Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Το χρήμα. - Μεταξύ βίας κι εμπιστοσύνης


Η εμπορευματική σχέση ως ριζική αποξένωση


«Πρέπει να υπογραμμίσουμε τη σημασία που παίζουν οι ατομιστικές αξίες στην ίδια τη συγκρότηση της εμπορευματικής κοινωνιας. Η εμπορευματική σχέση είναι μια παράδοξη κοινωνική σχέση∙ παράδοξη με την έννοια ότι τελικότητά της είναι ο χωρισμός των ατόμων.Αυτό προκύπτει αναγκαστικά εξαιτίας της προτεραιότητας που έχουν, σε αυτήν, οι σχέσεις με τα πράγματα έναντι των σχέσεων μεταξύ των ατόμων. […]

Η αλλεργία προς τους άλλους αποτελεί το διακριτικό χαρακτηριστικό της εμπορευματικής σχέσης. Η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η ελευθερία κερδίζονται εδώ εναντίον των άλλων∙ και, από την επαφή με τους άλλους, προτιμάται η επαφή με τα εμπορεύματα. Αυτή η θεσμική μορφή αντιλαμβάνεται την κοινωνική ζωή και την αλληλεγγύη σαν εμπόδια ή αρχαϊσμούς. […]


Ο εμπορευματικός χωρισμός υποτάσσει βίαια τα μέλη της κοινωνίας στο νόμο της σπάνης χωρίς να παρέχει κανένα δίχτυ προστασίας όταν τα πράγματα δεν τους πηγαίνουν κατ’ ευχήν. Γι’ αυτό, κάνει εξαιρετικά εύθραυστες και επισφαλείς τις ατομικές καταστάσεις. Η ανασφάλεια είναι η μόνιμη ψυχική κατάσταση του “ελεύθερου” και “ανεξάρτητου” ατόμου της εμπορευματικής κοινωνίας. […]»

Κοινωνική σπάνη και ανάγκη για πλούτο

«Οι επιπτώσεις αυτής της ανασφάλειας είναι ακόμα πιο ολέθριες επειδή η εμπορευματική κοινωνία δεν διαθέτει μηχανισμούς προστασίας από τους κινδύνους − μηχανισμούς όπως λ.χ. οι σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ οικογενειών, γειτόνων ή κοντινών προσώπων, χάρη στους οποίους, μέσα στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο καθένας κινητοποιούσε τη συμπαράσταση των άλλων σε περίπτωση που τα πράγματα τού πήγαιναν στραβά. Απεναντίας, η εμπορευματική σχέση είναι μια σχέση εξαιρετικής σκληρότητας. Η ανασφάλεια κυριαρχεί, διότι κανείς δεν μπορεί να περιμένει τίποτα από τους άλλους στις δύσκολες ώρες του. Σ’ αυτή την κοινωνία τα αντικείμενα επιβάλλουν το νόμο τους στα άτομα και αυτός ο νόμος είναι η σπάνη. […]

Πρέπει να καταλάβουμε καλά αυτό που έχει περιγράψει εξαιρετικά ο Μάρσαλ Σάλινς στις μελέτες του των αρχαιότερων κοινωνιών, μελέτες που κατέδειξαν ότι εκείνες οι κοινωνίες δεν γνώριζαν τη σπάνη αλλά την αφθονία καθώς, όντας οργανωμένες κοινοτικά, φρόντιζαν διαρκώς να περιορίζουν την ιδιωτική ιδιοκτησία αγαθών όταν αυτή κινδύνευε να αποβεί σε βάρος του συνόλου. Να καταλάβουμε δηλαδή, ότι η σπάνη δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο κάποιο φυσικό δεδομένο, το οποίο υποτίθεται ότι θα μπορούσαμε να μετρήσουμε με τη βοήθεια αντικειμενικών παραμέτρων όπως π.χ. το “μέσο επίπεδο διαβίωσης” του πληθυσμού. Να καταλάβουμε επίσης, ότι είναι εντελώς λάθος να πιστεύουμε πως όσο μια κοινωνία αναπτύσσεται και ακμάζει, τόσο περισσότερο αποβάλλει από μέσα της την σπάνη∙ διότι στην πραγματικότητα συμβαίνει το εντελώς αντίθετο!Να καταλάβουμε δηλαδή, ότι η σπάνη προσδιορίζει τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, που θεσμίζει η αγορά και στον οποίον, σε διαστάσεις άγνωστες σε άλλου τύπου κοινωνίες, η ύπαρξη καθενός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από την ικανότητά του να αποκτά αντικείμενα χωρίς να περιμένει βοήθεια από κανέναν.

