Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Η τέχνη του σιδήρου





                                                                                                Η σιωπή   πίσω απ' την βουή


Είχαμε στήσει τα εργαστήριά μας στην άκρη της πόλης, ψηλά στους λόφους, πάνω από τη δημοσιά.  Και παλεύαμε την κάθε μηχανή που μας έπεφτε στα χέρια σαν να ’ταν η πρώτη ή  τελευταία που θα επισκευάζαμε ποτέ. Δεν ήταν σπουδαία η αμοιβή, πιο πολύ ήταν το μεράκι, αυτή η περιέργεια του παιχνιδιού, και την περνάγαμε εκεί στους λόφους με ψωμί, κρεμμύδι και ελιά, βλογούσαμε το ψωμί πριν να το φάμε όπως κάναν οι παλιοί, καμιά φορά τύχαινε κανά  καλό κρασί και πάντοτε καλή παρέα.
Βλέπαμε από κει, τι έμπαινε στην πόλη και τι έβγαινε. Τα φορτώματα των ζώων - αμέτρητες σειρές τα φορτωμένα ζώα!  Μέρα - νύχτα μυρμήγκιαζε η δημοσιά και κει πλέναμε και συντηρούσαμε τις μηχανές που μας φέρνανε. Έφτιαχνε ο καθένας μας τα εργαλεία του ώστε να ταιριάζουν στο δικό του χέρι και στον δικό του τρόπο ακριβώς όπως έκαναν οι παλιοί μαστόροι, που μας είχαν μπάσει στο επάγγελμα του σιδερά-μηχανικού, και συχνά τους θυμόμασταν και μνημονεύαμε τα λόγια τους. Δεν σταματούσαμε ποτέ να μαθαίνουμε  τη δουλειά μέσα απ’ την ίδια τη δουλειά, όπως έλεγαν και ’κείνοι. 
Παρακολουθούσαμε την ατέλειωτη γιορτή της έπαρσης των επηρμένων, την αλαζονεία των δυνατών, την δουλοπρέπεια και τον μιμητισμό των αδυνάτων, τον καιροσκοπισμό του πλήθους. Και δεν μας διέφευγαν τα χαμόγελα των επιτηδείων και το γρήγορο κοφτό βλέμμα της απληστίας.
Εξετάζαμε το καθετί με μάτι κριτικό και στοχαστικό αυτί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση  ερχόταν.
Το λέγαμε πολλά χρόνια τώρα, μπορεί και 15 μπορεί και παραπάνω, ότι δεν πάει άλλο τούτο το κακό, θα σκάσει όπου να ’ναι σαν κακό σπυρί, σαν κακοφορμισμένο ψέμμα, και συνέχιζε αυτό, ανεμπόδιστα, με αυθάδεια και σιγουριά πολλή και με μιά αυτοπεποίθηση που προξενούσε έκπληξη άνοιγε συνέχεια δρόμο. Και αναρωτιόμασταν φορές, φορές: Μα γιατί αργεί? Τόσο λάθος κάναμε? Δεν μπορεί τόσο να λαθέψαμε!
Και ήρθε ο Νυμφίος το ’08, φρέσκος – φρέσκος, ολοκάθαρος στα λευκά ενδεδυμένος και χτύπησε την πόρτα. Και βγήκαμε και μεις να τον υποδεχτούμε φορώντας τα καλά μας, ικανοποιημένοι πού ’χαμε τουλάχιστον διαβάσει καλά τα σημάδια, πού ’χαμε διαβάσει σωστά την Ιστορία.  Εμείς οι μηχανικοί της είχαμε σπουδάσει καλά το μηχανισμό της. Δεν είχαμε αφιερώσει μάταια το χρόνο μας στα νυχτερινά σχολεία πού ’χαμε  στήσει μέσα μας, ο καθένας για τον εαυτό του.
Ήμασταν και λίγο ανήσυχοι, για να πούμε την αλήθεια πολύ ανήσυχοι, γιατί, το βλέπαμε πως, γύρναγε και χτύπαγε τις πόρτες και δεν ζητούσε μόνο χρήματα για τα χρωστούμενα αλλά και άλλα  πράγματα, ακατανόητα. Γύρευε να πληρωθεί σε χρόνο, το πιο σκληρό νόμισμα απ’ όλα.  Σε χρόνο γύρευε να πληρωθεί, σε χρόνο και σε αίμα.
Και τον κοιτάζανε με απορία και τους βλέπαμε να κουνάνε ανήμποροι τα χέρια κι όπως το περιμέναμε - δυστυχώς το περιμέναμε κι αυτό να γίνει έτσι ακριβώς - γρήγορα ξέσπαγαν σε παρακάλια. Και μετά τους έπιανε μια μεγαλόστομη οργή… και μετά ξανά παράπονα και παρακάλια. Εμείς όμως καταλαβαίναμε τι ζητούσε και τι ήθελε να πει σαν να μιλάγαμε μια ξένη γλώσσα. Και τους κάναμε νοήματα πίσω από την πλάτη του και τους δείχναμε με τα χέρια και ανοιγοκλείνοντας το στόμα αλλά αυτοί δεν κοιτούσαν πουθενά, άδειο ήτανε το βλέμμα και δεν ησύχαζε στιγμή, και του δείχναν πια τα παιδιά τους που τα βάζανε μπροστά, κάτι άσχημα παιδιά - αλήθεια έκανε εντύπωση μεγάλη πόσο μοιάζαν των γονιών τους.
Αλλά αυτός δεν στεκόταν πολύ, τράβαγε από πόρτα σε πόρτα και  παντού συνέβαιναν τα ίδια. Πήγε πια και έστησε το κρεβάτι του πίσω από την αγορά και έκτοτε είναι εκεί και περιμένει.
Αυτό μόνο που κάπως μας ησυχάζει είναι ότι τις νύχτες πάνε και τον βρίσκουν 16χρονα παιδιά κι άνθρωποι που δεν ακούστηκαν ποτέ και κάθονται όλοι γύρω, μέσα στη σιωπηλή και μισοσκότεινη Αγορά.

