Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Γράμμα από την Ισπανία





Πανάλαφρη και γαλανή η Σιέρρα την ώρα που νυχτώνει
ένα πράμμα, τα γαλάζια χιονισμένα βουνά
και ο λεπτόχρωμος ουρανός το σούρουπο
πιο πολύ από κάθε άλλην ώρα αυτή είναι η ώρα του αιθέρα.

Ας προφέρουμε Ανδαλουσία όπως Νότος!

Σε μιά από τις παγωμένες αίθουσες της Αλάμπρα
σήκωσα τα μάτια ψηλά στη μισοσκότεινη οροφή
σ’ αυτό το λεπτό διάκοσμο που αναπαριστούσε
τον έναστρο ουρανό, όχι βαθυγάλανο
αλλά μ’ ένα σκούρο χρώμα καφετί.
Ήταν τόσο βαθιά η αίσθηση της καθαρής αφέγγαρης νυχτιάς
που ανησύχησα ότι
για μένα ο νυχτερινός ουρανός
θα είχε από δω και πέρα αυτό το αποτρόπαιο χρώμα.
Έπρεπε λοιπόν να κοιτάξω, εκεί ψηλά, ξανά και ξανά,
για να ξορκίσω εκείνη την παραδοξότητα
και να λυτρωθώ
απ’ την τυραννία ενός τέτοιου ατοπήματος.

 Τι ύβρις!  Εκείνοι που δίσταζαν να προφέρουν το όνομα του θεού
να αποτολμούν τέτοια ρήξη με την πραγματικότητα!

Κι όμως! Κανένας λαός δεν αγάπησε το νερό
τόσο πολύ όσο αυτός ο λαός της ερήμου!

Εκείνα τα δωμάτια
Εκείνα τα αίθρια
Εκείνες οι στοές

οι μικρές στέρνες
ο αδιάκοπος ήχος του νερού
που ανάβλυζε από χαμηλά συντριβάνια

από στέρνα σε στέρνα
από κρήνη σε κρήνη
προσπαθούσα να σταθμίσω
τις ανεπαίσθητες διαφορές στον ήχο της ροής
εδώ ένα μουρμουρητό
εκεί έπρεπε να γονατίσω
για ν’ ακούσω κάτι οριστικά χαμένο
σαν να έψαχνα μέσα σε αναμνήσεις.


Τόποι φτιαγμένοι για να απολαμβάνεις τον έρωτα
ή ν’ αφήνεσαι στην ονειροπόληση.

Μέσα σ’ ένα κόσμο συμβόλων
κι αδιάκοπα επαναλαμβανόμενων συμμετριών
κάτι τέτοιο άρχιζε να μου φαίνεται ακατόρθωτο

ένας κόσμος τρυφερότητας
χαμηλόφωνος και υπομνηστικός
έκρυβε πια την απειλή.
Είχε φτάσει σε τέτοια πληρότητα
που ήταν ήδη νοσταλγία!

Τι κουραστικό να είσαι ξένος παντού!
Αλλά δεν είμαι εγώ ο ξένος, είναι η Ανδαλουσία που έγινε ξένη!
Παντού πια η Ευρώπη κουράζει με τη κατήφειά της
τις καλές της προθέσεις και μιά αυτάρεσκη άνεση
ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο ταξιδιώτη.

Πριν σαράντα χρόνια, τσιγγάνοι και κοπάδια
έβρισκαν καταφύγιο μέσα στα ερειπωμένα Αραβικά παλάτια και τα τζαμιά.
Τι καλύτερο θα μπορούσαν να ευχηθούν οι παλιοί ιδιοκτήτες
που διώχτηκαν από την Ισπανία?

Μα αυτοί ήταν οι ιδανικοί κάτοικοι!
Ελάχιστα ενδιαφέρονταν για τις περίτεχνες διακοσμήσεις
ούτε προσποιούνταν ότι καταλάβαιναν κάτι.
Και χωρίς ν’ αγγίζουν τίποτα άφηναν τα παλάτια να ερειπώνονται.
Έτσι ο χρόνος ήταν ο πραγματικός τους κάτοικος.

Και τι καλύτερο θα μπορούσε να προσμένει
αυτή η ένδοξη αρχιτεκτονική
από το να ξεκουραστεί μέσα στη λήθη?

