεται στην αγοραστική δύναμη, μιας και η αγορά αποτελεί το μοναδικό νόμιμο τρόπο για να αποκτά κανείς εμπορεύματα.

Όμως, για να μπορεί κανείς να διαθέτει “αγοραστική δύναμη”, πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται σε δυο προαπαιτούμενα: πρώτον, η αγοραστική του δύναμη να είναι γενική, δηλαδή να του επιτρέπει να αγοράζει οποιοδήποτε εμπόρευμα, άρα να έχει πρόσβαση σε όλα τα εμπορεύματα γενικώς∙ και δεύτερον, να μπορεί να παραμένει αδιάπτωτη μέσα στο χρόνο. […]

Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που αποκαλούμε “ρευστότητα” και φυσικά το χρήμα είναι εκείνο απ’ όλα τα αγαθά, που η ρευστότητά του είναι απόλυτη. […]

Έτσι, η αντίληψη του οικονομικού, που αντιπροτείνω, είναι ριζικά διαφορετικής φύσης από των mainstream θεωριών. Στη δική μου οπτική, ο κοινωνικός κόσμος δεν οικοδομείται από την απλή προέκταση των επιμέρων ατομικών βουλήσεων, όπως θεωρεί η maistream σκέψη, αλλά είναι προϊόν μιας ισχύος −της σαγήνης του χρήματος−, η οποία υπερβαίνει τις ατομικές αξίες και τις ατομιστικές αναλύσεις. Πράγματι, η επιθυμία του χρήματος είναι μια επιθυμία που σε πολύ μεγάλο βαθμό ξεφεύγει από τη λογική του ανεξάρτητου και αυτεξούσιου ατόμου. Πρόκειται, ακριβέστερα, για μια επιθυμία η οποία περισσότερο επιβάλλεται στους ανθρώπους παρά πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή τους. […]

Γι’ αυτό στην οπτική που υποστηρίζουμε, το χρήμα παίζει τον πρωταρχικό ρόλο ενώ η αξία ενός εμπορεύματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ποσότητα χρήματος, που αυτό το εμπόρευμα επιτρέπει να αποκτηθεί κατά την ανταλλαγή. Αυτό λοιπόν που έχει σημασία, είναι η κοινωνική αντικειμενικότητα αυτού του μέτρο, δηλαδή το γεγονός ότι επιβάλλεται στους πάντες. […]

Κι η αντικειμενικότητα της αξίας δεν πρέπει να αναζητηθεί, κατά τη γνώμη μου, στο μέγεθός της, το οποίο είναι εξαιρετικά ευμετάβλητο ανάλογα με τις συνθήκες και τις παραγωγικές σχέσεις. Τι δεν είναι ευμετάβλητο; Αμετάβλητο είναι το γεγονός ότι η αξία αντικειμενοποιείται κοινωνικά στο χρήμα. Αντικειμενικό και αμετάβλητο, δηλαδή, είναι το γεγονός της ύπαρξης της τιμής και όχι το μέγεθός της! […]

Η οικονομική αξία, όπως και οι ηθικές, οι αισθητικές ή οι θρησκευτικές αξίες, είναι καμωμένη από το υλικό που λέγεται κοινό αίσθημαΗ αξία δεν είναι μια ουσία ή μια υπόσταση, που έχουμε να μετρήσουμε. Είναι μια δύναμη, η οποία διαμορφώνει το conatus [το μεράκι, αν μου επιτρέπει ο Σπινόζα –σημ. HS] των δρώντων υποκειμένων. Στο βιβλίο του Οι Στοιχειώδεις μορφές της θρησκευτικής ζωής, ο Εμίλ Ντυρκέμ μας λέει:
“Ο πιστός που κοινωνεί με το θεό του, δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που βλέπει νέες αλήθειες τις οποίες δεν βλέπει ο άπιστος. Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί παραπάνω. Αισθάνεται μέσα του περισσότερη δύναμη…”
Σε αυτή την ενέργεια αναγνωρίζουμε την ύπαρξη των αξιών, μέσω των οποίων κινείται μιας κοινωνία. Και το ίδιο ισχύει για την οικονομία: δεν την προσδιορίζει η αναζήτηση της χρησιμότητας, η οποία αποτελεί ένα μάλλον άτονο πάθος, αλλά ο πόθος του χρήματος. Στα βιβλιά εβραϊκά για παράδειγμα, η λέξη για το χρήμα είναι kessefπου προέρχεται από το ρήμα Lehikassedτο οποίο σημαίνει “ποθώ με πάθος”. Παρόμοια, μια από τις αραβικές λέξεις για το χρήμα, η λέξη al-mal (ή al-maal) έχει κι αυτή, όπως η λέξη kessef, για ρίζα της την έννοια του έντονου πόθου ή και του φθόνου.