Ο όλεθρος κρέμεται διαρκώς πάνω από τα κεφάλια των ατόμων της εμπορευματικής σχέσης εξαιτίας του θεμελιώδους χωρισμού τους∙ και δεν καταπραΰνεται οριστικά με τίποτε και με κανένα τρόπο.Εξαιτίας του διαχωρισμού, ο τρόπος με τον οποίον ο καθένας εξαρτάται από τους άλλους κι από το κοινωνικό σύνολο είναι εκ των πραγμάτων εντελώς αδιαφανής, με αποτέλεσμα το κοινωνικό να έρχεται πάντοτε εκ των υστέρωνκαι με τρόπο βίαιο κι απρόσμενο. Μέσα στην εμπορευματική κοινωνική σχέση κανείς δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει, ούτε έστω κατά προσέγγιση και πιθανολογικά.

Αυτό το εντελώς χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας αίσθημα μιας βαθιάς ανασφάλειας,το οποίο επιβάλλεται από τη δικτατορία της σπάνης, γεννά μια εντελώς ιδιαίτερη ανάγκη για προστασία ή ασφάλεια: την“ανάγκη για πλούτο”. Διότι, εδώ,“πλούτος” είναι αυτό που επιτρέπει στο άτομο να προστατεύεται από την αβεβαιότητα και ανασφάλεια της ζωής στην εμπορευματική κοινωνία. […]»

Πλούτος και ισχύς

Με άλλα λόγια, ο πλούτος δεν σχετίζεται απλώς με την απληστία αλλά με μια πολύ ισχυρότερη ζωτική ανάγκη. Γι’ αυτό το λόγο η ελευθερία και η ανεξαρτησία σε σχέση με τους άλλους, τις οποίες τόσο ισχυρά θεσμίζει ο εμπορευματικός χωρισμός των ανθρώπων, μπορούν να πάρουν τη μορφή της ακραίας μοναξιάς και του κοινωνικού αποκλεισμού. Το γεγονός ότι σε αυτές τις κοινωνίες κάποιοι ζουν μέσα στη φτώχεια, την ανέχεια και την πείνα ενώ άλλοι διαθέτουν πολλά περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται, δεν είναι μυστήριο αλλά συνέπεια κοινωνικών ρυθμίσεων, οι οποίες καλύπτονται πλήρως από το νόμο. […]

Αυτό συμβαίνει επειδή ο πλούτος δεν αποτελεί απλώς και μόνον έκφραση μιας ανάγκης για προστασία και ασφάλεια, που είναι κοινή σε όλα τα μέλη της εμπορευματικής κοινωνίας. Παρ’ ότι μέσα από αυτή την ανάγκη εισάγεται ο πλούτος, άπαξ και πραγματωθεί, επιτρέπει μια σημαντική αναδίπλωση του ατόμου στον εαυτό του και έναν ισχυρότατο βαθμό αυτονομίας του έναντι των κινδύνων της εμπορευματικής οικονομίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, του δίνει τη δυνατότητα να “παγώσει το παιχνίδι” μονόπλευρα, απειλώντας σοβαρά ολόκληρη την εμπορευματική ομάδα με διάρρηξη των οικονομικών της δοσοληψιών. Αυτή η απειλή γίνεται ακόμα περισσότερο πειστική στο βαθμό που ο κάτοχος του πλούτου είναι σε θέση να τον χρησιμοποιήσει για να συγκροτήσει νέες συμμαχίες και να επιβάλλει διαφορετικούς τρόπους ανταλλαγής και παραγωγής. Αυτό συμβαίνει π.χ. όταν επενδύει τον πλούτο του σε καινούργιες τεχνικές, που ξεπερνούν τις προηγούμενες μορφές παραγωγής με τέτοιον τρόπο ώστε να μεταλλάσσονται οι εμπορευματικοί δεσμοί βάζοντας σε θανάσιμο κίνδυνο τα έως τότε κεκτημένα. […]