                                                                                                                          Β. Η.


      ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
                                                                     
Εμείς που για χρόνια σκύβαμε με προσμονή
ν’ ακούσουμε την επερχόμενη βουή πίσω απ’ τη σιωπή
τώρα που η Ελλάδα βρίσκεται στην αιχμή της παγκόσμιας κρίσης
και αναγκασμένη να επιλέξει ριζικές λύσεις
μπαίνει σε προεπαναστατική περίοδο, συναισθανόμενοι το βάθος της υπόθεσης
και τη δυσκολία του έργου με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο λαός της
στήνουμε τ’ αυτί ν’ ακούσουμε τη σιωπή πίσω απ’ τη βουή.

                                                                             Β. Η.

3 σχόλια:

  1. Ωραίο κείμενο όπως πάντα. Κρίμα που λέει ότι τα παιδιά(εκτός από τα δεκαεξάχρονα που πάνε πίσω από την αγορά) είναι άσχημα μόνο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΑ!
    Εκπληκτικό κείμενο, σας ευχαριστούμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. η σιωπη ειναι συνενοχη.κι εμεις σωπαιναμε και περιμεναμε να δουμε τι θα γενει.ισως ομως η στιγμη δεν ερχεται οποτε να ναι.ερχεται οταν η ευκαιρια της δοθει.πολυασχολη ως φαινεται θα ητανε κι αυτη.ηρθε ομως η στιγμη και ειναι τωρα.μην την αφησουμε να χαθει στη βουη η στη σιωπη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΠΡΟΣ ΥΠΟΓΕΙΟ (με προσοχή να μη χτυπήσετε το κεφάλι σας!)

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...