Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Μυστικά κρυμμένα στο εκτυφλωτικό φως του σκοταδιού

Ο άνθρωπος φαίνεται ότι είναι το μόνο πλάσμα πάνω σε αυτή την γη, που μπορεί να έχει αυτό-συνείδηση της ύπαρξης του. Να κατανοεί ότι ζει, να κατανοεί το πώς ζει, να φαντάζεται τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αλλάξει την ζωή του, να γνωρίζει αν ευχαριστιέται από αυτήν την ζωή , να κατασκευάζει καινούργιες μορφές πού να τους δίνει υλική υπόσταση.

Οι μορφές αυτές με την σειρά τους τον αλλάζουν, τον κινούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, απελευθερώνοντας δυνάμεις και ιδιότητες πού δεν γνώριζε ότι είχε. Μπορεί εν ολίγοις να παράγει αυτό πού αποκαλούμε πολιτισμό και συγχρόνως να τον κατανοεί.

Όμως η αυτό-συνείδηση του δίνει επίσης και την δυνατότητα να κατανοεί ότι είναι φθαρτός και ότι πεθαίνει. Ότι δεν είναι αιώνιος και παντοδύναμος. Ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο πού κινείται, πού ακόμα και αν το αγνοεί, είτε δεν θέλει να το σκέφτεται, αυτό το πλαίσιο είναι στημένο εκεί από πριν για όλους μας .

Το ζήτημα του θανάτου πού είναι εξίσου παρόν μέσα στη ζωή μας ,όσο είναι η ίδια η ζωή ,αποτελεί ένα θέμα ταμπού για την κοινωνία πού ζούμε. Ανοίγει μόνο όταν κάποιος κοντινός μας άνθρωπος «φύγει», και ξανακλείνει όσο το δυνατόν συντομότερα μπορούμε. Θα μου πείτε και τι μπορείς να πεις για κάτι πού ούτε να αλλάξεις μπορείς,ούτε να το κατανοήσεις μπορείς. Είναι αυτό το Κάτι πού σε αφήνει παντελώς σύξυλο.

Η επίγνωση του ανθρώπου για τον θανάτο, τον βγάζει κατευθείαν στο τρόπο με τον οποίο θέλει να ζήσει. Στο νόημα δηλαδή αυτής της ζωής. Για να μπορέσεις να αντέξεις την προοπτική ότι κάποια στιγμή θα πεθάνεις, αν μη τι άλλο θα πρέπει να αισθάνεσαι ότι αυτή η ζωή έχει κάποιο νόημα για σένα .Να καταλαβαίνεις ότι έχει μια αξία και κυρίως ότι θα πρέπει να την ζεις αξιωμένη. Αυτό επίσης είναι ένα θέμα για το οποίο εμείς οι άνθρωποι αρνούμαστε να συζητήσουμε . Ποιο είναι το νόημα της ζωής πού ζούμε? Αισθανόμαστε ικανοποιημένοι μέσα σε αυτό? Το πραγματώνουμε?  Ή ζούμε μια ζωή που αδυνατούμε να κατανοήσουμε το νόημα της και την αξία της, χαμένοι σε ψευδαισθήσεις και χίμαιρες ?

Ιστορικά υπάρχουν τρία κινήματα πού έχουν δώσει τις δικές τους απαντήσεις στα ανωτέρω ζητήματα ,από την δική τους σκοπιά και με την δική τους κατεύθυνση: το εσωτερικό κίνημα` η τέχνη` και η εξουσία .

Το εσωτερικό κίνημα ασχολείται με την μεταμόρφωση του εαυτού σε έναν Ανώτερο Εαυτό, ,με την βαθιά πεποίθηση-πίστη ότι αυτός ο Ανώτερος Εαυτός είναι αιώνιος, άρα «πατάει» τον φυσικό θάνατο και οδηγεί τον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται την φυσική ζωή του με ένα διαφορετικό πλούτο και νόημα .