Κατ’αυτό τον τρόπο ο πλούτος δεν ενσαρκώνει απλώς την ικανοποίηση μιας ζωτικής ανάγκης για ασφάλεια και προστασία μέσα στην εμπορευματική αποξένωση, αλλά παρουσιάζεται επιπλέον ως το κατεξοχήν εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου μπορεί κανείς να επιβληθεί πάνω στην κοινωνία και στους άλλους. […]»

Η δημιουργία του νομίσματος

Για να αντιληφθούμε το όλο ζήτημα, πρέπει να δούμε πως εκείνο που διακυβεύεται με τον πλούτο μέσα στην εμπορευματική σχέση, είναι το να υπάρξει − να τεθεί − ένα “πράγμα”, το οποίο θα επιτρέπει την απόκτηση όλων των αγαθών και των υπηρεσιών που θεωρεί χρήσιμες εκείνος που το κατέχει και το προτείνει. Δηλαδή ένα “πράγμα”, το οποίο οι κάτοχοι αυτών των αγαθών και υπηρεσιών, όποιοι κι αν είναι, θα αποδέχονται ως αντάλλαγμα για αυτά. Υπ’ αυτή την έννοια, ο πλούτος μέσα στην εμπορευματική τάξη πραγμάτων δεν είναι παρά το όνομα που δίνεται στο απολύτως επιθυμητό, σε εκείνο δηλαδή το “πράγμα” που, για την απόκτησή του, κάθε μέρος της ομάδας είναι διατεθειμένο να παραδώσει αυτά που κατέχει. Πρόκειται λοιπόν για ένα εμπόρευμα εντελώς ιδιαίτερου τύπου, δεδομένου ότι αντλεί τη δύναμή του από την ικανότητά του να γίνεται αποδεκτό και επιθυμητό από όλα τα μέλη της ομάδας. Για να ορίσουμε αυτή τη συστατική ιδιότητα του εμπορευματικού πλούτου, χρησιμοποιούμε τον όρο “ρευστότητα”.Η ρευστότητα του πλούτου τον κάνει ένας είδος φυλαχτού, που προστατεύτει τον κάτοχό του από τις αναποδιές και τα βάσανα που επιφυλάσσει η εμπορευματική ανασφάλεια. Με αυτή την έννοια λοιπόν, ο πλούτος βγαίνει έξω από το καθαρά ωφελιμιστικό πλαίσιο. Διότι η χρησιμότητά του δεν προέρχεται από την καταπρόσωπο σχέση μεταξύ του αντικειμένου και του ατόμου, αλλά από την ικανότητα του πλούτου να επικεντρώνει πάνω του την ομόθυμη επιθυμία όλης της ομάδας. Πρόκειται για μια νέα και εντελώς ιδιαίτερη πραγματικότητα. Αυτός ο πλούτος, που είναι απολύτως ρευστός επειδή είναι απολύτως επιθυμητός από όλα τα μέλη της εμπορευματικής σχέσης, βρίσκεται στα θεμέλια του νομίσματος. Το νόμισμα είναι ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος και νομιμοποιημένος πλούτος. […]

Πρέπει λοιπόν να απομακρυνθούμε από τις περί πλούτου αντιλήψεις, που προέρχονται από τις θεωρίες της αξίας και οι οποίες υιοθετούν την ιδέα ότι ο πλούτος είναι μια ωφελιμιστική“ουσία”, μια “αξία χρήσης” πέραν των κοινωνικών συμβάσεων. Ο πλούτος είναι ουσιαστικά ζήτημα κοινωνικής σύμβασης. Πλούτος δεν είναι παρά αυτό που επιθυμούν όλα τα μέλη μιας ομάδας. […]

