Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναζισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναζισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Δοκιμασίες του πνεύματος | Το χειρόγραφο-ζαμπόν

Άντερς και Άρεντ
«Πάνω από τα μισά απ’ όσα έγραψα, είναι βιβλία “λογοτεχνίας”, έστω κι αν ανήκουν σ’ αυτό που λέγεται πολιτική και φιλοσοφική λογοτεχνία. Ξεκίνησα να γράφω λίγο καιρό πριν ανέβει στην εξουσία ο Χίτλερ. Ήταν ένα βιβλίο που του είχα δώσει τον τίτλο Η μολουσιανή Κατακόμβη. Η Μολουσία ήταν μια φανταστική χώρα. Το βιβλίο αποτελούνταν από πάρα πολλές μικρές ιστορίες, πάνω από εκατό, που πλέκονταν μεταξύ τους σαν τις ιστορίες από τις Χίλιες και μία νύχτες. Θέμα του ήταν ο μηχανισμός του φασισμού. Τις ιστορίες εκείνες υποτίθεται ότι τις αφηγούνταν οι άνθρωποι που είχε φυλακίσει η Γκεστάπο της Μολουσίας σε μια σπηλιά, που την είχε μετατρέψει σε μπουντρούμι. Ήταν θρύλοι, ιστορίες και αποφθέγματα, που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά φυλακισμένων μέχρι να ξεδιπλωθεί τελικά ολόκληρο το “δίδαγμά” τους έπειτα από την πτώση της δικτατορίας. 

Η πρώτη γραφή εκείνου του αντιφασιστικού βιβλίου ολοκληρώθηκε πριν πάρει την εξουσία ο Χίτλερ κι είχα ζητήσει τότε από τον Μπρεχτ να δώσει το χειρόγραφο στον εκδότη του, τον Κιπενχάουερ∙ όπως και έκανε. Ο Κιπενχάουερ, πάντοτε προνοητικός, φρόντισε να καμουφλάρει το χειρόγραφο επισυνάπτοντάς το σ’ ένα παλιό χάρτη της Ινδονησίας, στον οποίο πρόσθεσε ένα νησί με το όνομα “Μολουσία”. Κι έκανε πολύ καλά γιατί με το που το τελείωσε, εισέβαλε στο σπίτι του η πραγματική Γκεστάπο και κατέσχεσε όλα τα χειρόγραφα που βρήκε εκεί∙ μαζί και το δικό μου. Ωστόσο οι λογοκριτές έχαψαν το κόλπο του Κιπενχάουερ και πολύ γρήγορα τού επέστρεψαν το χειρόγραφο νομίζοντας ότι επρόκειτο για “ιστορίες από της θάλασσες του Νότου”. Έτσι ο Κιπενχάουερ το ξανάδωσε στον Μπρεχτ κι εκείνος πάλι σ’ εμένα. Στη συνέχεια, λίγες μέρες πριν εγκαταλείψω τη ναζιστική Γερμανία, το χειρόγραφο πήρε ένα παράξενο δρόμο. Μην τολμώντας να το περάσω παράνομα από τα σύνορα, το άφησα σε κάποιους φίλους, οι οποίοι το τύλιξαν σε λαδόκολλα και το κρέμασαν δίπλα στο τζάκι τους, μαζί με τα λουκάνικα και τα ζαμπόν. Έμεινε λοιπόν εκεί κρεμασμένο για πολλούς μήνες και “σίτεψε”, όπως λέμε, παίρνοντας την ωραία μυρωδιά των αλλαντικών που το συντρόφευαν. 

Στο Παρίσι είχα φύγει μονάχος μου κι όταν αργότερα ήρθε να με βρει η τότε σύζυγός μου [η Άννα Άρεντ, σημ. του H.S.], μου έφερε μαζί της και το χειρόγραφο στο δωμάτιο που είχα πιάσει στο Καρτιέ Λατέν. Κάθησα λοιπόν και το ξανάγραψα από την αρχή, προσθέτοντας κι άλλες ιστορίες ώσπου το έκανα τρεις φορές μεγαλύτερο. Τι το έκανα το πρώτο εκείνο χειρόγραφο; Μια και τις περισσότερες φορές δεν είχαμε να φάμε παρά λίγο ψωμί, το χρησιμοποίησα σαν “αρωματικό”: το μύριζα καθώς έτρωγα τη μπαγκέτα μου κι ένιωθα πως έτρωγα ψωμί με ζαμπόν και λουκάνικα! Κάτω από αυτές τις περιστάσεις γεννήθηκε εκείνο το χειρόγραφο των 600 σελίδων με θέμα το ναζισμό…»

