Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Φυλαχτό

Στα χρόνια που θα έρθουν, θα χρειαστούμε ένα φυλαχτό:

Αντικαθιστώ τη μελαγχολία με το θάρρος, την αμφιβολία με
τη βεβαιότητα, την απελπισία με την ελπίδα, την κακία με
την καλοσύνη, τη μεμψιμοιρία με το καθήκον, το σκεπτικισμό
με την πίστη, τα σοφίσματα με την ψυχρότητα της ηρεμίας,
τον εγωισμό με την ταπεινοφροσύνη.

… μιλάει ο Λωτρεαμόν, 24 χρονών, ενάμισι αιώνα πριν.


                                                                      Β.Η

Το τέλος του σύγχρονου Ανθρωπισμού

Έχουμε από παλιά και πολλές φορές επισημάνει από εδώ − κι αλλού και παρ’ αλλού −, ότι η σύγχρονη εποχή, αυτή που ονομάζουν «νεωτερικότητα», στήθηκε μες από μια πρόσκαιρη συμπαιγνία ανάμεσα στο ρασιοναλισμό και το δημοκρατικό ανθρωπισμό, δυο ρεύματα που δεν θα μπορούσαν να συμβαδίζουν εσαεί καθώς από άλλες πηγές έρχεται και σε άλλους ορίζοντες κατευθύνεται το καθένα από αυτά.

Πολύ συνοπτικά, το πρώτο ρεύμα, ο ρασιοναλισμός, προέρχεται από μια τεχνικήαντίληψη των πραγμάτων, και των ανθρώπων, δηλαδή από το τεχνικό πνεύμα, το οποίο:

  • για να εμφανιστεί, προϋπέθεσε την αποπνευμάτωση του κόσμου, δηλαδή την αποϊεροποίηση της Φύσης και της ίδιας της ζωής μέσα από τη θεώρησή τους ως «ουδέτερων» πεδίων προς εξονυχιστική πειραματική έρευνα και τεχνική διαμόρφωση∙ την συνταύτιση γνώσης και ισχύος∙ και τη μηδενιστική αναίρεση κάθε ηθικού κριτηρίου, που έως τότε διέκρινε μεταξύ ιερού και βέβηλου στην ανθρώπινη παρέμβαση θέτοντας στον άνθρωπο βαθύτατα, οντολογικών, υπαρξιακών και όχι απλώς ψυχολογικών διαστάσεων διλήμματα προ της πράξης∙
και το οποίο:

  • για να επικρατήσει, χρειάστηκε την υποτίμηση και αποκαθήλωση του Λόγου − δηλαδή της φιλοσοφίας που θέτει τον φιλάνθρωπο Λόγο ως αρχή και πηγή της συντεταγμένης ανθρώπινης ύπαρξης − και την απαξίωσή του υπέρ μιας (άλλοτε υλιστικής και άλλοτε ιδεαλιστικής) φιλοσοφίας της Πράξης έως του σημείου, όπου η πρωταρχικότητα του πρακτικού-τεχνικού αποτελέσματος να κάμψει, να υποσκελίσει και τα τελικά να εξοστρακίσει από το ατομικό και συλλογικό ενδιαφέρον τη διάσταση και την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου.
Από την άλλη, το δεύτερο ρεύμα, ο δημοκρατικός ανθρωπισμός, προέρχεται από μια αντίληψη του κόσμου και της ζωής,στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται ο άνθρωπος, όχι αφηρημένα, σαν μια ωραία και υψηλή ιδέα, αλλά  ως μοναδικό και απαραβίαστο πρόσωπο, που ενώπιον της ιερότητάς του οι τεχνικοί λογισμοί και υπολογισμοί οφείλουν να στέκονται προσοχή ή ακόμα και να ακυρώνονται εάν πρόκειται να το βλάψουν.

Επομένως, η ριζική αντίθεση μεταξύ αυτών των δυο ρευμάτων είναι, πιστεύω, ολοφάνερη και πράγματι, στις μέρες μας, μάλλον εύκολο να διαπιστωθεί από τον καθένα και αυτή, και το τίνος από τα δυο ρεύματα η επικράτηση χαρακτηρίζει τελικά τη νεωτερικότητα.