Στο σημείο αυτό, η περί μίμησης θεωρία του Ρενέ Ζιράρ μάς βοηθάει να βρούμε ένα κατάλληλο πλαίσιο ανάλυσης για να εξειδικεύσουμε τους ορισμούς μας. Εφόσον όταν κανείς επιθυμεί τον πλούτο, ουσιαστικά επιθυμεί αυτό που επιθυμούν οι άλλοι, ο κοινωνικός μιμητισμός επιβάλλεται σαν η μόνη ορθολογική συμπεριφορά που αρμόζει σε αυτή την κατάσταση σχέσεων, δηλαδή στις εμπορευματικές σχέσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τον κατά Ζιράρ μιμητικό ανταγωνισμό,αντιλαμβανόμαστε ότι η μιμητική επιδίωξη του πλούτου από όλα τα μέλη του εμπορευματικού κοινωνικού σχηματισμού απολήγει αναγκαστικά στην εστίαση όλων των επιθυμιών πλούτου σε ένα αγαθό.Όλοι καταλήγουν να επιθυμούν το ίδιοαγαθό ως υπέρτατη ενσάρκωση του πλούτου. Αυτή η ομόθυμη πόλωση έχει ως αποτέλεσμα το ριζικό μετασχηματισμό της φύσης αυτού του εκλεκτού αγαθού.Συγκεκριμένα, για να μην οδηγήσει ο γενικευμένος μιμητικός ανταγωνισμός περί αυτού σε διάλυση της κοινωνίας, το αγαθό αυτό τοποθετείται πέραν και υπεράνω των ατόμων. Ενώ προηγουμένως αποτελούσε μια ιδιωτική και δοκιμαστική μορφή του πλούτου − μια απλή “πρόταση” πλούτου εκ μέρους κάποιου ατόμου ή ομάδας, όπως κάθε άλλο εμπορευματικό αγαθό −, στο εξής αποκτά κοινωνικής εμβέλειας νομιμοποίηση και οι ιδιότητές του παγιώνονται σε “νόμο”. Γίνεται, δηλαδή, νόμισμα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, στο τέλος όλης αυτής της πορείας μιμητικών ανταγωνισμών, αναδύεται το νόμισμα, το οποίο δίνει μορφή στον εμπορευματικό διαχωρισμό. Πολύ μακρυά από την ιδέα ότι αποτελεί κάποιο είδους “γενικό ισοδύναμο” ανταλλαγής “αξιών χρήσης”, το νόμισμα είναι νόμισμα χάρη στη γενικευμένη μιμητική πολωση. […]

Έτσι είναι σαφές, ότι κάθε εμπορευματική σχέση, ακόμα και στην πιο στοιχειώδη μορφή της, συνυφαίνεται με την ύπαρξη νομίσματος. Για να το πούμε ευθέως, με δυο λόγια: η εμπορευματική σχέση είναι πάντοτε μια νομισματική σχέση. […]»

Μεταξύ εμπιστοσύνης και βίας: ο δανεισμός

«Το νόμισμα, ως ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος και νομιμοποιημένος πλούτος, είναι ένα πολιτισμικό γεγονός, το οποίο μας έρχεται από τα βάθη του χρόνου. Πολύ πριν από την επινόηση λεπτομερειακά σκαλισμένων νομισμάτων στις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου πελάγους κατά τον 5 ο π.Χ αιώνα, συναντάμε σχετικά τεκμήρια από την εποχή των Σουμερίων της 3 ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για νομίσματα όπου είναι σκαλισμένο το κεφάλι της Αστάρτης,μιας μητρικής θεότητας που συμβόλιζε τόσο τη γέννηση όσο και το θάνατο. Τούτο υποδεικνύει τον αμφίπλευρο χαρακτήρα του νομίσματος ήδη από τις καταβολές του:μέσον κοινωνικής συνοχής, μέσον ειρήνευσης μέσα στην κοινότητα, αλλά και διακύβευμα αγώνα για την ισχύ και πηγή θανάσιμης βίας. […]