Γκύντερ Άντερς, από τη συνέντευξη στον Mathias Grepfrath το 1977,
μετάφραση δική μου από το
Et si je suis déséspéré, que voulez-vous que j’ y fasse?,
(εκδ. Allia 2001)


Σημ. του H.S. Σκεφτόμαστε από καιρό, ότι δεν θα ήταν άσχημο να παρουσιάσουμε μια σειρά από ανάλογες ιστορίες «δοκιμασιών του πνεύματος», «ανθρώπων του πνεύματος» για την ακρίβεια, οι οποίες, πέρα από το ενδιαφέρον που έχουν και την ανθρωπιά που αναδύουν αυτές καθαυτές, μπορούν να μας δώσουν κάποια πατήματα για να στηριχτούμε στο σήμερα.


Τον εξαιρετικό Γκύντερ Άντερς τον έχουμε κιόλας παρουσιάσει δυο φορές: την πρώτη με αφορμή το έγκλημα στην Φουκουσίμα και τη δεύτερη στα πλαίσια του προβληματισμού μας γύρω από την προπαγάνδα και τα μμε −έτσι, κατά κάποιον τρόπο, το σημαντικό εκείνο κείμενό του θα ήταν καλό να διαβαστεί συμπληρωματικά με το απόσπασμα από το βιβλίο του Βανς Πάκαρντ, που δημοσιεύσαμε πριν λίγες μέρες εγκαινιάζοντας τα δικά μας «προεκλογικά μηνύματα».

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Η επιστήμη των δηλητηρίων

(Με την ευκαιρία της μηντιακής ανακούφισης για την επίτευξη του απολύτως αναμενόμενου και τη συνεχιζόμενη μετατροπή μας σε ειδική οικονομική ζώνη.)

«[…] Ο πολιτισμός μας, είναι γνωστό αυτό, οφείλει πολλές υπηρεσίες στο διάβολο. […] Ας ρίξουμε λοιπόν τώρα το φως της έρευνάς μας σε μορφές, όπως ο Γουίλιαμ Ράντολφ Χήρστ, που επινόησε τον σύγχρονο Τύπο, και ο Γκαίμπελς με τον Χίτλερ, που τον χρησιμοποίησαν μεταξύ πολλών άλλών μέσων για να ρίξουν τον κόσμο στη φωτιά και το αίμα.

[…] Σε ό,τι αφορά τον Χηρστ αρκεί να θυμίσουμε, ότι με αυτόν αρχίζει ο Τύπος να επεμβαίνει αποφασιστικά στην Ιστορία, προκειμένου να την κατευθύνει προς προσχεδιασμένους σκοπούς. Χάρη σε μια δαιμόνια ενορχηστρωμένη καμπάνια, ο Χηρστ [παρέα με τον Τζόζεφ Πούλιτζερ, σ.τ. HS] συνέβαλε δραστικά στο ξέσπασμα του Ισπανοαμερικανικού πολέμου το 1898 για τον έλεγχο της Κούβας. Τα πιο ασήμαντα γεγονότα διογκώθηκαν στο έπακρο και χρησιμοποιήθηκαν κάθε λογής προβοκάτσιες προκειμένου να συναινέσει η κοινή γνώμη και, μέσω αυτής, να σπρωχτεί η κυβέρνηση σε αυτό τον πόλεμο, υπακούοντας στο απόφθεγμα του Χηρστ,που έλεγε «Μην περιμένετε τα πράγματα να αλλάξουν∙ αλλάξτε τα εσείς!».

Έχει μάλλον υποτιμηθεί η εκπληκτική επιρροή και η επιτυχία αυτής της συνταγής του Χηρστ στη δημοσιογραφία:μετασχηματισμός του Τύπου από όργανο πληροφόρησης σε εργαλείο συγκινησιακού αναβρασμού∙ προτεραιότητα στην πρόκληση εντυπώσεων και στην αναμόχλευση των ακατέργαστων ενστίκτων έναντι της λογικής προσέγγισης∙ και ανατροπή των παραδόσεων της τυπογραφίας με την εισαγωγή γιγάντιων πρωτοσέλιδων και εικόνων βίας. Σήμερα κανείς δεν αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου, στην οποία στηρίζονται τόσο όλες οι εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας όσο και η εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος.