Αυτή η αντίληψη του χρήματος βρίσκεται στους αντίποδες της εργαλειακής θεώρησης, την οποία λατρεύουν οι οικονομολόγοι, γιατί μας καθιστά ορατή μια πραγματικότητα που ξεφεύγει από την ορθολογικότητα μιας και στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα το ορθολογικό στο να ποθεί κανείς το χρήμα.

Υποστηρίζουμε λοιπόν, ότι οι διάφορες θεωρίες της αξίας −τόσο αυτές που την ανάγουν στη χρησιμότητα, όσο κι αυτές που την ανάγουν στην εργασία− πρέπει να κατανοηθούν με αφετηρία αυτή την αγωνιώδη απορία των ανθρώπων μπροστά σ’ ένα φαινόμενο που τους ξεπερνάει, που δεν το ελέγχουν και που κοροϊδεύει τη λογική τους. Εδώ βρίσκεται και ο λόγος που οι οικονομικές αξίες μάς έχουν κατακυριεύσει: επενδύουμε με τόσο πάθος σε αυτές, που χάνουμε την ικανότητα να τις παρατηρήσουμε από απόσταση και με σκεπτικισμό. […]»**


Το θεσμιακό μοντέλο γένεσης του χρήματος

«Εμπορευματική οικονομία είναι μια οικονομία, στην οποία η παραγωγή αφήνεται στα χέρια ενός πλήθους αυτόνομων παραγωγών-ανταλλακτών, που παίρνουν τις αποφάσεις τους εντελώς ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Ωστόσο, άπαξ και αναπτυχθεί έστω κι ελάχιστα ο καταμερισμός της εργασίας, ο κάθε παραγωγός-ανταλλάκτης αρχίζει να εξαρτάται στενά από ένα πολύ μεγάλο αριθμό άλλων παραγωγών-ανταλλακτών τόσο σε ό,τι αφορά την ίδια την παραγωγή (προκειμένου να αποκτήσει όσα χρειάζεται για να παράξει), όσο και σε ό,τι αφορά την πώληση των προϊόντων του, δεδομένου ότι στο παιχνίδι εμπλέκεται πλέον ένα πλήθος δυνητικών καταναλωτών. Επιπλέον, η ταυτότητα αυτού του πολύ μεγάλου αριθμού ατόμων διαφοροποιείται συχνά σε συνάρτηση με την εξέλιξη των τεχνικών παραγωγής και των προτιμήσεων των καταναλωτών. Κοντολογής, σε μια ανεπτυγμένη εμπορευματική κοινωνία ο καθένας εξαρτάται δυνητικά από όλους. Πώς θα μπορούσε επομένως να οργανωθεί μια τέτοια “ρευστή και κλυδωνιζόμενη αλληλεξάρτηση”; Είναι προφανές ότι ο αντιπραγματισμός δεν είναι η απάντηση. Θα ήταν σαν να λέμε ότι, κάποιος που φτιάχνει αυτοκίνητα, θα μπορούσε να το κάνει μέσα από μια ατέλειωτη σειρά διμερών αντιπραγματιστικών ανταλλαγών με όλους τους πελάτες του! Ανταλλάσσοντας τι με τι στο κάτω-κάτω της γραφής; Αστείο και να το σκεφτείς.

Ποια είναι λοιπόν η θεμελιακή Αρχή πάνω στην οποία δομούνται οι εμπορευματικές οικονομίες; Είναι η αφηρημένη αξία. Η εμπορευματική παραγωγή είναι μια παραγωγή που μοναδικό σκοπό έχει την ιδιοποίηση της αφηρημένης αξίας, δηλαδή του γενικού δικαιώματος πάνω στην ολότητα. Αν αυτή την ιδέα της αξίας δεν υπήρχε εκ των προτέρων αγκιστρωμένη μέσα στα μυαλά των παραγωγών-ανταλλακτών, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε προσφορά εμπορευμάτων, ούτε και μαζική παραγωγή.

Στόχος μας δεν είναι να προτείνουμε μια καινούργια θεωρία της Αξίας, που θα μας υποδεικνύει τρόπους για να βρίσκουμε πόσο αξίζει ένα εμπόρευμα! Αυτό που μας ενδιαφέρει, απεναντίας, είναι να υπογραμμμίσουμε το γεγονός ότι εμπορευματική παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε μια κοινωνία για την οποία η ιδέα της αξίας, δηλαδή το ότι κάτι έχει αξία για το μέγιστο δυνατό αριθμό ατόμων, έχει μια κοινωνικά αναγνωρισμένη ύπαρξη.

