Ήταν σίγουρη ότι θα τα κατάφερνε τον Ιούλιο του 1965, θα έμενε απ’ έξω, θα ξεπερνούσε εύκολα αυτό το κοινό βάρος, θα έκοβε οριστικά τους δεσμούς της με το απροσδιόριστο φορτίο, θα ανοιγόταν ελεύθερη στο σύμπαν, θα κυκλοφορούσε με ταχύτητα ηλεκτρικού τραγουδιού με αγγλικούς στίχους, θα ήταν πολύ προσεκτική και σε λίγο κανείς δεν θα μπορούσε να την φτάσει, δεν θα αισθανόταν καθόλου το βάρος της, θα πήγαινε παντού, ελαφριά σαν πούπουλο, μακρινή, απρόσιτη, αδιάφορα για τα πάντα,ευγενική, κυνική, συμπαθητική, ευχάριστη. Ήξερε τον τρόπο, ήταν βέβαιη ότι θα γίνει κάτι πολύ μεγάλο γιατί ήξερε τη μέθοδο, έπρεπε να συγκρατείται όταν εκνευριζόταν η μαμά, να μην της απαντάει, να δημιουργεί γύρω της έναν αόρατο προστατευτικό κλοιό, να κλείνεται σ’ ένα παρατηρητήριο, να παρακολουθεί με συγκατάβαση τις ελαφρά ασυνάρτητες ιστορίες της γιαγιάς, να μην τις παίρνει ποτέ στα σοβαρά, να τις αντιπαρέρχεται με χαρακτηριστική ευκολία, να μην τις πιστεύει, να βλέπει τη γιαγιά σαν πλάσμα ενός άλλου κόσμου, οριστικά χαμένου.Έπρεπε να υποδύεται ότι είναι εκεί και ζει μαζί τους και την κατάλληλη στιγμή να την κοπανήσει, να ζήσει ελεύθερα, να σπάσει τα δεσμά, να κάνει κάτι δικό της, να της το αναγνωρίσουν. Ήξερε τον τρόπο, τον έλεγαν άλλωστε τα τραγούδια,τον έγραφαν οι εφημερίδες, τον ψιθύριζε το ραδιόφωνο, τον αποθέωναν οι ταινίες,όλα γύρω της τής ψιθύριζαν ότι έπρεπε να ξεκόψει, να ξεχάσει, να συγκρατηθεί,να περιμένει την κατάλληλη στιγμή κι όταν έρθει η ευκαιρία να την αρπάξει χωρίς να κοιτάξει πίσω,να προχωρήσει χωρίς να φοβηθεί, να μη σκεφτεί τίποτα, να ζήσει από εδώ και πέρα αδιαφορώντας τελείως για το τι έγινε πριν τριάντα ή χιλιάδες χρόνια, να ξεχάσει επιτέλους αυτό που οι άλλοι δεν μπόρεσαν, αυτό το απροσδιόριστο φορτίο που τους βασάνιζε και τους έκανε να ζουν δραματικά την κάθε στιγμή. […]
Για είκοσι ολόκληρα χρόνια που έγιναν καπνός ήξερε τον τρόπο, όλη η παρέα της τον ήξερε, τον επεξεργαζόταν ασταμάτητα, τον τελειοποιούσε, είχε γίνει κοινό μυστικό αυτός ο τρόπος του να πετάς το κοινό φορτίο στα τάρταρα της λησμονιάς και να τρέχεις ελεύθερη, να κόβεις με χαρακτηριστική λύσσα το νήμα, επιτέλους να ξεκόβεις. Ήταν κοινό μυστικό ότι δεν χρειαζόταν καμμιά πίστη, μόνο μερικές αυταπάτες ήταν επιτρεπτές ώστε να βρίσκεις συμμάχους,καμμιά πίστη, μόνο μια δόση ύφους ανακατεμένη με λίγο λεξιλόγιο ήταν αρκετή,ήταν κοινό μυστικό ότι σαράντα λέξεις ήταν αρκετές, αρκεί να έβρισκες σαράντα λέξεις δικές σου. […]
Για είκοσι ολόκληρα χρόνια επεξεργαζόσουνα τον τρόπο να είσαι μοναδική, επιτέλους ξέκοβες, έβρισκες μία-μία τις σαράντα λέξεις σου, γινόσουνα κάτι πολύ μεγάλο που ούτε το αναγνώρισαν ούτε δεν το αναγνώρισαν, γινόσουνα κάτι πολύ αδιάφορο και τώρα θυμάσαι μία-μία τις ασυνάρτητες ιστορίες ασήμαντων γυναικών τριάντα ή χιλιάδες χρόνια πριν,προσπαθώντας να εντοπίσεις σ’ ένα όρατο νησί το χαμένο νήμα που τις συνέδεε.»
Χρήστος Βακαλόπουλος, Η γραμμή του ορίζοντος, εκδ. ΕΣΤΙΑ(1991)
Σημ. H.S. Με ευγνωμοσύνη. Και πάλι. (Ας διαβαστεί σε συνάρτηση και με το «Γιατί δεν εξεγείρονται», όσο παράδοξο κι αν,ίσως, μοιάζει.)
Διάβασα το βιβλίο φέτος το καλοκαίρι και το συγκεκριμένο κεφάλαιο μου έκανε εξαιρετική εντύπωση σαν πλήρης περιγραφή αυτού που είχε αρχίσει να έρχεται και μάλιστα τη στιγμή που αυτο γεννιόταν. Το ότι ήταν γραμμένο από έναν πολύ νέο άνθρωπο τότε...ίσως δεν μπορούσε να γίνει κι αλλοιώς.
ΑπάντησηΔιαγραφή