Σε ό,τι αφορά τον Χίτλερ και τον Γκαίμπελς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πόσο φτωχή είναι η θεωρία τους σε σύγκριση με τη γνώση που έχουν για τα συναισθήματα του κυρ-Μήτσου και της κυρά-Κατίνας. Είναι άλλωστε γνωστή η φράση του Χίτλερ:

“Στη μεγάλη του πλειοψηφία, ο λαός έχει διαθέσεις και νοοτροπίες γυναίκας σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που οι γνώμες και οι πράξεις του καθορίζονται πολύ περισσότερο από τις εντυπώσεις παρά από τη σκέψη. […] Κάθε προπαγάνδα πρέπει να οργανώνεται με βάση τον πιο στενόμυαλο και αργόστροφο από εκείνους στους οποίους απευθύνεται. Γι’αυτό και το νοητικό επίπεδο της προπαγάνδας πρέπει να είναι τόσο πιο χαμηλό όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός της ανθρώπινης μάζας, την οποία θέλει να πείσει”.

Ο Χίτλερ ήταν ο πρώτος που επισήμανε ότι, από όλες τις ώρες της ημέρας, οι βραδυνές είναι οι καταλληλότερες για να αιχμαλωτίσει κανείς τη βούληση των ανθρώπων. Αυτός ήταν επίσης ο πρώτος που τοποθέτησε μπροστά του, κατά την ομιλία του στη Νυρεμβέργη[ενώπιον της χιτλερικής νεολαίας το Σεπτέμβριο του 1935], ένα ειδικό ροοστάτη με τον οποίο ανεβοκατέβαζε την ένταση του φωτισμού για να μαγνητίζει τα πλήθη των ακροατών του.

Όσο για τον Γκαίμπελς, έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφερόταν για κανενός είδους θεωρητική καλλιέργεια αλλά μελετούσε εξονυχιστικά όλες τις μικρολεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, ας μην ξεχνάμε ότι αποδείχτηκε εκπληκτικά επινοητικός, κυριολεκτικά δαιμόνιος, σε αυτό το επίπεδο. Σκέφτηκε ακόμα και ότι ο ακροατής του ραδιοφώνου μπορεί να μην είναι στο ίδιο δωμάτιο με το ράδιο την ώρα της εκπομπής − π.χ. μια νοικοκυρά να μαγειρεύει στην κουζίνα ενώ το ραδιόφωνο παίζει μόνο του στο σαλόνι −, με αποτέλεσμα να ξεγλυστράει κάμποσο από την προπαγάνδα. Γι’ αυτό το λόγο άρχισε να βάζει τις διαδεδομένες πλέον στερεοτυπικές προειδοποιήσεις λίγο πριν ξεκινήσουν οι εκπομπές του, ούτως ώστε ο ακροατής να έχει το χρόνο ν’ αφήσει αυτό που κάνει και να καθήσει μπροστά στο ραδιόφωνο. Και βέβαια, εκτός από τις μυριάδες παρόμοιες προπαγανδιστικές τεχνικές που επινόησε, είχε πλήρη επίγνωση ότι η αξία της αλήθειας είναι πάρα πολύ σχετική − γι’ αυτό και υιοθέτησε το οργανωμένο ψέμμα ως το ισχυρότερο μέσον δράσης πάνω στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

[…] Έτσι, την εποχή που το ναζιστικό κόμμα αγωνιζόταν ακόμα για την κατάκτηση της εξουσίας, ο Γκαίμπελς δεν δίσταζε να υπόσχεται, από τις σελίδες της ίδιας εφημερίδας, στους μεν ιδιοκτήτες ακινήτων ότι οι ναζιστές θ’ αυξήσουν τα ενοίκια, στους δε ενοικιαστές ότι θα τα μειώσουν. Η εξόφθαλμη αντίφαση δεν είχε γι’ αυτόν καμιά σημασία,διότι γνώριζε ότι ο καθένας διαβάζει μόνο αυτό που τον ενδιαφέρει, ότι ακούει μόνον ό,τι τον συμφέρει και ότι πιστεύει μόνον ό,τι τού υπόσχεται ένα άμεσο κέρδος.

