Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Ο Κόσμος κατέρρεε ενώ κοιμόσασταν...



Επί τριάντα χρόνια αδιαφορήσατε
για την πρέζα που κατέτρωγε
τη φτωχή εργατική νεολαία.
Δεν σας πείραζε που βλέπατε
φαντάσματα στους δρόμους σας.
Ντροπιασμένοι τα προσπερνούσατε ξεχνώντας
ότι κάτι τέτοιο γίνεται αλλού-στις ψυχρές κοινωνίες.
Έτσι εθιστήκατε στην περιχαράκωση και την αδιαφορία.
Και τους ανέλαβε ο διάβολος. Τους έγραψε ωραία στα κιτάπια του
και σημείωνε μ’ ακρίβεια
μέρα και ώρα της τελευταίας δόσης.
Δεν μιλήσατε τότε για βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας`
Αλλά αυτή ήταν η ΠΡΩΤΗ ΒΟΜΒΑ!

Ούτε για τους άλλους νοιαστήκατε
που άρχισαν να έρχονται
απ’ τα βουνά, μ’ ένα σακκούλι
κοπαδιαστά ή μοναχικοί
λιτοδίαιτοι και σιωπηλοί.
Ήταν αγροτόφατσες, με κόκκινα μάγουλα
και κάπως παλαιομοδίτες.
Σας θύμιζαν ό,τι πιο πολύ προσπαθούσατε
να ξεχάσετε.
Για αυτό τους εχθρευτήκατε δεόντως.
Και σκέπασε πολλούς το χιόνι
και η βαθιά σιωπή του.

Ούτε για τους άλλους αργότερα, νοιαστήκατε καθόλου.
Αυτούς που περπάτησαν την Ασία.
και για πρώτη φορά αντικρίσαν θάλασσα
μπαίνοντας βουβοί στις βάρκες
οι πιο κακότυχοι τα τίναξαν με τρόπο
που δεν είχαν φανταστεί
παλεύοντας με τη φουσκοθαλασσιά
κι ας σπεύδανε οι διασώστες σας
κι ας ήταν τα ελικόπτερα από πάνω.
Αυτοί, όπως και οι προηγούμενοι,
ήταν ο σύγχρονος Κανένας.
Την οδύσσειά τους θα την αφηγούνται σε παιδιά και σε εγγόνια
που θα τους ακούνε με ένα σεβασμό
που εσείς δεν θα νοιώσετε ποτέ από τα δικά σας.
Γιατί αυτοί έκαναν ένα έπος που μένει να γραφτεί
ενόσω εσείς βλέπατε τηλεόραση.
Και δεν ήταν το σκούρο δέρμα που σας ενοχλούσε
αλλά η μυρωδιά της φτώχειας
και τα μάτια- που ‘χαν την ντροπή της
τον φόβο των μυστικών υπηρεσιών
και τον θόρυβο των βομβαρδιστικών.
Δεν θέλατε να ξέρετε!

Τώρα που τους βλέπετε να ψάχνουν
στα σκουπίδια για να φάνε
εκεί που πέταξε ο άλλος
-ύψιστη ταπείνωση-
χωρίς να εξεγείρεστε ενάντια σε αυτούς
που έφεραν την ανθρωπότητα σ’ αυτό το σημείο
εξαχρειώνεστε και σεις.

Ολοι αυτοί οι μετανάστες τριγύρω, ερεθίζουν.
Γιατί ήδη καιρό πριν έλθουν, νοιώθατε
ξένοι στην ίδια σας την χώρα και ξένοι μεταξύ σας.
Ενοχλούν λοιπόν οι ξένοι γιατί τώρα που η αποξένωση
απέκτησε και χρώμα χτυπάει εύκολα στο μάτι.

Και αυτή ήταν η ΔΕΥΤΕΡΗ ΒΟΜΒΑ!
Αλλά όχι στα θεμέλια- όπως ειπώθηκε- στην πρόσοψη ήτανε η βόμβα
γιατί σας κατέστρεφε την εικόνα που προσπαθούσατε
να διατηρήσετε, μιας κοινωνίας συμπονετικής και συνεκτικής.

Ησουν λοιπόν εσύ το φάντασμα
και συ ο ξένος
γι αυτό απέστρεφες το βλέμμα.


Όμως ακόμα και οι πιο φτωχοί
υπερείχατε σε ένα πράγμα απ’ αυτούς τους άθλιους.
Εσείς μιλάγατε τη γλώσσα
και ως γνωστόν και πάνω απ’ όλα: πατρίδα = γλώσσα.
Αλλά τι να την κάνεις μια γλώσσα
όταν δεν έχεις τίποτα να πεις που ν΄ αξίζει να ειπωθεί,
αφού κάθε νόημα είχε παρακμάσει.
Τι να την κάνεις μια γλώσσα που μέσα της δεν ζει
ούτε έρωτας ούτε πόνος ούτε σκέψη.
Τόσο το χειρότερο αν η γλώσσα αυτή είναι η ελληνική.
Επί τρεις δεκαετίες εσείς
ο λαός ο τόσο βαθιά πνευματικός
ζήσατε χωρίς πνεύμα.
Πολύ περισσότερο πασχίσατε να τινάξετε από πάνω σας
και το πνευματικό σας έρμα
γιατί έτσι μόνο -υπολογίζατε-
θα σας επιτρεπότανε να γίνετε δεκτοί
στη Λέσχη των Ισχυρών,
που στα μάτια σας φάνταζε η Δύση.
Σ΄ αυτή την επίπονη απελευθέρωση από κάποια δεσμά,
σ΄ αυτή τη φυγή προς τα εμπρός, χρόνο με το χρόνο,
αυτό που από τις αρχαίες κοινωνίες ως τα χτες
αποτελούσε την ουσία του κόσμου- περιγελάστηκε.
Και αυτή ήταν η ΤΡΙΤΗ ΒΟΜΒΑ που ήταν όντως τοποθετημένη στα θεμέλια.