Η τέχνη ασχολείται με την εξευγενισμένη διάπλαση της μορφής μέσα από την φαντασία και την ικανότητα. Ο κόσμος και άνθρωπος αλλάζουν μέσα από μορφές πού η δημιουργική φαντασία μπορεί να παράγει. Το έργο αυτής της δημιουργικής φαντασίας είναι αυτό πού σε καθιστά αθάνατο μέσα στο χρόνο και σου δίνει την αξία να ζεις νοιώθοντας ότι παράγεις κάτι το μοναδικό.

Τέλος η εξουσία αντλεί τα περιεχόμενα της από την διεύθυνση της κοινωνίας.Η δύναμη του να διοικείς αυτόν τον κόσμο, να επιβάλλεις καθολικά την άποψη σου και να γίνεται αποδεκτή ,όσο και αποτελεσματική, είναι το νόημα της εξουσίας για την ύπαρξη. Η εξουσία κατανοεί ότι δεν μπορεί να προσπελάσει τον θάνατο, για αυτό επιδιώκει να τον παρατείνει την ζωή τεχνολογικά. Όσο η ζωή παρατείνεται τεχνολογικά, τόσο θεωρεί ότι μπορεί να επιβάλλει το όραμα της γιατί ως αξία κεντρική του ανθρώπου έχει την Δύναμη και την Θέληση.

Πιο κάτω, στην πλατιά μάζα, τα νοήματα περί ζωής αποκτούν μια πιο προσωπική και νεφελώδη μορφή. Η εργασία, η οικογένεια ,ο έρωτας ή και τα τρία μαζί είναι τα νοήματα που όλοι εμείς καλούμαστε κυρίως να πατήσουμε επάνω τους, για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε την ζωή μας .

Η ίδια η ζωή συνεχίζει τον δρόμο της μέσα στη αιωνιότητα αγνοώντας ή ενσωματώνοντας όλα αυτά σε έναν απίστευτο μύλο πού αλέθει τα πάντα, υφαίνοντας έναν ιστό σε παγκόσμια κλίμακα, πού θα συνεχίζει να υφαίνεται, ακόμα και όσα βλέπουμε γύρω μας, τα πιο φιλόδοξα, τα πιο όμορφα, τα πιο τερατώδη, συμπεριλαμβανομένων και ημών των ιδίων, θα είναι σκόνη μέσα στη κλεψύδρα του χρόνου.

Άρα τι μένει από όσα κάνουμε και σκεφτόμαστε? Μάλλον δεν μένει τίποτα περισσότερο πέραν της σφοδρότητας πού βιώνουμε την ύπαρξη μας την στιγμή πού την ζούμε. Τίποτα περισσότερο από το μεγαλείο της στιγμής πού μπορεί να είναι ολόκληρη και όσο το δυνατόν πιο συνειδητή. Δεν μένει τίποτα για μετά, εκτός από την επόμενη στιγμή πού θα πρέπει να τη βιώνουμε με την ίδια σφοδρότητα και το ίδιο μεγαλείο, δεχόμενοι με εκλεπτυσμένη ευγένεια και χαμόγελο τα όσα ή ζωή θα φέρει στα πόδια μας.

Το ανθρώπινο είδος είναι ηρωικό γιατί βαδίζει καθημερινά και αδιάλειπτα προς το θάνατο, κουβαλώντας με απίστευτη δύναμη αυτή την επίγνωση. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε αυτήν την ζωή καλύτερα γιατί είναι πολύτιμη και σύντομη.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Oι Κοινωνίες της Προόδου βάδισαν προς το αναπόφευκτο μηδέν


Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος που, χωρίς ανάπαυλα, ακολούθησε τον Δεύτερο έγινε ελάχιστα αντιληπτός και μας οδήγησε από τους κήπους, τα γιασεμιά και τους νυχτερινούς ψίθυρους στις αυλές, κατευθείαν στα ερείπια.