[…] Εννοείται ότι και οι κομμουνιστές γνωρίζουν άριστα τα της προπαγάνδας και η μέθοδός τους είναι σε αρκετά σημεία ανώτερη από των ναζιστών. […] Παρ’ όλα αυτά δυσχεραίνονται τρομακτικά από το γεγονός, ότι είναι υποχρεωμένοι να προπαγανδίζουν μια πολύπλοκη και υπερβολικά πυκνή θεωρία. Έτσι πασχίζουν να πείσουν με αφετηρία μια αφηρημένη ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών και απευθυνόμενοι κατά πρώτο λόγο στη λογική των ακροατών τους και στη διάθεσή τους να καθήσουν, να συγκεντρωθούν, να μελετήσουν και να σκεφτούν τα πράγματα. Την ίδια όμως στιγμή απευθύνονται κατά κύριο λόγο στους απόκληρους της κοινωνίας, δηλαδή σε ανθρώπους που δεν έχουν τις δυνατότητες και τα φόντα για κάτι τέτοιο. Το αποτέλεσμα είναι ότι, για να πετύχει η δική τους προπαγάνδα και να πιάσει τόπο στο κοινό στο οποίο απευθύνεται, υποχρεώνεται να ξεπέσει στην υπεραπλούστευση και τελικά να βάλει την τυφλή δογματική πίστη στη θέση του στοχασμού.

[…] Στο απέναντι άκρο, οι φασίστες, που περιφρονούν κάθε θεωρητική ανάλυση και κάθε λογική επιχειρηματολογία μιας και δεν εξυπηρετούν τους στενά πρακτικίστικους σκοπούς τους, βρίσκουν μεγάλη απήχηση στα πιο ευπειθή τμήματα της λαϊκής μάζας, παίζουν με την άγνοια και την ημιμάθειά τους, και καλλιεργούν και κολακεύουν τα ταπεινότερα ένστικτά τους. Καθώς οι ναζιστές στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στη δεδομένη στιγμή, στο επίκαιρο, δηλαδή σε μια πραγματικότητα περισσότερο άμεση από την ιστορικότητα, είναι αναπόφευκτο να πετυχαίνουν εκεί που οι κομμουνιστές καταφεύγουν σε μια ξύλινη δασκαλίστικη γλώσσα.

[…] Η εποχή του προσηλυτισμού στο όνομα μιας συγκροτημένης θεωρίας μοιάζει πλέον εντελώς ξεπερασμένη και ο λόγος είναι, πως δεν μπορεί να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τα μεγάλα μέσα μαζικής αποχαύνωσης,αυτής της τεράστιας και ακούραστης μηχανής στην υπηρεσία του Κεφαλαίου.

[…] Παρ’ όλα αυτά, ας προσέξουμε ότι η σύγχρονη τεράστια συγκέντρωση των οικονομικών δυνάμεων απολήγει σε μια ανάλογη υπερσυγκέντρωση της κεντρικής εξουσίας στο πολιτικό επίπεδο. Από εδώ προκύπτει η κρισιμότητα που παίρνουν τα ζητήματα διαδοχής κάποιου ηγέτη, η σκληρότητα των συγκρούσεων στο παρασκήνιο και η απίστευτη ευαισθησία της Γουώλ Στρητ απέναντι στην παραμικρότερη γαστραλγία του Αμερικανού προέδρου.

[…] Ας θυμηθούμε λοιπόν, ότι ο γερμανικός στρατός δεν θα μπλεκόταν στην ολέθρια περιπέτεια της εισβολής στην ΕΣΣΔ αν δεν επέμενε ο Χίτλερ, δηλαδή αν δεν είχε αποκτήσει τόσο απίστευτο βάρος η προσωπικότητα του ηγέτη −ο οποίος μάλιστα δεν έκανε βήμα χωρίς να συμβουλεύεται τον αστρολόγο του−, ώστε να αποφασίζει παραβλέποντας ακόμα και αυτά που τον συμβούλευε το επιτελείο του.[…]»


Μαρσέλ Μαριέν, Η επιστήμη των δηλητηρίων,
κεφ. 5 από το Α΄ μέρος του μανιφέστου του
«Θεωρία της παγκόσμιας και άμεσης επανάστασης»,
περιοδικό Les Lèvres Nues, Σεπτέμβριος 1958

Σημ. του HS. O Marcel Mariën (1920-1993) ήταν Βέλγος σουρεαλιστής ποιητής,δοκιμιογράφος, φωτογράφος, κινηματογραφιστής και κατασκευαστής αντικειμένων.Δεν διέπρεψε μόνον ως καλλιτέχνης αλλά υπήρξε άριστος ναυτικός, εκδότης,βιβλιοπώλης και καταπληκτικός φαρσέρ. Το 1954 έφτιαξε το περιοδικό Les Lèvres Nues, που μεταξύ πολλών άλλων φιλοξένησε και άρθρα των νεαρών λετριστών Μισέλ Μπερνστάιν και Γκυ Ντεμπόρ.