Κι ήταν αυτή που μπήκε πρώτη.
Αυτή που άνοιξε το δρόμο για τις άλλες.
Όλα τ΄ άλλα που συμβήκαν,
ο πυρετός του χρηματιστηρίου και των επιδοτήσεων
η διαπλοκή σαν τρόπος ζωής, η τηλεοπτική νεκροφάνεια,
ο πολιτικός σας θάνατος και οι σημερινοί οικονομικοί σας μπελάδες
είναι αναπότρεπτα αποτελέσματα εκείνης
της παλιότερης και θεμελιακής επιλογής.

Και θαρρείς, σαν ειρωνεία προς τη χώρα και σαν φάρσα, για να γιορταστούν όλα αυτά,
διοργανώθηκε εδώ η παγκόσμια αθλητική φιέστα.

Στην Ελλάδα η κοινωνική και υπαρξιακή κρίση ξέσπασε πριν από την οικονομική. Η ελληνική κοινωνία κυριολεκτικά έσκασε. Ο νεαρός Γρηγορόπουλος που σκοτώθηκε για ασήμαντη αφορμή ήταν ο αμνός. Από κείνη τη στιγμή, σαν να σκίστηκε ένα παραπέτασμα και να χύθηκαν σκοτάδια, τα πράγματα πήρανε δραματική τροπή. Η ακαριαία αντίδραση που ακολούθησε ήταν ό,τι πιο σεβαστό συνέβη τα τελευταία 35 χρόνια. Μερικές χιλιάδες έσωσαν την τιμή της χώρας. Αυτοί που την μισούσανε βαθιά.. Οι καλύτεροι άνθρωποί της.

Μαζί με τους αναλυτές σας ψάξατε να βρείτε το νόημα των ταραχών και δεν βρήκατε κανένα. Όμως εκείνο το σύνθημα: Σήψη Τέλος , και το άλλο: Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη, δεν τα είδατε. Ισως γιατί, γραμμένα από χέρια που κράταγαν το φλόγιστρο, φωτιζόντουσαν πολύ δυσοίωνα για σας. Ετσι αποφανθήκατε ότι η βία ήτανε τυφλή και η εξέγερση βουβή.
Ούτε την Φράουλα είδατε που έτρεχε εδώ και εκεί μέσα στις φωτιές- βακχεία.
Αρα ποιος είναι ο τυφλός και ποιος είναι ο βουβός;

Γιατί το νόημα που διέφευγε, «κρυμμένο»
μες στα αποκαΐδια και τη μυρωδιά των καμένων πλαστικών
απλά δεν επιτρεπόταν ν΄ αγγιχτεί.
Όλοι όμως το νιώσαμε` αυτός ο κόσμος έπνεε τα λοίσθια.

Εκείνα τα Χριστούγεννα ξυπνήσατε θλιμμένοι και αμήχανοι γιατί είχατε χάσει τις αυταπάτες σας. Είχατε επιπλέον ορφανέψει από μέλλον. Ήταν πραγματικά παγωμένα και «λευκά» τα Χριστούγεννα εκείνα.

Η τάξη κουτσά-στραβά αποκαταστάθηκε αλλά η ηρεμία δεν επανήλθε. Από την επαύριο του Δεκέμβρη άρχισε η απειλή της φτώχειας. Πιο πολύ απειλή στην αρχή και πιο φτώχεια στη συνέχεια. Χρειάστηκε όμως η κατάρρευση να φτάσει στα πορτοφόλια σας για να αρχίσετε ν΄ ανησυχείτε.

Η κρίση. Η γενική κατάθλιψη. Η διάψευση ελπίδων. Η Ένταξη. Που ήταν μάλλον προσχώρηση. Και μέσω αυτής η Τελική Σωτηρία. Που δεν ήλθε - Ηττοπάθεια. Επικίνδυνο πολιτικό σύστημα. Ασήμαντη ηγεσία. Η ανάγκη για μια επανάσταση. Ο φόβος μπροστά σ΄ αυτήν. Σιωπήσατε επίμονα. Το νοιώσατε: η κατάσταση σάς ξεπερνά.

Η άρνηση του κοινωνικού μόχθου είναι στοιχείο της σύγχρονης ταυτότητας.

Σας φέρθηκαν σαν παιδιά και η ιδέα ανάληψης ευθύνης και διακινδύνευσης σας φέρνει δέος. 35 χρόνια καλοπέρασης και κολακείας είναι πολλά. Δεν υπάρχει ασφαλέστερος τρόπος για να εξουθενώσεις ανθρώπους και να αφανίσεις μία κοινωνία.

«Επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσίν αυτών βαρέως ήκουσαν και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ώσιν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι… Και είπα: έως πότε Κύριε, και είπεν: έως αν ερημωθώσι πόλεις παρά το μη κατοικείσθαι και οίκοι παρά το μη είναι ανθρώπους, και η γη καταληφθήσεται έρημος….»

«Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει στην διάθεσή του τόσες βέβαιες για τον εαυτό του ιδεολογίες που το εξηγούν όλα του τα προβλήματα, τόσο αναπαυτικά σχήματα που του επιτρέπουν να μη βλέπει ποτέ με τα μάτια του, να μην ακούει ποτέ με τα αυτιά του και να μην αισθάνεται με την καρδιά του, τόσους τελειοποιημένους τρόπους άνευ όρων παράδοσης στην πραγματικότητα…»

...Ή σ’ αυτό που του εμφανίστηκε σαν πραγματικότητα…

Και σεις επιτέλους γίνατε, αυτό που είχατε θελήσει. Οι σύγχρονοι άνθρωποι, οι «Κούφιοι άνθρωποι», οι κάτοικοι της Έρημης Χώρας.


Β.Η.

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Άγγελος Εξάγγελος

Ούτε το ν’ απαλλαχτείς από ένα χρέος, σε κάνει αυτομάτως πλούσιο∙
ούτε το ν’ αποτινάξεις μια καταπίεση, σε κάνει αυτομάτως ελεύθερο..


Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα μιλήσει για το κοινωνικό αδιέξοδο, που φέρνει η αδυναμία να διατυπωθεί απέναντι στα πράγματα ένας λογικά πειστικός και συγκινησιακά παρακινητικός πολιτικός λόγος, ο οποίος θα συλλαμβάνει αυτό που συμβαίνει σήμερα και τις σημερινές δυνατότητες απελευθέρωσης, εάν αυτές υπάρχουν. Θα επιχειρήσω τώρα να εξερευνήσω λίγο περισσότερο το σκοτεινό βυθό αυτής της αδυναμίας, εστιάζοντας στο ουσιαστικότερο γεγονός της σημερινής κρίσης∙ δηλαδή στο ότι η κατάρρευση του πολιτικού λόγου εγγράφεται μέσα σε μια γενικότερη κατάρρευση του Λόγου.

Πράγματι, αυτή η κατάρρευση έγινε πολύ έντονα αισθητή, τουλάχιστον εδώ και δυο δεκαετίες, σε διάφορα επίπεδα και πεδία


• ως κατά πρώτο λόγο «φιλοσοφική» υποτίμηση του Λόγου∙ • ως απαξίωση του λόγου∙ • ως απώλεια της αξιοπιστίας του λόγου∙ • ως καταρράκωση του σεβασμού προς το λόγο∙ και τελικά • ως καταποντισμός της αντίληψης ότι είναι θέμα «τιμής» − προσώπου μέσα στην κοινωνία − η τήρηση των λόγων μας (να είναι «το ναι, ναι και το όχι, όχι») και, επομένως, το να μιλάμε με περίσκεψη και συναίσθηση.

Αλλά η κατάρρευση του λόγου σε ένα πολιτισμό, ο οποίος − ακριβώς επειδή αξίωσε να παρουσιαστεί ως δημοκρατικός − θέλησε να θεμελιώσει την ταυτότητά του στο λόγο, δεν μπορεί να σημαίνει παρά ένα πράγμα: ότι ο πολιτισμός αυτός έχει εισέλθει οριστικά στη φάση του τέλους του.

Πόσο μπορεί να βαστήξει τούτη η αποσύνθεση, είναι δύσκολο ακόμα και να το υποθέσει κανείς. Και βέβαια τίποτα απολύτως − καμιά «αδυσώπητη πτώση του ποσοστού κέρδους» λ.χ. −, δεν εγγυάται, ότι θα τη διαδεχτεί μια καλύτερη κοινωνία, ένας πιο ανθρώπινος πολιτισμός. Γεγονός πάντως είναι, πως τούτη η κατάρρευση δεν προήλθε από κάποια «έξωθεν», «βαρβαρική» (ή προ-νεωτερική) ας πούμε, επίθεση ενάντια στο κύρος του λόγου. Προήλθε από την «έσωθεν» περιστολή του λόγου στην τεχνική του διάσταση − περιστολή που προχώρησε είτε με το μανδύα του «ρασιοναλισμού», ή της «φυσιοκρατίας», είτε με τη μορφή της «φιλοσοφίας της πράξης», ή με το έμβλημα της «αδογμάτιστης τεχνοεπιστήμης» − και από την καρκινική υπερανάπτυξη αυτής ακριβώς της διάστασης σε βάρος της ολότητας του Λόγου.

Δεν μπορώ να αναφερθώ εδώ στην ιστορική και στην πολιτισμική καταγωγή αυτής της επικράτησης, κατά την οποία το ανθρωπιστικό-δημοκρατικό και το ρασιοναλιστικό-ελιτίστικο ρεύμα της νεωτερικότητας έδωσαν τα χέρια τους στο όνομα του τεχνολογικού μεσιανισμού. Εκείνο που χρειάζεται να υπογραμμίσω − γιατί νομίζω πως έχει νόημα στις παρούσες συνθήκες − είναι,
• πρώτον, πως αυτό που την έκανε κι εξακολουθεί να την κάνει ασυναγώνιστη, είναι πως στον πυρήνα της φέρνει την υπόσχεση μιας ριζικής απελευθέρωσης: της απελευθέρωσης από τα δεσμά της «μεταφυσικής» χάρη σε μια στροφή προς την «υλική» πραγματικότητα και την «αποτελεσματική» τιθάσευσή της∙
• δεύτερον, ότι αυτή η απελευθέρωση ήταν συνάμα αποτίναξη κάθε υπέρτερου, ποιοτικού κριτήριου (όπου ποιότητα = αντίσταση στην ποσότητα) και αποκαθήλωση της έννοιας του έσχατου σκοπού στα ανθρώπινα έργα υπέρ μιας ιδέας περί προόδου, στην οποία το περισσότερο θεωρείται πάντα καλύτερο από το λιγότερο, και το γρηγορότερο από το βραδύτερο∙ και
• τρίτον, πως σήμερα, αυτή η επικράτηση, με τη συνδρομή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, έχει επιβάλλει στην κοινωνία την αντίληψη, ότι ο μόνος Λόγος που αξίζει, είναι αυτός που ελαχιστοποιεί και μάλλον μηδενίζει την απόσταση μεταξύ προβλήματος και λύσης. Αλλά ένας τέτοιος «λόγος» στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς λόγος: είναι μάλλον «ρεφλέξ», αυτόματη ανακλαστική απόκριση σε ένα ερέθισμα − όσο ευτελές, ή γελοίο, κι αν ακούγεται έτσι ξεκάθαρα ειπωμένο…