Πράγματι, το νόμισμα δεν καταργεί τις ενδογενείς αντιφάσεις της επιθυμίας για πλούτο. Τους δίνει όμως μορφές, μέσα στις οποίες μπορούν να κινούνται μετασχηματίζοντας τη βία σε κοινωνική δυναμική. Οι μορφές αυτές είναι αυτές των νομισμάτων που σχετίζονται με το δανεισμό. Αυτά τα νομίσματα μετασχηματίζουν την εμπορευματική αντιπαλότητα σε μια αντιφατική σχέση μεταξύ δανειστών και δανειζομένων. Από αυτή τη σχέση γεννήθηκε ο καπιταλισμός. Πρόκειται για μια ειδική σχέση, η οποία ρυθμίζεται από το νόμισμα και με τη σειρά της ρυθμίζει τους κανόνες της κυριαρχίας του. […]

Εδώ το νόμισμα συνδέεται άρρηκτα με την πίστωση και η πίστωση στηρίζεται σε μια εμπιστοσύνη, η οποία εκφράζεται στην πίστη σε ένα αξιακό απόθεμα. Συνεπώς στον καπιταλισμό οι κανόνες κυριαρχίας ρυθμίζονται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα,μέσω του οποίου επιβάλλονται στο σύνολο της οικονομίας. […]».


Michel Aglietta και André Orléan, La Monnaie entre Violence et Confiance
[Το νόμισμα μεταξύ βίας και εμπιστοσύνης],εκδ. Odile Jacob, 2002.


Σημ. τ. H.S. Σημαντικό βιβλίο για όσους, σωφρώνως ποιούντες, θεωρούν ότι χρειάζονται πολλά ακόμα για να κατανοήσουμε την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Μακάρι να βγει και στα ελληνικά. Να σημειώσω ότι οι εκδόσεις ΠΟΛΙΣ έχουν κυκλοφορήσει ένα βιβλίο του Αλιετά, το «Η οικονομική κρίση», το 2009, σε μετάφραση Α.Δ. Παπαγιαννίδη.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Η έκρηξη της απανθρωπιάς - Μία επέτειος



They wanted to know why I did what I did
Well sir I guess there's just a meanness in this world


Την ώρα που κάποιοι ειδήμονες αναζητούν τη μεγάλη έκρηξη στην αρχή του Χρόνου,
εμείς οι ερασιτέχνες ας αφιερώσουμε ένα λεπτό σιγής στην επερχόμενη έκρηξη και στα δικά της μποζόνια.

Από το τέλος του 20ού αιώνα, με πρώτο το συντηρητικό Τέξας (1999), οι πολιτείες των ΗΠΑ άρχισαν να υιοθετούν η μια μετά την άλλη έναν ιδιαίτερο νόμο, το νόμο “ασφαλούς καταφυγίου”, ή “προστασίας του βρέφους Μωυσή” όπως τον αποκάλεσαν, χάρη στον οποίον αποποινικοποίησαν την εγκατάλειψη παιδιού, αρκεί αυτή να γίνεται σε κάποιο δημόσιο νοσοκομείο, αστυνομικό τμήμα, πυροσβεστικό σταθμό και γενικά σε χώρους που επιτρέπουν στο κράτος να θέσει άμεσα το παιδί υπό την κηδεμονία του.


Πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια λοιπόν, στις 18 Ιουλίου του 2008, η Νεμπράσκα έγινε η τελευταία Πολιτεία των ΗΠΑ που υιοθέτησε ένα τέτοιο νόμο∙ με την εξής επιπλέον … πρωτοτυπία: ενώ στις άλλες πολιτείες ο νόμος αναφερόταν ρητά στα νεογέννητα και στα βρέφη, οι νομοθέτες της Νεμπράσκα δεν προσδιόρισαν τα ηλικιακά όρια της έννοιας «παιδί». Δεν τα προσδιόρισαν, όχι επειδή τους διέφυγε αλλά επειδή δεν κατέληξαν σε κάποια απόφαση πάνω σε αυτό.