Η Ευρώπη, κατεστραμμένη το 1945, καταστράφηκε ακόμα μια φορά στις δεκαετίες που ακολούθησαν και μάλιστα με τρόπο που δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί την ανοικοδόμησή της. Και δεν είναι μόνο η Ευρώπη αλλά όλη η ανθρωπότητα που μοιάζει να ερωτεύτηκε τα ερείπια.
 
Αφού είδαμε τον καπιταλισμό ν’ αλλάζει τον κόσμο δίνοντάς του παντού την μορφή του, μπορούμε τώρα να αναγνωρίσουμε ποια ήταν εξαρχής - από την εποχή της πολλά υποσχόμενης νιότης του - αυτή η μορφή. Αποσάθρωση και ερημοποίηση ήταν η μορφή. Οι μεγάλοι πόλεμοι που έρχονται θα ολοκληρώσουν το δράμα της εποχής του.

Απ’ όσους τον αντιμάχονται και τον κρίνουν, ελάχιστοι και σπάνια τον αποκαλούν με το πλήρες όνομά του που είναι Τεχνοκρατικός Καπιταλισμός. Άρα διαφεύγει το ιδεολογικό του κέντρο που ο παλμός του φτάνει ως την άκρη της γης. Σαν να λέμε, διαφεύγει η ουσία του, η κεντρική του ιδέα. Και αυτή είναι η ιδέα της Προόδου. Ιδέα που έμελλε να αποδειχτεί εξαιρετικά δημοφιλής και να κάνει λαμπρή καριέρα.

Και όμως η «πρόοδος θα ‘πρεπε να πάψει να θεωρείται σαν το ποθητό χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνίας.  Η ατέλειωτη πρόοδος είναι μυθολογικό παραλήρημα. Θα ‘πρεπε να εφαρμοστεί όχι η οικονομία της συνεχούς ανάπτυξης, αλλά η οικονομία του συνεχούς επιπέδου, δηλαδή η σταθερή. Η οικονομική άνοδος όχι μόνο δεν χρειάζεται αλλά είναι και καταστρεπτική. Δεν θα ‘πρεπε να μπαίνει σαν σκοπός η αύξηση του εθνικού πλούτου αλλά μόνο η διατήρησή του (γιατί όχι και η μείωσή του?). Πρέπει να απαρνηθούμε έγκαιρα την σύγχρονη τεχνολογία του γιγαντισμού και στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία και στη στέγαση του πληθυσμού (οι σημερινές πολιτείες είναι καρκινώματα). Βασικός σκοπός της τεχνικής γίνεται τώρα η απομάκρυνση των αξιοθρήνητων αποτελεσμάτων της προηγούμενης τεχνικής. Ο Τρίτος Κόσμος που δεν μπήκε ακόμα στον ολέθριο δρόμο του δυτικού πολιτισμού μπορεί να σωθεί μόνο με μια άλλη τεχνολογία που δεν απαιτεί την ελάττωση της χειρωνακτικής εργασίας αλλά την επαύξησή της, που απαιτεί την πιο απλή και βασισμένη μόνο στα τοπικά υλικά τεχνική. Όλη αυτή η ασυγκράτητη βιομηχανική ανάπτυξη δεν πραγματοποιήθηκε στην διάρκεια χιλιετηρίδων, ούτε αιώνων (από καταβολής μέχρι το 1945), αλλά μόνο τα τελευταία 28 χρόνια (μετά το 1945). Αυτός ο θυελλώδης ρυθμός των τελευταίων χρόνων αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ανθρωπότητα» (Επιστημονική αναφορά του 1973 που η διαύγειά της αποδεικνύει ότι τα φαινόμενα γίνονται ευκολότερα αντιληπτά και καλύτερα κατανοητά στην αρχή τους παρά στη συνέχειά τους).

Αλλά για να επιτευχθούν αυτοί οι «θυελλώδεις ρυθμοί» έπρεπε να εμφανιστεί ένας νέος τύπος ανθρώπου. Εκπαιδεύτηκε στα πανεπιστήμια, καλλιεργήθηκε συστηματικά, προπαγανδίστηκε ανελλιπώς, παντού, με κάθε τρόπο.