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Πώς ο Μουσολίνι κέρδισε τον πόλεμο


1.

«Τι είναι άραγε πιο αξιοκαταφρόνητο από έναν πολιτισμό που αποστρέφεται την αυτογνωσία; […]


Η κοινωνία μας είναι υποδουλωμένη στις ιδεολογίες και ο πολιτισμός μας υφίσταται τον ασφυκτικό εναγκαλισμό μιας κυρίαρχης ιδεολογίας: του κορπορατισμού.Η αποδοχή του κορπορατισμού έχει ως συνέπεια την άρνηση και την υπονόμευση της έννοιας του ατόμου ως πολίτη μιας δημοκρατίας. Αποτέλεσμα αυτής της άρνησης είναι μια αυξανόμενη αστάθεια που μας οδηγεί στη λατρεία του προσωπικού συμφέροντος και στην απαξίωση του κοινού καλού. Ο κορπορατισμός είναι μια ιδεολογία που επικαλείται, ως βασική της ιδιότητα, τον ορθολογισμό. Οδηγεί το άτομο στην παθητικότητα και τον κομφορμισμό σε σημαντικά θέματα και στον αντικομφορμισμό σε ασήμαντα. […]


Το κορπορατιστικό κίνημα γεννήθηκε το 19 αιώνα ως μια εναλλακτική λύση απέναντι στη δημοκρατία. Το κίνημα αυτό πρότεινε να γίνεται η νομή της εξουσίας από ομάδες και όχι από τους μεμονωμένους πολίτες.


Η πρώτη σχεδόν φυσική, εκδήλωση αυτού του νέου τρόπου διακυβέρνησης εμφανίστηκε πριν από δυο αιώνες, με την άνοδο στην εξουσία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Ο Ναπολέων έκανε κάτι περισσότερο από το να επινοήσει απλώς τη σύγχρονη ηρωική ηγεσία. Επινόησε την ηρωική ηγεσία που συνδιαλέγεται με ομάδες ειδικών και με τις ομάδες συμφερόντων. Η δημοκρατία και η ατομική συμμετοχή του πολίτη αντικαταστάθηκαν από μια άμεση, συναισθηματική σχέση ανάμεσα στον ηρωικό ηγέτη και το λαό. […]


Ο Χέγκελ, με το έργο του Η Φιλοσοφία του Δικαίου, ήταν ένας από τους πρώτους που ιδεολογικοποίησαν αυτή την προσέγγιση ήδη από το 1821. Η ρομαντική αναβίωση των μεσαιωνικών συντεχνιών έπαιρνε τότε τη μορφή ενός “φυσικού συνδέσμου” ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος. […]


Σ’ ένα βαθμό, το σύστημα αυτό το υιοθέτησε ο Μπίσμαρκ στη νέα Γερμανία της δεκαετίας του 1870. Αλλά η ώρα της δόξας, τρόπος του λέγειν, του κορπορατιστικού μοντέλου έφτασε μισόν αιώνα αργότερα, όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Μουσολίνι και διάφοροι άλλοι δικτάτορες. […]


Και σήμερα, η αληθινή εξουσία ανήκει στο νέο-κορπορατισμό, ο οποίος στην ουσία είναι ο παλιομοδίτικος κορπορατισμός. […]


Τα βαθύτερα μηνύματα αυτού του συστήματος, που εισήγαγε ο Μουσολίνι, ήταν η αποτελεσματικότητα, ο επαγγελματισμός, ο χειρισμός των θεμάτων από ειδικούς και η κοινωνική γαλήνη μέσω των συνεχών διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαφόρων ομάδων, ή καλύτερα μέσω αυτού που οι νέο-κορπορατιστές αποκαλούν διαμεσολάβηση με βάση τα συμφέροντα. […]»




μετάφραση Ευηνέλλα Αλεξοπούλου-Δημήτρης Μπάκουλης, εκδ. PRINTA (2002)



2.