Πρόκειται σαφώς για μια τρομερά επικίνδυνη εξέλιξη. Όχι μόνο για το παρόν αλλά και για το μέλλον:
• Επικίνδυνη, επειδή όταν ιδανική θεωρείται η αυτόματη-ανακλαστική απόκριση στα ζητήματα, τότε η σύλληψη των προβλημάτων στο βάθος και στην ολότητά τους − δηλαδή στη διάστασή τους εκείνη, που είναι η διάσταση όλων των σοβαρών ανθρώπινων ζητημάτων − δεν είναι πια ούτε δυνατή, ούτε κι επιθυμητή… με αποτέλεσμα την κατακόρυφη κοινωνικοπολιτική άνοδο της διαχειριστικής αντίληψης (και των διαχειριστών), η οποία πριμοδοτεί την ενασχόληση με μυριάδες λεπτομέρειες, πνίγοντας τη ζωντάνια, τη δημιουργικότητα κι έτσι και την αποφασιστικότητα σε κάθε τομέα.
• Επικίνδυνη επίσης, επειδή ο μηδενισμός της απόστασης μεταξύ προβλήματος και λύσης, στο επίπεδο της κοινωνικής και της πολιτικής σχέσης μεταφράζεται ως μηδενισμός της απόστασης μεταξύ ερώτησης και απάντησης∙ δηλαδή σαν εκμηδενισμός του ίδιου του διαλόγου… με αποτέλεσμα την απολυταρχία των έτοιμων απαντήσεων, που προσφέρουν οι στατιστικές και οι αλγόριθμοι, και την επί της ουσίας κατάργηση του δημοκρατικού πολιτικού momentum της κοινωνίας (την οποία, μεταξύ άλλων, ονειρεύτηκαν και πλήθος επαναστατικές ουτοπιστικές λατρείες διαφόρων ειδών «αμεσότητας»).
• Επικίνδυνη ακόμα, επειδή υπονομεύει το μέλλον στο βαθμό που, με σημαία τον απελευθερωτικό πυρήνα της, έχει κατασκευάσει ένα περιβάλλον, ένα τεχνικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο τώρα πια ζει − και επομένως σκέφτεται − η μέγιστη πλειοψηφία των σύγχρονων ανθρώπων και το οποίο επαναφέρει διαρκώς τη σκέψη μας στις ράγες του τεχνικού πνεύματος, όποτε αποτολμάει να εκτροχιαστεί.
• Επικίνδυνη όμως κυρίως, επειδή αφήνει χωρίς ποιοτικό κριτήριο και επομένως έκθετο το κεντρικό θεμέλιο της κοινωνίας, που είναι η έννοια του δικαίου και η δικαιοσύνη. Αυτό θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησής μου … που ελπίζω να μην καθυστερήσει όσο κι αυτή εδώ!


Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Ψυχικές Παρεκτροπές μέσα σε Συνθήκες Κοινωνικής Κρίσης

Όταν το κέντρο της εκάστοτε κοινωνίας δέχεται ένα ισχυρό κλονισμό, τότε όπως η πέτρα πού πέφτει στη ήσυχη λίμνη, κύκλοι αναταραχής εμφανίζονται σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής. Οι κεντρικοί θεσμοί της κοινωνίας είναι οι πρώτοι πού πλήττονται, ο πνευματικό κόσμος και η κεντρική πολιτική σκηνή με τα κόμματα της. Μετά ακολουθεί η αγορά και το χρήμα. Όταν όμως ο κλονισμός ακουμπήσει τα άτομα της κοινωνίας ,τότε όλοι αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει κρίση .


Η κοινωνική κρίση στη Ελλάδα ,πού σήμερα εμφανίζεται σαν οικονομική κρίση, σαν κρίση δηλαδή αγοράς και χρήματος , είναι μια κρίση πού έχει εκδηλώσει τα συμπτώματα της, τουλάχιστον από την περίοδο του 1985 και εντεύθεν . Κυρίως έχει να κάνει , κατά την γνώμη μου , με τρεις παράγοντες:


Α. Ο κοινωνικός αέρας αλλαγής πού έφερε η πτώση της χούντας ,δεν μπόρεσε να αποδώσει ότι υποσχόταν ,κυρίως ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης και οργάνωσης της ελληνικής κοινωνίας . Οι δυνάμεις πού εμφορούντο από αυτόν τον αέρα δεν κατόρθωσαν πολιτικά να τον μετουσιώσουν σε κάτι συντελεστικά διαφορετικό. Αντιθέτως τον εξαργύρωσαν μέσα στη στειρότητα μιας πολιτικής σκηνής ,πού σαν μοναδικό της μέλημα είχε, να εξαλείψει από αυτόν τον αέρα οτιδήποτε επικίνδυνο είχε για αυτήν.
Β. Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία σε συμφωνία με την πολιτική της ηγεσία, εγκατέλειψε σταδιακά οποιαδήποτε προοπτική ουσιαστικής ανάπτυξης σε οποιοδήποτε επίπεδο -πνευματικό,κοινωνικό ,πολιτικό, οικονομικό - ενστερνιζόμενη ολοσχερώς μια ευρωπαϊκή προοπτική επιχορηγήσεων και δεσμεύσεων , πού επί της ουσίας την εγκλώβισαν σε μια χρόνια μαλάκυνση όλων των δημιουργικών της προοπτικών.
Γ. Η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να αναγνωρίσει πλέον ποιο είναι το κέντρο με βάση το οποίο κατευθύνει τις δημιουργικές της δυνάμεις .Εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια Ευρώπη πού έχει παραδώσει τον εαυτόν της στη τεχνολογική ανάπτυξη και την λογική μιας αντι-ανθρώπινης αγοράς και σε μια Ανατολή πού δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν θα ακολουθήσει το όραμα ενός θεοκρατικού κράτους ,η ελληνική κοινωνία μοιάζει να μην έχει καμιά έμπνευση σε τι να στραφεί. Κυρίως ,όμως , φαίνεται να μην μπορεί να παράγει τίποτα πλέον, ούτε στο πνευματικό αλλά ούτε στο υλικό κόσμο.


Οι πνευματικές δυνάμεις της Ελλάδας μοιάζουν να βρίσκονται σε μακάριο ύπνο και όταν κάποια στιγμή ξυπνούν, μοιάζουν να μωρολογούν , αναζητώντας άλλοθι σε μια ένδοξη αρχαιότητα . Η εσωτερική κρίση λοιπόν της ελληνικής κοινωνίας αφού για χρόνια εξάντλησε όποιο στεγανό την κρατούσε μακριά από τα άτομα πού την απαρτίζουν, έσκασε με μεγαλοπρέπεια και με τον μανδύα της οικονομικής κρίσης και έχει ταράξει την ψυχή και την τσέπη. Οι άνθρωποι,όντας αποξενωμένοι από την ψυχή τους ,εστίασαν την κρίση στο αποτέλεσμα ,πού είναι η οικονομική ανέχεια.


Παρ’ όλα αυτά όμως δεν παύει να είναι κρίση .Αν προσθέσουμε σε αυτό ότι δεν φαίνεται να έχουμε ορατά όπλα να την αντιμετωπίσουμε , το πρόβλημα θέλει σκέψη για να βγει από την στενωπό που περνά.


Το πρώτο ψυχικό σύμπτωμα των ανθρώπων της κοινωνίας μας, από την στιγμή πού έχει γίνει ορατή η κρίση, είναι ο παντοδύναμος φόβος . Ο φόβος ,γενικά, εκδηλώνεται την στιγμή πού ο άνθρωπος χάνει τη βεβαιότητα ότι μπορεί να ελέγξει την εξέλιξη της ζωής του. Είναι ένα αίσθημα πού κυριολεκτικά συνοδεύει το ανθρώπινο πλάσμα σε όλη την ιστορία του. Συνηθίζει να κρύβεται πίσω από τα ψεύτικα πέπλα της ανθρώπινης ψευδαίσθησης ότι ελέγχει την ζωή της και ξεπροβάλλει αρχοντικά όταν τα πέπλα αυτά διαρρηγνύονται κυρίως από την φθαρτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης . Ο φόβος σε συνθήκες κρίσης συνήθως άπτεται του κινδύνου πού προκύπτει από την αδυναμία να επιβιώσεις μέσα σε ένα κόσμο που στροβιλίζεται από δυνάμεις υπέρτερες. Δυνάμεις πού μπορούν να ελέγξουν αν θα έχεις ή όχι δουλειά ,άρα και χρήματα για να επιβιώσεις .Είναι φόβος πού προκύπτει από την βαθιά πεποίθηση του ανθρώπου ότι τελικά δεν μπορεί να ποντάρει πουθενά αλλού παρά μόνο στον εαυτό του και ότι αυτός ο εαυτός στη προκείμενη στιγμή είναι αδύναμος .

Ο συγκεκριμένος τύπος φόβου προκύπτει από την βεβαιότητα ότι η κοινωνία δεν είναι το κύτταρο πού θα φροντίσει τα μέλη της σε συνθήκες κρίσης ,αλλά και ότι το άτομο έχει αποκόψει τις οργανικές του επενδύσεις μέσα στη κοινωνία. Η κοινωνία και το άτομο βρίσκονται σε μια σχέση χρήσης και όχι αγάπης και φροντίδας. Σε τέτοιου είδους κοινωνίες ο φόβος μπορεί να είναι ένα έναυσμα για μια άλλου τύπου συνειδητοποίηση πού να σπάσει τα στενά όρια της χρήσης και από τα δύο μέλη . Αν ο φόβος παραμείνει στα αυτιστικά του πλαίσια ,δίνει μια παράλληλη ψυχική παρεκτροπή στα άτομα .Την ανάγκη να βρεις κάποιον η κάποιους και να τους αποδώσεις ευθύνες για την κατάσταση πού έχεις περιπέσει.

Συνήθως αυτή η παρεκτροπή επειδή στερείται διαύγειας και διακατέχεται από σύγχυση, στρέφεται στους πιο αδύναμους αυτής της κοινωνίας . Παλαιότερα η κοινωνία θυσίαζε κάποιο μέλος της –ανάπηρο, υπερβολικά άσχημο-με σκοπό να άρει το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιπέσει. Σήμερα ,η τηλεόραση στρέφει την μήνη του κόσμου σε διάφορες κοινωνικές ομάδες – δημοσίους υπαλλήλους ,συνδικαλιστές υψηλά αμειβόμενους - καθιστώντας τους υπεύθυνους τάχα για το ρεζιλίκι της οικονομίας .