Χάθηκαν οι παλιοί βοσκοί που είχαν μια αρχαία ασχολία και ήταν ίδιοι ο Δίας. Στρογγύλεψαν τα πρόσωπα σαν να πάρθηκαν οι γωνίες τους με τη ράσπα και έγιναν αδιάφορα και κοινά. Χάθηκαν τα χέρια  τα τραχιά που διηγούνταν τους καιρούς και τα εδάφη. Τώρα διηγούνται μόνο τον χαρακτήρα. Κι έπρεπε να λειανθεί ο χαρακτήρας  να λεπτύνουν οι τρόποι. Έπρεπε να κατασκευαστεί ο νέος άνθρωπος, άτολμος και μαλθακός, συγκρατημένος και υποκριτικός που αποφεύγει την προσωπική ευθύνη και προτιμά να δρα ύπουλα και πλάγια. Κι έπρεπε να παραχθεί μαζικά όπως κάθε τι άλλο για να επιτευχθεί η απαιτούμενη ομοιομορφία. Χρειαζόταν να φτιαχτεί ο υπεροπτικός άνθρωπος που πιστεύει ακράδαντα και υποκλίνεται χωρίς δεύτερη σκέψη στην πρόοδο.

Και μέσα στη βουή της έχασε την ικανότητα ν’ ακούει ό,τι επέμενε να μιλάει χαμηλόφωνα.
       Και έπρεπε να φτιαχτεί ένας νέος τύπος ανθρώπου πολυδιασπασμένος, που έρχεται σε επαφή με τον κόσμο αποσπασματικά και με τρόπο επιφανειακό και μονοδιάστατο. Ανίκανος να συνδέσει τη ζωή του με τα μεγάλα γεγονότα του καιρού του απεχθάνεται την οργανωμένη σκέψη αναγνωρίζοντάς την σαν απειλή για την κοινωνία που τον παρήγαγε.

Ακόμα και στη γλώσσα, λέξεις όπως, σύγχρονος, μοντέρνος, πολιτισμένος, χωριάτης, οπισθοδρομικός έπαιξαν ρόλο σαν μοχλοί για ν’ αλλάξουν οι ψυχές.

Κι έπρεπε να καταφρονεθεί ο έρωτας και ΄κείνη η άγρια αθωότητα που έκανε τον άνθρωπο ημίθεο.

Και μπήκαμε στην εποχή των σακατεμένων. Και μετράμε ήδη μια δεύτερη γενιά.

Η ανθρώπινη ενέργεια που σπαταλήθηκε σε τέτοιους χιμαιρικούς και  χαμερπείς σκοπούς όπως η άνεση, η ανάπτυξη και μια ασφάλεια σχεδόν μυθολογική θα μπορούσε να έχει καλύτερη τύχη. Θα μπορούσε να δοθεί στην ουτοπία. Θα μπορούσε παίζοντας να δοθεί στο πείραμα.

Αλλά αυτό θα απαιτούσε μια κοινωνία που πιστεύει στον εαυτό της και με τόλμη και σεβασμό στέκεται μπροστά στη Μοίρα της. Και θα μπορούσε να αφήνεται σε δραστηριότητες παμπάλαιες, κάποιες απ’ αυτές σχεδόν ξεχασμένες.



Καλό είναι να μαζεύεις πράγματα αλλά είναι ακόμα καλύτερο να κάνεις περιπάτους.                                   

….


… Όσο το σκέφτομαι, είμαι ενάντια στην πρόοδο.

….


Δέστε αυτούς τους Τάταρους Ζαλμοχένσες αυτούς τους βάρβαρους με τις αέρινες σόλες. Περιφρονώντας τα υλικά αποκτήματα δεν εξαντλούνται από τις περιουσίες τους. Επομένως, δεν χάνουν την όρεξή τους να περιφέρονται και να θαυμάζουν. Κι αρπάζουν τη χαρά των χρόνων, των τόπων και των εποχών.
 