«Ο Χέγκελ προϋποθέτει την ύπαρξη“συντεχνιών” και είναι αλήθεια πως η κρατική γραφειοκρατία προϋποθέτει, αν όχι τις ίδιες τις συνεχνίες, πάντως οπωσδήποτε το “κορπορατιστικό πνεύμα”. […] Οι συντεχνίες είναι ο υλισμός της γραφειοκρατίας και η γραφειοκρατία είναι ο σπιριτουαλισμός των συνεχνιών. Η συντεχνία είναι η γραφειοκρατία της κοινωνίας των πολιτών∙ η γραφειοκρατία είναι η συντεχνία του Κράτους. […]


Το ίδιο πνεύμα που μέσα στην κοινωνία δημιουργεί τη συντεχνία, δημιουργεί μέσα στο Κράτος τη γραφειοκρατία. […] Η γραφειοκρατία είναι η “συνείδηση του Κράτους”, η “βούληση του Κράτους”, η“ισχύς του Κράτους” ενσαρκωμένες σε μια συντεχνία,η οποία σχηματίζει μια επιμέρους κλειστή εταιρεία στο εσωτερικό του Κράτους. Έχει όμως ανάγκη τις συντεχνίες ως φανταστικέςμονάδες ισχύος, ενώ την ίδια στιγμή και η κάθε συντεχνία, παρ’ όλο που προσπαθεί να υπερασπιστεί τα επιμέρους συμφέροντά της ενάντια στη γραφειοκρατία,θέλει τη γραφειοκρατία με το μέρος της στον αγώνα της εναντίον μιας άλλης συντεχνίας, ενός άλλου επιμέρους συμφέροντος. Έτσι η κρατική γραφειοκρατία, ως τέλεια συντεχνία, επικρατεί των συντεχνιών που δεν είναι παρά ατελείς γραφειοκρατίες. […]


Η γραφειοκρατία θεωρεί τον εαυτό της ως υπέρτατο σκοπό του Κράτους. Είναι ένας κύκλος από τον οποίο δεν μπορεί ν ξεφύγει κανείς. Η ιεραρχία της είναι μια ιεραρχία της γνώσης. […] Το γενικό πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι το μυστικό, το μυστήριο, το οποίο διαφυλάσσεται προς μεν το εσωτερικό της με την ιεραρχία, προς τα έξω δε με το χαρακτήρα της ως κλειστή συντεχνία. […]»



Καρλ Μάρξ, Κριτική στη χεγκελιανή φιλοσοφία του κράτους,Ιούλιος-Οκτώβριος 1843

από τη μετάφραση στα γαλλικά του Κώστα Παπαϊωάννου,

εκδ. 10/18 (1976 – εκπληκτική η εισαγωγή του!)


3.


«Στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τη συμβίωση λαϊκού κράτους και εγκλήματος. […] Το 1933 ο Χίτλερ απαγόρευσε τη δημοσίευση του κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 1934. Κι έτσι έγινε. Η πανουργία της δικτατορικής μυστικοπάθειας συνίστατο στην απλή αλλά δραστήρια προσφορά προς την γερμανική πλειοψηφία: “Αυτό που εσείς, αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες, δεν επιτρέπεται να γνωρίζετε, δεν πρέπει να το γνωρίζετε!”. Με αυτό τον τρόπο μπορούσαν οι πολλοί επικαρπωτές και επικαρπώτριες του εθνικοσοσιαλιστικού λαϊκού κράτους, αντί της προσωπικής ευθύνης, να μην ενδιαφέρονται καθόλου για το από πού έρχονταν όλα αυτά τα πολλά μικρά ωφελήματα, τα οποία έπαιρναν χάρη στην πολιτική του εγκλήματος, και να έρχονται σε μια μη ομολογούμενη, παθητική συνενοχή με τους δραστήριους δολοφόνους. Έτσι απλά αφέθηκε να ναρκωθεί μόνιμα η συνείδηση, το “θέλω να ξέρω”και αργότερα η μνήμη τόσο πολλών Γερμανών. […]».


Γκετζ Άλυ, Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ (2005),

μετάφραση Νίκος Δεληβοριάς, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ (2009)




Σημ. του H.S. Υπάρχει κάτι το δυσνόητο στα παραπάνω; Δεν μας είναι όλα αυτά πολύ γνωστά, όχι από τα βιβλία της Ιστορίας αλλά από όσα έχουμε ζήσει εμείς οι ίδιοι, ακόμα και οι νεώτεροι; Χρειάζονται τάχα σκιάχτρα για να τρομάξουμε;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...