Πάνω σε αυτό, έχουμε επίσης επισημάνει πολλές φορές την επικράτηση, από νωρίς, του τεχνοκρατικού ρασιοναλιστικού ρεύματος πάνω στο δημοκρατικό ανθρωπιστικό − μια επικράτηση αναμενόμενη, θα λέγαμε, επειδή:

  • το τεχνικό πνεύμα και η συναφής με αυτό φιλοσοφία της Πράξης ήταν και είναι ο πυρήνας της κοσμοθεωρίας των Αυλικών και των ανθρώπων του Χρήματος, η συμμαχία των οποίων ηγήθηκε της αστικής επανάστασης και έφερε την επικράτηση της νεωτερικότητας στο πεδίο τόσο του κράτους όσο και της κοινωνικής συναλλαγής∙
και επειδή:

  • οι δευτερεύοντες προσωρινοί σύμμαχοί τους και οι εν συνεχεία κυριαρχούμενοί τους (ανάμεσα στους οποίους ρίζωναν περισσότερο οι δημοκρατικές ανθρωπιστικές αξίες) διαποτίστηκαν βαθμιαία, και αυτοί, από την παραπάνω κοσμοθεωρία με μοιραίο αποτέλεσμα, αγωνιζόμενοι υπό την καθοδήγηση των ψευδοεπιστημόνων μέντιουμ του «επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και συνακόλουθης όξυνσης των αντιφάσεων», να μην μπορούν να διαπεράσουν το σκληρό κέλυφος του επικρατούντος πολιτισμού.
Από εδώ ασφαλώς προέρχεται η σημερινή, έως καλαμοκαβαλήματος αναρρίχηση των οικονομικοτεχνικών μάνατζερς στη θέση των Υπάτων και των Αυτοκρατόρων, που μια ρήση ή μια απόφασή τους μπορεί να ρίξει ολόκληρους πληθυσμούς στο παραμιλητό ή τη δυστυχία, και που ένα στατιστικό διάγραμμά τους αρκεί για να παραλύσει η σκέψη των ακροατών τους, εφόσον:

  • τούτης της παράλυσης προηγήθηκαν χρόνια και δεκαετίας κατάθεσης των όπλων της κριτικής στα πόδια της Οικονομίας, δηλαδή της ιδέας που − ισχυριζόμενη ότι εκείνο που καθορίζει συντελεστικά τον άνθρωπο είναι οι «υλικές ανάγκες», η «ικανοποίησή» τους και επομένως η «τεχνική διαχείρισή» τους σε επίπεδο κοινωνίας − ύψωσε σε Έννοια την κυρίαρχη συμμαχία της νεωτερικότητας και κύρωσε, έτσι, την επικράτησή της.

Ιδού λοιπόν, σε υπερσυμπύκνωση, μια ιδέα για το τι θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς διαβάζοντας τις αγέρωχες προχτεσινές δηλώσεις της κας Λαγκάρντ* για τις προτιμήσεις των ανθρωπιστικών της αισθημάτων σε συνάρτηση με τον διαχειριστικό της ρασιοναλισμό.


 [29/5] Περιττό, νομίζω, να επισημάνω ότι οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν πλήρως τη λογική και την οπτική κάτω από την οποία σχεδιάστηκε, συντάχθηκε και επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί το Μνημόνιο - καθιστώντας περιττή μια κριτική ανάλυσή του λέξη προς λέξη, αν υποθέσουμε ότι θα την ήθελε κανείς.



Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Είπατε, ανάπτυξη;

Μπρύγκελ: Ο Πύργος της Βαβέλ (1563)
«Σε όλους τους τομείς τίθεται ένα και μόνο πρόβλημα: Πρέπει να επιβραδύνουμε και τελικά να σταματήσουμε τη δράση των επικίνδυνων δυνάμεων που μας απειλούν. […]

Το 1800, καμμιά δυτική πόλη δεν είχε πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους. Η μεγαλύτερη, το Λονδίνο, έφτανε τους959.310 ενώ το Παρίσι μόλις που ξεπερνούσε το μισό εκατομμύριο […] Όμως το 1900, έντεκα μεγάλες μητροπόλεις είχαν πληθυσμό πάνω από 1 εκατομμύριο κατοίκους. Ανάμεσα σε αυτές, το Βερολίνο, το Σικάγο, η Νέα Υόρκη, η Φιλαδέλφεια, η Μόσχα, η Αγία Πετρούπολη, η Βιέννη, το Τόκυο και η Καλκούτα.Τριάντα χρόνια μετά, ο αριθμός τους έφτασε τις είκοσι επτά. […]