Έτσι, μέσα στον επόμενο μήνα 35παιδιά εγκαταλείφθηκαν στη Νεμπράσκα μιας και γονείς ακόμη και από άλλες Πολιτείες βρήκαν το «παράθυρο» για να παρατάνε τα διαφόρων ηλικιών (ακόμα και στην εφηβεία) παιδιά τους σε κάποιο νοσοκομείο της Νεμπράσκα − λέγοντάς τους π.χ. ότι πρέπει να πάνε εκεί για εξετάσεις.


Φυσικά, η κοινωνία αντέδρασε και λίγο αργότερα ο νόμος άλλαξε, προσδιορίζοντας και εκεί ότι αφορά αποκλειστικά στην εγκατάλειψη νεογέννητων και βρεφών.


Τέλος καλό, όλα καλά; Όχι ακριβώς. Το ότι στη ναυαρχίδα, ατμομηχανή και οδηγητικό πρότυπο του σύγχρονου κόσμου, εκεί που τείνει πλέον να μονιμοποιηθεί η φονική εισβολή τρελαμένων ενόπλων σε σχολεία και νηπιαγωγεία, έφτασαν να δέχονται ότι είναι καλύτερο ν’αποποινικοποιηθεί η εγκατάλειψη παιδιών επειδή − αυτό είναι το κύριο επιχείρημα των υποστηρικτών της − διαφορετικά οι γονείς αυτοί θα προτιμούσαν να τα πουλάνε στον οποιονδήποτε, να τα ρημάζουν, ακόμα και να τα σκοτώνουν, δεν είναι για να κοιμάται κανείς ήσυχος. Θα πρέπει, απεναντίας, να συλλογιστεί σοβαρά πάνω σε όλα όσα «γκρέμισαν τους λόφους» κι «εποίησαν ευθεία» την οδό μιας τόσο εκτεταμμένης αποστροφής προς τα παιδιά.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Η αρχαία δραχμή

 από τον Β.Η.

                Μόνο φρίκη νιώθει ο νεόπλουτος για την καταγωγή του.



    Το δίλημμα, ευρώ ή δραχμή είναι αυτό που έκρινε την τελευταία εκλογική αναμέτρηση και έδωσε στη χώρα μία κυβέρνηση, η οποία το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί είναι η μαζική κατάθλιψη.

   Ας δούμε όμως τι ακριβώς αντιπροσωπεύει η δραχμή στο συλλογικό ασυνείδητο και γιατί προκαλεί τέτοιο δέος.

   Στις δεκαετίες του ’60, του ’70, ίσως και του ’80, σε μια τετραμελή ή και πενταμελή οικογένεια των «χαμηλών εισοδηματικών τάξεων» δούλευε μόνο ο πατέρας. Η μητέρα δεν δούλευε και αν το έκανε περιστασιακά, λέγαμε ότι ξενοδουλεύει, δηλαδή βοηθητικά και κατ’ εξαίρεσιν. Η δουλειά της μάνας ήταν τα παιδιά της. Τα λεφτά που έφερνε ο πατέρας στο σπίτι ήταν αρκετά για όλους ή δεν ήταν-περίπτωση που χαρακτήριζε την οικογένεια φτωχιά. Το ζευγάρι έσκυβε πάνω από τον οικογενειακό προϋπολογισμό με πολλή προσοχή.

    Ύστερα από 10 χρόνια δουλειάς και οικονομιών ο πατέρας κατέβαινε στην πόλη -συνήθως με ένα φίλο- και γύριζε με ένα μικρό αυτοκινητάκι -ας πούμε Fiat- κορνάροντας και έπαιρνε την κυρά του να πάνε βόλτα στο Φάληρο να φάνε ψαράκι.

    Άλλα τόσα χρόνια οικονομίας είχαν προηγηθεί για να εξασφαλίσουν την αγορά ενός οικοπέδου και το αργό  χτίσιμο μιας μικρής μονοκατοικίας με ένα μικρό κήπο. Εν τω μεταξύ τα παιδιά μεγάλωναν, έπαιζαν μπάλα στις αλάνες, πηγαινοέρχονταν στο σχολείο, έγραφαν έκθεση για την αποταμίευση, αλήτευαν εν μέτρω και τελικά σπούδαζαν.