Με αυτή την έννοια, σε μια εμπορευματική οικονομία η αξία βρίσκεται στα θεμέλια της σχέσης με τον άλλον και είναι εκείνο δια του οποίου ο εμπορευματικός κόσμος επιβάλλεται πάνω στα άτομα. Έτσι, η σχέση του εμπορευματικού ατόμου με τον περίγυρό του χτίζεται μέσα από τον υπολογισμό του σε πόσους και πόσο μπορεί να πουλήσει. Γι’ αυτό το λόγο οι λογαριασμοί είναι, μέσα στο εμπορευματικό σύμπαν, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσει καθενός έναντι των άλλων. […]

Λέει ο Άνταμ Σμιθ στον Πλούτο των Εθνών:
“Μετά την πρώτη εγκαθίδρυση του καταμερισμού της εργασίας, κάθε σώφρων άνθρωπος χρειάστηκε φυσικά να ρυθμίζει τις υποθέσεις του έτσι ώστε να έχει πάντοτε στην κατοχή του, πέρα από κάποιο αγαθό που τον ενδιαφέρει να παράγει για τον εαυτό του, και μια ποσότητα ενός άλφα ή βήτα εμπορεύματος, το οποίο κατά τη γνώμη του οι περισσότεροι άνθρωποι θα δέχονταν να πάρουν ανταλλάσσοντάς το με τα δικά τους προϊόντα” (σ. 26) 
[…] Ο καθένας δηλαδή προσπαθεί όσο περισσότερο μπορεί να “μαντέψει” αυτό που θεωρείται “πλούτος”, δηλαδή ποια είναι εκείνα τα αγαθά που αναγνωρίζει ως πλούτο ο μέγιστος αριθμός των συνανθρώπων του. Επομένως, αναζήτηση του πλούτου σημαίνει αναζήτηση αυτού που οι περισσότεροι θεωρούν σαν πλούτο. Αυτός ο αυτοαναφορικός ορισμός του πλούτου (“πλούτος είναι αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν σαν πλούτο”) οδηγεί σε μια λογική μιμητικής αντιπαλότητας μεταξύ διαφόρων αγαθών, που προτείνονται ως πλούτος.

Πράγματι, η υιοθέτηση μιας άλφα αντίληψης του πλούτου αποκτά μεγαλύτερη σημασία για το άτομο στο βαθμό που αυτή η αντίληψη είναι αντικείμενο μιας ευρύτατης συμφωνίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η συμφωνία, τόσο μεγαλύτερο είναι το πεδίο κυκλοφορίας του αγαθού που θεωρείται πλούτος, και επομένως τόσο περισσότερα σε ποσότητα και ποικιλία είναι τα εμπορεύματα που μπορεί να αποκτήσει όποιος κατέχει το συγκεκριμένο αγαθό-πλούτο. Με άλλα λόγια, διευρύνεται το πεδίο ισχύος των δικαιωμάτων που ενσαρκώνει η καταχή αυτού του πλούτου.

Από εδώ προκύπτει αναπόφευκτα το κλασικό φαινόμενο του “κυνηγητού των αποδόσεων”: ο καθένας κυνηγάει την πιο διαδεδομένη αναφορά, το αγαθό που ενσαρκώνει τον πλούτο για τους περισσότερους, για να συμμορφωθεί σε αυτήν και να κερδίσει τα δικαιώματα που αυτή προσφέρει. Με αυτό τον τρόπο γίνεται αισθητή η ισχύς του πλήθους. Είναι προς το συμφέρον καθενός να τροποποιήσει την ατομική αντίληψή του για τον πλούτο υιοθετώντας εκείνη που αποδέχονται οι περισσότεροι, διότι με αυτό τον τρόπο πολλαπλασιάζει τις δυνατότητές του να συναλλάσσεται −πράγμα που αποτελεί ζωτικής σημασίας προϋπόθεση της εμπορευματικής ισχύος. Αυτή ακριβώς η λογική, που αναγκάζει τον καθένα να προσαρμόζεται στη υπερισχύουσα αντίληψη του πλούτου, μπορεί να ονομαστεί μιμητική.  Κι έτσι, μέσα σε ορισμένες γενικές συνθήκες, αυτή μιμητική διαδικασία οδηγεί κατόπιν συγκρούσεων σε μια κατάσταση, στην οποία οι εμπλεκόμενοι συμφωνούν τελικά να υιοθετήσουν από κοινού ένα συγκεκριμένο αγαθό, ή σημείο, ως εκπρόσωπο του πλούτου. Πρόκειται για το φαινόμενο που αποκαλούμε “μιμητική πόλωση”, ή ακόμα “φαινόμενο εκλογής”. Από εδώ προκύπτει το χρήμα. […]