Ο θυμός και η κακία είναι επίσης δυο παρεκτροπές πού παρατηρούνται τις μέρες μας . Θυμός γιατί φαίνεται να μας έχουν πιάσει κοιμώμενους μακαρίως τον ύπνο μιας ζωής δίχως νόημα και περιεχόμενο αλλά κυρίως κακία γιατί όσα μας έταξαν ,όσοι ανέκαθεν μας εξαπατούσαν συνειδητά, αποδείχτηκαν φρούδες ελπίδες και όνειρα στη πτώση ενός κοινωνικού μοντέλου ζωής πού δεν έχει ιερό και όσιο.


Η πορεία στη σκοτεινή νύκτα της ψυχής πού βιώνει κρίση ,δεν θα μπορούσε να μην περιπέσει σε απογοήτευση. Μια ψυχική παρεκτροπή πού σε καθηλώνει όχι μόνο στο να αντιδράσεις αλλά και να σκεφτείς με ψυχραιμία στο πώς θα ανταπεξέλθεις στα δύσκολα πού έχεις βρεθεί. Η απογοήτευση έχει καταντήσει κοινωνικό σπορ στις μέρες μας ,ανεβάζοντας τα ποσοστά των ανθρώπων πού αυτοκτονούν, αλλά και των ανθρώπων με εμφανή συμπτώματα κατάθλιψης.


Οι άνθρωποι, καθημερινά , βιώνουν με βουβό τρόπο την πληθώρα αυτή των αρνητικών ψυχικών παρεκτροπών ,μολύνοντας την ψυχή τους και φλερτάροντας αναπόφευκτα με την προοπτική να αρρωστήσουν . Στατιστικά έχει παρατηρηθεί ότι σε ανάλογες περιόδους οι αρρώστιες αλλά και πρόωροι θάνατοι από υπερβολικό άγχος και πίεση ανεβάζουν τα ποσοστά τους . Το εντυπωσιακό είναι ότι παρόλο πού λίγο ως πολύ αυτά είναι γνωστά ,όλοι κάνουμε σαν να μην υπάρχουν . Συμπεριφερόμαστε σαν να ελέγχουμε τα πράγματα και όχι σαν να έχουμε χάσει τα αυγά και τα πασχάλια. Βυθιζόμαστε στη επιβίωση ,ξεχνώντας όλο και πιο πολύ τι θα μπορούσε να σημαίνει το να ζούμε πραγματικά. Σε λίγο θα το ξεχάσουμε ολοσχερώς ,πνιγμένοι μέσα σε οικονομικούς δείκτες και τρομολαγνικές ανακοινώσεις για περισσότερες περικοπές εισοδημάτων . Είναι το τίμημα πού πληρώνουμε ,για όλα εκείνα πού αφήσαμε να περάσουν, δίχως να αντιδράσουμε .


Αυτό πού απαιτείται όμως αυτή την στιγμή , δεν είναι να συμβάλουμε στη περαιτέρω εξαθλίωση μας ,αλλά να ξανασυναντήσουμε το όραμα μας για μια ζωή με νόημα και περιεχόμενο, μια ζωή αλληλέγγυα και με πνεύμα . Μια ζωή πού να μπορεί να έχει χιούμορ και εφευρετικότητα . Μια ζωή πού κεντρικό της στοιχείο να είναι η αγάπη και η κατανόηση και όχι η εμπάθεια και το συμφέρον . Μια ζωή πού να είναι αντάξια του ανθρώπου.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Η Δισυπόστατη Φύση των Πραγμάτων


Βλέπω αρχαίες θεότητες
να προχωρούν μέσα στα super-market
Φελλάχους να υψώνουν το δάχτυλο
και βοσκούς να οδηγούν
κοπάδια αιγοπρόβατα μέσα απ’ τα ράφια
Είδα μια αγελάδα να ανασηκώνει
το κεφάλι ανήσυχη μέσα σ’ αυτό
το τοπίο αλλόκοτου θανάτου
Γιατί τι είναι το super-market
παρά ένα απέραντο νεκροταφείο
δεν είναι μόνο τα σφαγμένα ζώα
που κάποτε έζησαν μια ζωή σαν προϊόντα
είναι οι χιλιάδες νεκρικές συσκευασίες
απιθωμένες σε ράφια
και στους πάνω ορόφους, στα τμήματα ηλεκτρονικών
ακοίμητες συσκευές-σιωπηλές νεκροπόλεις
φαντάσματα κυκλοφορούν στους διαδρόμους
και οι πελάτες σπρώχνουν ανίδεοι καρότσια
 υπνωτισμένοι μέσ’ στο θόρυβο των ταμειακών μηχανών
Ο ψυχοπομπός Ερμής διαβαίνει με τους σκύλους του.

Δισυπόστατη είναι η φύση των πραγμάτων
Τι είναι για παράδειγμα το super-market?
Aυτό που διαφημίστηκε σαν ένας τόπος ευτυχίας?
Ένα τοπίο πολέμου είναι!
Ένας τόπος αιχμαλωσίας 
Μια αλυσοδεμένη Δήμητρα είναι!
Και ένας σταυρωμένος Θεός!
Σε κάθε τι δύο είναι οι όψεις
Αυτή που φαίνεται και η άλλη η κεκρυμμένη
Που διαρκώς τείνει να φανερωθεί
                    χωρίς να αποκαλύπτεται ποτέ
Γι’ αυτό λέμε: μυστήριο είναι η ζωή

Γι’ αυτό και γώ ο ιεροφάντης
φύλακας και εκπρόσωπος της άλλης όψης
βλέπω αρχαίους Θεούς, κοπάδια
και φελλάχους που υψώνουν το δάχτυλο

Υπάρχουν κύκλοι
που παίρνει αιώνες
για να κλείσουν.