    Τα πάντα γινόντουσαν με τη βοήθεια της οικονομίας, μιας αρετής και υποχρέωσης που ο αντίκτυπός της στον ψυχικό κόσμο ήταν τέτοιος που θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ψυχική οικονομία.

    Ένας κόσμος που κατά το ρητό άπλωνε τα πόδια του ως εκεί που έφταναν.



    Μετά τα πράγματα άλλαξαν. Οι αριστερές μάζες έγιναν δεκτές σαν ισότιμοι «πολίτες», βγήκαν δηλαδή από το πολιτικό περιθώριο και παραδόθηκαν στο ανθρωποφάγο θέαμα. O πολιτικός Μινώταυρος μπορούσε ήσυχος να κάνει στην άκρη. Η οικονομική ανάπτυξη έδινε λεφτά και οι λαϊκές τάξεις εγκατέλειπαν σιγά-σιγά το οικονομικό περιθώριο, όπως είχε γίνει και με το πολιτικό, κι έκαναν το ντεμπούτο τους στη μεγάλη ζωή. Προτιμούσαν σαφώς τα διαμερίσματα για να μπορούν να ανοίγουν τη σαλοτραπεζαρία και να δέχονται τους μουσαφιραίους στον καναπέ  υπό το δίδυμο φως των απλικών. Η ζωή γινόταν πιο απαιτητική οπότε, αφού ξεπεράστηκαν οι δόσεις, συνήφθησαν τα πρώτα δάνεια, πράγμα που ακουγόταν σαν καινοτομία και μια από τις σύγχρονες διευκολύνσεις. Στην αρχή έπρεπε να είσαι σε θέση να αποδείξεις τη φερεγγυότητά σου. Κατόπιν μια παλιότερη δήλωση της εφορίας, ένα παλιότερο εκκαθαριστικό, έκανε τη δουλειά που δεν μπορούσε να κάνει το πιο πρόσφατο το οποίο δεν παρουσίαζε επαρκή εισοδήματα. Και στο τέλος, χωρίς ίχνος φερεγγυότητας σε κυνηγούσαν στα τηλέφωνα για να σε δανείσουν.

    Το πράγμα έγινε τόσο απλό, τόσο εύκολο, τα χρήματα άλλαζαν χέρια τόσο γρήγορα που δυσκολευόσουν να παρακολουθήσεις. Το μάτι και το αυτί συνήθισαν στα μεγάλα ποσά κι άρχισε να χάνεται ο λογαριασμός. Τώρα μπορούσες ν’ αποκτήσεις ότι πεθυμάει η ψυχή σου και μπορούσες να το έχεις αμέσως.

   Ανάμεσα στην εμφάνιση της επιθυμίας και την πραγμάτωσή της μεσολαβούσε ελάχιστος χρόνος. Ό,τι ίσχυε για την απόκτηση μιας καφετιέρας έλαβε γενικότερη ισχύ. Π.χ. για τον έρωτα, που όλο και πιο πολύ άρχισε να αποκαλείται σεξ. Και η ψυχική οικονομία που χαρακτήριζε την  προηγούμενη εποχή έγινε ψυχικό ξεχείλωμα.

    Ο Έλληνας έδωσε επιτέλους χώρο και αέρα στο παμφάγο παιδί που έκρυβε μέσα του.

    Τα υπέρβαρα παιδιά επρόκειτο να ακολουθήσουν για να γίνουν σήμα κατατεθέν της νέας και ισχυρής Ελλάδας.

    Ο όγκος και η ταχύτητα των συναλλαγών αύξανε, το χρήμα που έγινε πλαστικό απέκτησε την γοητεία του άυλου, μια από τις ιδιότητες του θείου, τα νούμερα και τα χρήματα που κανείς δεν προλάβαινε να πιάσει στα χέρια του γίνονταν γρήγορα αγαθά που μόλις προλάβαινες να τα χαρείς κι αμέσως παλιώνανε. O όγκος αύξανε πάνω απ’ τα κεφάλια και η κατάθλιψη μέσα σ’ αυτά. Και ξαφνικά η φούσκα έσκασε. Έσκασε! Και άφησε πίσω της κάτι ξεχειλωμένο. Τελεσίδικα ξεχειλωμένο!