Τώρα ο αδιάκοπος βηματισμός των τουριστών
και οι τυποποιημένες φωνές των ξεναγών
σκεπάζουν τους ήχους του νερού.
Χώροι που έζησαν μιά ζωή ανεξάρτητη και πραγματική
ετέθησαν υπό κρατική φροντίδα.
Και ο χρόνος εξορίστηκε και διώχτηκε  σαν γύφτος.

Αλλά αυτοί ήταν χώροι φτιαγμένοι για την ερωτική ευτυχία και τον κίνδυνο.
Σωστά ο Έμερσον μεταφράζει τον Χαφέζ:
Ο Έρωτας που κάποτε ήταν τόσο εύκολος τώρα περιέπεσε σε δυσκολίες

Το σπίτι που ζήσαμε ήταν μιά σοφίτα σ’ ένα ψηλό κτίριο­­
σ’ ένα απ’ αυτά τα σύγχρονα λαϊκά προάστια της Γρανάδας
Οι άχρωμες γειτονιές μάς εξασφάλιζαν την καθαρότητα του απροσποίητου.

Και το σπίτι ήταν ένα θαυμάσιο παρατηρητήριο των καιρών
και του περάσματος του χρόνου.
Ο ήλιος σήκωνε τη μέρα πίσω από τη Σιέρρα Νεβάδα
και έφευγε δυτικά προς την Πορτογαλία.
Σ’ εκείνα τα οροπέδια ήθελε προσπάθεια για να φαντασθείς το Ωκεανό!
Μπορούσες για ώρες να παρατηρείς τα σύννεφα πάνω στα βουνά
το ταξίδι και τις περιπέτειες του φωτός πάνω στα κτίρια,
χρυσάφι πάνω στις ώχρες.
Έτσι ζήσαμε, κυκλωμένοι από ουρανούς!

Ήταν σαν, για ό,τι καλό φτιάξαμε, να ‘χαμε βάλει τους καιρούς και τους τόπους
στοργικούς παρατηρητές     
και για ό,τι κακό κάναμε, ο ένας στον άλλο, να ήμασταν υπόλογοι στον κόσμο.

Κι εγώ προσπάθησα να σταθώ γυμνός μπροστά της
αλλά αυτή με σκέπαζε με κάθε λογής παλιόρουχο.
Ήταν από ντροπή ή ήταν ο φόβος της δικιάς της γύμνιας?
Εκείνα όμως τα παλιόρουχα  ήταν τα πέπλα
τα όμορφα και ύπουλα
που οι ίδιοι είχαμε υφάνει
που λεπτά κι αδιόρατα
είχαν αρχίσει και μας τύλιγαν
και που έπρεπε εγώ να σκίσω
ονομάζοντας εξαρχής τα πράγματα.
Έτσι μας έφευγε η χαρά μέσα απ’ τα δάχτυλα.
Κι απομείναμε μες το ζεστό φώς της λάμπας που φώτιζε το δωμάτιο, θλιμμένοι.
Κι ύστερα κοιμηθήκαμε για λίγες ώρες αγκαλιασμένοι.
Για να ξυπνήσουμε μες της αυγής το γκρίζο φως
ναυαγισμένοι, κλαίγοντας.


                                                                                    Β.Η

                                                                              Γενάρης 2014                    

1 σχόλιο:

  1. ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ!

    Σ' ευχαριστούμε ολόθερμα Β.Η. γι' αυτό το εκπληκτικά πλούσιο σε εικόνες, συναισθήματα, σκέψεις κι αισθήσεις ταξίδι! Διάβασα τις λέξεις σου σαν οδοδείκτες σε αχανείς λεωφόρους, γεμάτες υποσχέσεις για ένα μακρυνό φευγιό προς ό,τι είναι πιο βαθύτερα δικό μου. Άκουσα τις φράσεις σου σαν εκείνο το σιγοκελλαρυστό ρυάκι που απρόσμενα ξετρύπωσαν μέσα στα έγκατα της πόλης και που μόλο που το κλείσανε σα φυλακισμένο τροπικό ζώο σε κήπο ζωολογικό μιας βόρειας χώρας, ετούτο δω και μόνο που υπάρχει, κάνει την ασκήμια των ζωολόγων ακόμα πιο επαίσχυντη.

    ΕΝΘΟΘΣΙΑΣΜΟΣ!

    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΠΡΟΣ ΥΠΟΓΕΙΟ (με προσοχή να μη χτυπήσετε το κεφάλι σας!)

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...