Όσο για μένα θα σεβόμουνα ένα λαό που απέναντί στο δαίμονα της Προόδου θα ύψωνε το δέος της Ύβρεως. Θα το θεωρούσα τιμή να με δεχτούν ανάμεσά τους και, άμαθος, δεν θα ήξερα πως να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις που θα απέρρεαν από την αποδοχή μιας τέτοιας τιμής.

Ακόμα ονειρεύομαι ένα κόσμο που απαντά στο ερώτημα που κανείς δεν θέτει εδώ: Τι είναι αυτό που κάνει τη ζωή άξια να τη ζει κανείς. Δηλαδή ένα κόσμο που γνωρίζει τον θάνατο. Κατόπιν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε το μεγάλο απελπισμένο εγχείρημα της εποχής μας. Γιατί απελπιστήκαμε από κάθε άλλο:

Μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων που θέτει Νόμο.

Μια κοινωνία που παράγει τα μέσα για να ζήσει.

Μια κοινωνία που παράγει τις δικές της ιδέες για την ευτυχία.

Ακόμα, μια κοινωνία που δεν παύει να γεννάει πολιτική ηγεσία για να επιτύχει τους σκοπούς που θέτει στον εαυτό της.

Δηλαδή μια κοινωνία που φτιάχνει ανθρώπους ικανούς να σκέφτονται τη ζωή τους σαν πολιτικά όντα.

Και πάνω απ’ όλα μια κοινωνία που τολμά να ονειρεύεται επειδή μπορεί να πραγματοποιεί τα όνειρά της.

Αλλά για όλα αυτά θα χρειαζόταν μια νέα θεολογία. Και να καταδείξουμε το ιερό μέσα στον κόσμο.

Και θα χρειαζόταν να διατηρήσουμε το χιούμορ. Αυτή την αίσθηση του παράλογου και του γελοίου και ταυτόχρονα άμυνα απέναντί τους.

Θα ‘πρεπε επίσης να βρούμε τον απολεσθέντα δρόμο που οδηγεί από την κοινωνία στην πατρίδα. Γη και ιστορία κάνουν πατρίδα μία κοινωνία. Οι νεκροί έχουν και αυτοί λόγο σ’ αυτά τα χώματα όπως και οι μελλοντικές γενιές. Οι ζωντανοί πατούν σ’ ένα οικείο χώμα και τους λούζει ένα οικείο φως. Είναι λειψή κι ασώματη μια κοινωνία χωρίς γη και ιστορία.
  
Η Ελλάδα, που υπήρξε ένα σύνολο πόλεων που χάθηκαν μέσα στους πολέμους, υπήρξε μια πραγματική χώρα. Έζησε μια πραγματική ζωή. Νικήθηκε το 146 π. χ. Ύστερα για αιώνες επιβίωσε σαν κιβωτός τρόπων και αισθημάτων.

 Η σύγχρονη Ελλάδα περισσότερο από χώρα είναι μια ιδέα. Ένα συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων ιδεών. Δεν έζησε ακόμα. Θα βρει τη δύναμη? Θα προλάβει?

Σε κρίσιμες στιγμές καλείται να ξανακάνει πρόταση στον κόσμο. Μόνο έτσι θα καταφέρει να υπάρξει. Γιατί ο σημερινός κόσμος έχει ανάγκη από μια πρόταση που να δίνει θάρρος. Τι σημαίνει θάρρος στη προκειμένη περίπτωση?  Σημαίνει μία σταθερή στάση απέναντι στο αυτάρεσκο μηδέν.

Πιο πολύ από γερό μυαλό θα απαιτηθεί δυνατή καρδιά! Τι σημαίνει δυνατή καρδιά? Το ξαναλέω! Σημαίνει σταθερή στάση απέναντι στο μηδέν.
 
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι εδώ που έζησαν σαν ξένοι. Και άλλοι που επιζητούν μια δεύτερη ευκαιρία και τη ρεβάνς ακόμα και από τον ίδιο τους τον εαυτό. 
 

Β. Η.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...