     Άρα στους μύες κρύβεται ο φόβος! Δέος για μια εποχή ψυχικής επάρκειας και των απαιτήσεών της.  Φόβος για την προσπάθεια και τον κοινωνικό μόχθο -βαθειά αίσθηση ανημπόριας.

    Δεν είναι να απορεί κανείς λοιπόν που στο άκουσμα της λέξης δραχμή οι περισσότεροι ξιπάζονται σαν να μην την έπιασαν ποτέ στα χέρια τους, σαν να έχουν μόνο ακουστά γι’ αυτήν, σαν να μιλάμε για την αρχαία δραχμή. Kαι για ένα κόσμο τόσο παλιό, που δικαιολογημένα μένει ασύλληπτος.   




                                                                                              Β.Η

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ


Ο χρόνος που δεν είναι ούτε κυκλικός, ούτε γραμμικός, που είναι εν τέλει ανύπαρκτος, αλλά ορίζει ως δια μαγείας τα πάντα.

Το Πνεύμα που είναι αόρατο αλλά διέπει τα πάντα.

Η Ζωή που είναι τόσο όμορφη αλλά έχει  υποβαθμιστεί σε ένα άχθος επιβίωσης.

Οι άνθρωποι που έχουν χάσει πια την Ελπίδα τους και βυθίζονται στη ατελεύτητη σκοτεινιά μιας ύπαρξης, που υπάρχει μόνο για να αγωνίζεται  να κερδίσει μια θέση  στη πλαστή ευφορία του Παγκόσμιου Θεάματος.

Οι Αρχές που εξανεμίστηκαν κάτω από το βάρος ενός ανόητου Σχετικισμού.

Η ζωογόνος εμβάθυνση του Υπαρξιακού που πουλήθηκε στους εμπόρους της τιμής του μεροκάματου.

Αυτοί που αυτοκτονούν καθημερινά σε ένα πόλεμο που δεν έχει όνομα.

Η Γνώση που μετασχηματίστηκε σε Πίστη και πέρασε στο Έγκλημα.

Η επαφή με την πηγή της Δημιουργίας που χάθηκε στο έλος των Ιδεολογιών.

Πότε θα τελειώσει αυτή η απέραντη σκοτεινιά!;

Θα υπάρχουμε μετά ή θα επιστρέψουμε κάποτε στο Σπίτι;

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Περί ενός φανταστικού Βρετανικού Ναυτικού (και της πρωτοκαθεδρίας του πνευματικού)


            Ήτανε αργά το απόγευμα όταν οι ναύτες του αγήματος που είχε βγει στη στεριά τις προηγούμενες μέρες και είχε στρατοπεδεύσει στο παλιό ισπανικό φρούριο στην κορυφή του λόφου άκουσε το καμπανάκι  της πλώρης και τη φωνή του φρουρού, lo spree  (λο σπρίί) που σήμαινε φυσάει, σηκώθηκε αέρας.
             Κοιτώντας οι άντρες προς το καράβι εντυπωσιάστηκαν από το απογευματινό φως που έπεφτε στο καμπούνι και έκπληκτοι από το θέαμα και τη βαθειά ομορφιά όλης της φύσης, αίσθημα ανάμεικτο με την ευγνωμοσύνη για την επιστροφή του αέρα, έπεσαν στα γόνατα και προσευχήθηκαν ευχαριστώντας για τον άνεμο που αργά-αργά γέμιζε τα πανιά. Έκτοτε  αυτή η προσευχή, που τα λόγια της όλο λυρισμό εκφράζουν βαθύ δέος για τον κόσμο, έγινε μέρος του τελετουργικού του Βρετανικού Ναυτικού. Και δεν είναι τυχαίο που ένα τέτοιο Ναυτικό έμελλε να κυριαρχήσει στις θάλασσες για 2μισυ αιώνες.  

                                                                                                  B.H.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...