Β. Η.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Η άσπρη θάλασσα

Καθώς έφευγε η μέρα
κατεβήκαμε στον απαλό γιαλό
δίπλα στο σιγανό κύμα
και παρατηρώντας συνεχώς
πολύ προσεκτικά
κόλπος κι ακρωτήρια
να γίνονται διάφανα
μες στο μεταξένιο δείλι
αδιάσπαστο σύμπλεγμα
                    αντιθέσεων
άπειρη εναλλαγή τόνων
                και χρωμάτων
κατάλαβα σε μια στιγμή
που η ώρα ήταν ανοιχτή
πως το ελληνικό τοπίο
είναι μάθημα Δημοκρατίας.
Κάθε κοιλάδα πίσω απ’ το βουνό
κάθε νησί αντίκρυ, είναι ένας άλλος κόσμος
κόσμοι που τους ενώνει η ίδια θάλασσα,
η ίδια γλώσσα, ο ίδιος τρόπος.

Γιατί τί άλλο είναι η Δημοκρατία
Τί άλλο να ‘ναι τούτος ο μπελάς?
Παρά η εξεύρεση των λεπτών ισορροπιών
συνεχής κι επίπονη
ανάμεσα σε κοινότητες ελεύθερων ανθρώπων
που νιώθουν ότι τους ενώνει
κάτι πολύ σημαντικό
Κι είναι αναγκασμένη αυτή η χώρα
να επιτελέσει αυτό το σχέδιο
                          και όχι άλλο.
Να τί μας έκανε η γεωγραφία!

Απέραντα απλώνονται τα δάση
από το Βόλγα ως τα Ουράλια
καμπίσιες οι εκτάσεις από τις Άλπεις ως τη Βαλτική
με μαύρο χώμα και φουγάρα
αργά κυλάνε τα ποτάμια στην Μεσοποταμία
βαρύς και καφετίς ο Νείλος.
Από τα Απαλλάχια ως τα Βραχώδη Όρη
πλατιά εκτείνεται η χώρα μέσα στον κάμπο του Κάνσας
στα δύο χωρισμένη από τον Πατέρα των Νερών
πλήθη χαρακτηρίζουν την Ινδία
αργόσυρτα κινούνται τα πλήθη της Κίνας
ατέλειωτους δρόμους έφτιαξε η Ρώμη
κι άλλοι τέτοιοι δρόμοι σκονισμένοι
καταλήγανε στα Εκβάτανα
Παντού το μάτι του αυθέντη βλοσυρό
βλέπει στη μακρινή ευθεία
και πλαταγιάζει το μαστίγιο στον αέρα.
Άαπ! Εσύ! Εκεί κάτω! Γιατί δεν δουλεύεις?
                        -Ενώ εδώ?

Είμαστε η Άσπρη θάλασσα
Αυτή αναδεύει την ψυχή μας
Ψηλά θεόκτιστα βουνά σβήνουν
                    σε στενές κοιλάδες
Κοιλάδες καταλήγουν σε ακρωτήρια και σε κόλπους
Κόλποι που αντικρίζουν αναρίθμητα νησιά ριγμένα
στο αφρισμένο κύμα
Κύμα που το διασχίζουν λευκά πανιά και μια
τρελή επιθυμία για ταξίδι και ανταλλαγή

Είναι κρίμα γι’ αυτή τη χώρα
που τα βουνά, οι κοιλάδες, τ’ ακρωτήρια
τα νησιά και το λευκό πανί
δεν κατάφεραν να παράγουν μια μορφή διακυβέρνησης
δεν κατάφεραν να φτιάξουν την κυβέρνηση
της σταφίδας, των δημητριακών, της άμπελου
της ασημοπράσινης ελιάς
την κυβέρνηση του δημοτικού τραγουδιού
του ρεμπέτικου και της χοντροκομμένης ρίγανης
την κυβέρνηση των ποιητών
             που ‘ναι απόγονοι εκείνου που ‘χε σβησμένα μάτια
γιατί όλα σ’ αυτή τη χώρα πάνε πίσω στον Όμηρο
Τον Όμηρο τον εθνοκτίστη
γιατί αυτός τραγούδησε και τραγουδώντας όρισε
την ελληνική την μοίρα
σαν κάτι που κλίνει
πάνω στο κύμα
κλίνει και διαφεύγει
διαφεύγει απ’ τους Θεούς
και φτιάνει
τον εαυτό της.
Κι όλα τα σημερινά δεινά μας
                πάνε διακόσια χρόνια πίσω
Σε ‘κείνα τα 7 χρόνια επανάστασης κι εμφύλιου
που καταφέραμε και τσακίσαμε τον Τούρκο
αλλά αφήσαμε άθικτη την δύναμη των προεστών
ας όψεται ο Γέρος, όλο «Έλληνες και Έλληνες
πάλι θέλετε να σφάξετε τους αρχόντους σας?» το πήγαινε
«θα πούνε πως είστε Καρμπονάροι, πως φαγωνόσαστε
                                           μεταξύ σας.»                                 
Και μετά ήρθε ο Κυβερνήτης στην Αίγινα
ψάχνοντας να βρει τόπο
εκεί που ‘χαν φέρει τα γυναικόπαιδα
για να τα σώσουν απ’ την αδιάκοπη φωτιά
που κατέκαυσε ως και τα πουρνάρια
γύρω του σκληρίζαν οι γυναίκες δίχως άντρες
και του σηκώναν τα παιδιά
«σώσε μας, δεν έχουμε παρά εσένα και το θεό!»
Τρόμαξε ο Κυβερνήτης απ’ τα μισόγυμνα ορφανά
τη φτώχια και την απελπισία
Τότε πρέπει να κατάλαβε τη βαρύτητα του έργου
που ύστερα από τόση σκέψη είχε αναλάβει
ίσως να ψυχανεμίστηκε και τη φοβερή πιστόλα
πρέπει να το ‘νοιωσε απ’ τη βουή
πως ήταν μετρημένες οι ώρες.
Ούτε άργησε πολύ η στιγμή που
υψώθηκε η πιστόλα κι ακούστηκε το μπαμ
Πίσω της στεκόνταν οι Μαυρομιχαλαίοι
«Δεν μπήκαμε στον θανατερό χορό
ύστερα από τόσους δισταγμούς
ούτε ανοίξαμε τα πουγγιά και τα σεντούκια
για να χάσουμε τα’ αξιώματα που μας
έδωσε ο Τούρκος»
Και φτιάχτηκε το διπλό το κόμμα
κι ακούστηκε ο φιδίσιος ψίθυρος
«Εκάς οι έντιμοι!
Σ’ αυτό τον τόπο η πολιτική εξουσία
είμαστε εμείς
Και μόνο εμείς θα μετέχουμε
στα Άχραντα Μυστήρια»
Κι αν ήθελες γινόσουνα γιατρός
να υπηρετείς τον Ασκληπιό
           με ανθρωπιά να ιατρεύεις
ή έμπορος, να εμπορεύεσαι με ήθος
για αγρότης να σκύβεις με την τσάπα
              και να περιμένεις στον αιώνα
ξωμάχος ν’ αποσταίνεις δίπλα στην πηγούλα
ή ναύτης στα πέρατα του κόσμου
για εργάτης, σπίτι να επιστρέφεις με τη φρατζόλα
                             υπό μάλης
για γραφιάς να σκύβεις πάνω από κιτάπια
ή τίποτα γινόσουν, ένα τίποτα
να ονειρεύεσαι γυμνός, γυμνός πάνω
                             στην πέτρα