Πρέπει εδώ να υπογραμμίσω, ότι οι θέσεις μας αυτές δεν απορρίπτουν υποχρεωτικά όλες τις νομισματικές αναλύσεις που κάνουν οι οπαδοί των εργαλειακών θεωριών. Πράγματι, όταν ένα νόμισμα σταθεροποιηθεί ως αντικείμενο εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των οικονομικών παραγόντων, τότε συμπεριφέρεται de facto σαν ένα απλό εργαλείο των ανταλλαγών −κι έτσι μπορεί κανείς να το αναλύσει μέσω των τριών θεμειακών λειτουργιών του, ως λογιστική μονάδα, ως μέσον αποταμίευσης και ως μέσο κυκλοφορίας. […]

Όμως για να μπορεί ένα νόμισμα να διατηρεί αυτές τις λειτουργίες, πρέπει κατά πρώτο λόγο να διατηρείται η συμφωνία πάνω στην οποία “εκλέχτηκε”. Κι αυτό δεν είναι καθόλου προφανές, μιας και η ενοποίηση του εμπορευματικού πεδίου με άξονα ένα κεντρικό νομισματικό γνώμονα αφήνει πάντοτε απ’ έξω ορισμένα επιμέρους συμφέροντα, τρέφοντας με αυτό τον τρόπο ένα υποβόσκον συγκρουσιακό δυναμικό που, άπαξ και βγει στην επιφάνεια θέτοντας σε αμφισβήτηση την ενότητα του νομισματικού πεδίου, οδηγεί σε αυτό που γνωρίζουμε ως νομισματική κρίση». ***


Φεβρουάριος 2003,

Φθινόπωρο 2013

11-18 Ιουλίου 2007



Σημ. του HS. Σε ένα τρίτο μέρος θα συνεχίσουμε με μερικές παρατηρήσεις του Ορλεάν για την παρούσα κρίση και με αποσπάσματα από ένα σημαντικό κείμενο σχετικά με την τιμή και την αξία. Υπομονή! 


Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Εργασία και χαρά



Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που γράφεις, γιατί έχεις κάτι να πεις. Υπάρχουν άλλες στιγμές που σκέφτεσαι για να γράψεις. Κάποιες άλλες πάλι στιγμές κάνεις έρωτα με τον/την σύντροφο σου. Αυτές οι τελευταίες όλο και πιο σπάνιες, τις αναπολείς με τρυφερότητα.

Οι στιγμές που ζούμε τον τελευταίο καιρό, είναι στιγμές βουτηγμένες  στην εργασία, την μισθωτή εργασία εννοώ, για να μην παρεξηγηθούμε. Αυτές έχουν το ιδίωμα να είναι τρομερά απορροφητικές. Σου παίρνουν ότι έχεις και δεν έχεις, αφήνοντας σε μέσα στη σκόνη και σε μια εξαντλητική χαύνωση.  Είναι οι "μαγικές" στιγμές του μεροκάματου μέσα σε μια οικοδομή.

Είμαστε χειρώνακτες φίλοι μου. Αυτό μας εμποδίζει, κάποιες φορές, να ταξιδέψουμε μέσα στα σαγηνευτικά μονοπάτια της σκέψης και της φαντασίας. Μας εξαντλεί, μας στραγγίζει τις δυνάμεις εκείνες που μας καθιστούν δημιουργικούς, όσο μπορούμε να είμαστε δημιουργικοί. Τότε υπάρχει σιωπή!

 Μια σιωπή που είναι λάσπη, μέσα στη οποία βυθίζεσαι. Τότε, ξεχνάς ότι έχεις κάτι να πεις και η λήθη γίνεται το καθημερινό σου πάθος. Το να μετράς τα φράγκα που βγάζεις ή εκείνα που έχεις ανάγκη, σου μονοπωλεί την σκέψη και σε αγκιστρώνει μέσα σε υπολογισμούς και γελοίες κοινοτοπίες της καθημερινότητας. Πέφτεις στη παντοδύναμη φάκα της επιβίωσης και σε πιάνει θλίψη. Μια θλίψη για την ζωή σου που κυλάει και χάνεται μέσα σε θλιβερές ανοησίες.

Ευτυχώς, ταχέως αναρρώνουμε και επανερχόμεθα δριμύτεροι για να θυμηθούμε ότι είμαστε και κάτι άλλο πέρα από εργάτες της καπιταλιστικής κτηνωδίας.

Τότε εισχωρούμε με ελαφρά πηδηματάκια ξανά μέσα στο όνειρο!!!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...