Σχεδόν παντού στον κόσμο παρατηρούνται οι τάσεις αυτές. Το 1950, το 13,1% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων, ενώ το 1850 η αναλογία ήταν μόλις 1,7%.Αυτή η αλλαγή στην κλίμακα των αστικών πληθυσμών και γεωγραφικών εκτάσεων επέφερε δομικούς μετασχηματισμούς σε όλα τα μεγάλα κέντρα και διεύρυνε τη σφαίρα επιρροής της πόλης, εισάγοντας στα χωριά τα εμπορεύματα, τις συνήθειες και τους τρόπους σκέψης των αστικών κέντρων. […] Κυρίως όμως, ο πολλαπλασιασμός των πόλεων μετέβαλε ριζικά την αναλογία μεταξύ αστικών και αγροτικών πληθυσμών.Παλιότερα οι πόλεις αποτελούσαν μικρές νησίδες μέσα σε τεράστιες γεωργικές εκτάσεις∙ τώρα πλέον, ολοένα και περισσότερο, οι γεωργικές εκτάσεις μοιάζουν με νησίδες πράσινου περιτριγυρισμένες από μια θάλασσα ασφάλτου, τσιμέντου και τούβλων. […]

Σε όλους τους τομείς η μηχανική και αυτοποιημένη ανάπτυξη πήρε τη θέση των οργανικών μορφών ανάπτυξης, με αποτέλεσμα την απαξίωση των ζωτικών δομών προς όφελος μιας ατέρμονης αύξησης της παραγωγής − όρος αναγκαίος για να ικανοποιηθεί τόσο το πάθος πλουτισμού και η βούληση για ισχύ της αρχικής, τυχοδιωκτικής περιόδου του καπιταλισμού, όσο και η επιδίωξη της άνεσης και της ασφάλειας του μετέπειτα καπιταλισμού της ευημερίας∙ αλλά και η βαθιά επιθυμία για ασφάλειας και για ισχύ συνάμα του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού των λεγόμενων κομμουνιστικών χωρών.

Παρά τις διαφορές τους, τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών ήταν παρόμοια: Αναζήτηση ολοένα και πιο απομακρυσμένων πηγών ανεφοδιασμού και πρώτων υλών∙ Σχηματισμός μεγάλων κέντρων οικονομικής εξουσίας, από τα οποία οργανώνονται οι αγορές και στα οποία συγκεντρώνονται οι οικονομικά ισχυροί.

Το έμβλημα του “ελεύθερου ανταγωνισμού”, που είχε ενώσει τους ανταγωνιστές και οδήγησε στην κατάλυση των παλιών φεουδαρχικών και τοπικών μονοπωλίων, χρησίμευσε σαν προπέτασμα στις έμμονες προσπάθειες μερικών μεγάλων εταιρειών να ελέγξουν την αγορά και να επιβάλλουν τις δικές τους τιμές. Οι μεγαλουπόλεις έγιναν ο κατεξοχήν τόπος αυτών των συμφωνιών και συνάμα τα σύμβολο αυτής της εξέλιξης. […]

Χάρη στην ακατάπαυστη συνδρομή νέων εφευρέσεων, το εμπόριο και η βιομηχανία αναπτύχθηκαν σε απίστευτες διαστάσεις. Ισχύς, ταχύτητα, ποσότητα και καινοτομία: αυτοί ήταν οι βασικοί στόχοι, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή μέριμνα κάποιας προσαρμογής των αναπτυξιακών επιταγών της παραγωγής και της κατανάλωσης σε ανθρωπιστικούς σκοπούς. […]

Μοναδικά θέματα συζήτησης σε ολόκληρο τον κόσμο κατέληξαν να είναι η οικονομία, οι ασφάλειες και η διαφήμιση.Χάρη σε αυτή την τριλογία, η ισχύς της Μητρόπολης ξεπέρασε τα εθνικά σύνορα και απλώθηκε στις πιο μακρυνές περιοχές, κι όλη η Γη έπρεπε να προσκυνάει τις μητροπόλεις. […]

Κατά παράδοξο όμως τρόπο, αυτό το σύστημα, που θεμελιώνεται στην επέκταση, γίνεται ολοένα και πιο άκαμπτο, ολοένα και λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει τις καινούργιες καταστάσεις, ενώ την ίδια στιγμή είναι υποχρεωμένο να σπεύδει ατέρμονα στο δρόμο της επέκτασης χωρίς να μπορεί καν να διανοηθεί το ενδεχόμενο μιας επιστροφής προς τα πίσω. […] Θυμίζει μάλλον την Κόκκινη Βασίλισσα στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, η οποία πασχίζει και τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα παραμένοντας διαρκώς στην ίδια θέση.»


Λιούις Μάμφορντ, The City in History (1961)