Και να χαίρεσαι που τίμια καλλιεργείς
το μικρό κόσμο που σου αφέθηκε.
                             Αλλά,
                             ¨Μακριά! Μακριά από τη διεύθυνση του τόπου¨
Σαν ξένος έπρεπε να ζεις
και κυβερνήσαν αυτοί σαν να ‘ταν ξένοι

Πόσο όμως θα κρατούσε
αυτό το δύσμορφο το σχήμα?
Πόσο η ασταθής ισορροπία?
Ή οι έντιμοι και οι λιτοί θα άλωναν
                την εξουσία,
έγιναν άλλωστε κάποιες λειψές προσπάθειες
ή οι αλαζόνες και αδηφάγοι
αναζητώντας συνενοχή
θα κατέστρεφαν το ήθος

Μέσα σε 200 χρόνια κλείνουν πολλοί κύκλοι
Ακολουθώντας πρόσχαροι
την εναλλαγή των εποχών
γεμίσαμε άχρηστα επαγγέλματα
                 βλαβερά επαγγέλματα
                 θλιβερά επαγγέλματα
συνηθίσαμε τριαλαρί τριαλαρό συμπεριφορές απίθανες
                             και στάσεις
είδαμε να κατηφορίζει ως τον πάτο
νικηφόρο το φοβερό μηδέν
είδαμε τη γη μας να γίνεται εικόνα
Ώσπου άνοιξε ο τελευταίος κύκλος
τον Δεκέμβρη του ΄08
απ’ τους αμέτοχους και τους αθώους

Α! Είναι απίστευτη η δύναμη
πο ‘χουνε οι τόποι
Απίστευτο πως αντιστέκεται η γη!
Η Νέα Υόρκη θα βυθιστεί
απ’ τον ήχο του τυμπάνου
Χωρίς φρόνηση χτίστηκε
πάνω σε αρχαία έλη

Κάτω από τον βόμβο της μεγαλούπολης
ανάμεσα στο συρτό ρυθμό του τραίνου
Άκου προσεκτικό αυτί!
Άκου και ξεχώρισε
τον δυσοίωνο αρχαίο ήχο
Και πέρα στις Μεσοδυτικές Πολιτείες
πίσω από τις γιγαντοαφίσες και τους αυτοκινητόδρομους
οι τούμπες σιωπηλές
και τα ινδιάνικα νεκροταφεία
Μόνο άφρονες περιφρονούν
τη δύναμη των νεκρών

Κι εδώ, σ’ αυτή τη χώρα
την περιτριγυρισμένη από λαούς
που ‘ναι αρχαίοι γνώριμοι
που καρδιά και πνεύμονα
έχει το Αιγαίο
σ’ αυτή τη χώρα που ‘ναι
πιο ευρύχωρη κι απ’ τις Ηνωμένες Πολιτείες
μικρή η πρόσοψη
αχανές το βάθος
σ’ αυτόν τον κατσικότοπο
δεν κατάφεραν να σβήσουνε το κύτταρο
ν’ απαλείψουνε τη μνήμη
Περπατώντας συνεχώς κάτω απ’ το σκληρό ήλιο
μες στο θυμαρότοπο
πατώντας πάνω στην άγια κακαράντζα
εκεί που το θυμάρι αναδίδει άρωμα λεπτό
κι ακούγονται μακρινές κουδούνες
σιγουρεύτηκα βαθιά
ρίγησαν τα κόκαλά μου
Γεμάτη η γη μας μυστικά
ετοιμάζεται και περιμένει
τη Μεγάλη Επιστροφή

                                                   Β. Η.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...