Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκυ Ντεμπόρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκυ Ντεμπόρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Ομιλία στην προβολή ταινιών του Γκυ Ντεμπόρ



«Κυρίες και Κύριοι, η ταινία που σας προβάλλουμε απόψε, είναι μια ταινία βαθιά ερωτική∙ μια ταινία πρωτόγνωρης έως σήμερα τόλμης που θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου!»

Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε την παρουσίαση της δεύτερης προβολής των Ουρλιαχτών ο φίλος του Ντεμπόρ, ο δαιμόνιος Σερζ Μπερνά, εκείνο το μακρυνό έτος 1952. Τι το επακολούθησε θα το πούμε, κι ίσως ως ένα βαθμό θα το δούμε, αργότερα.

Αυτό που θα προσπαθήσω τώρα, είναι να τοποθετήσω τις τρεις πρώτες, κι αγαπημένες μου, ταινίες του Γκυ Ντεμπόρ στο πλαίσιο μες από το οποίο γεννήθηκαν, ώστε να πάρουμε μια μικρή έστω αίσθηση της ατμόσφαιρας και των προσδοκιών που τις συνόδευσαν −ατμόσφαιρα και προσδοκίες που ίσως ακόμα σήμερα τις συνοδεύουν και τις κάνουν ταινίες πραγματικά, και όχι «μουσειακά», ενδιαφέρουσες και για εμάς.

Πρέπει ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι, σε αντίθεση με τις ταινίες που γύρισε μετά το 1973, αυτές οι τρεις πρώτες ταινίες του Γκυ Ντεμπόρ −Ουρλιαχτά (1952), Για το Πέρασμα μερικών Προσώπων μέσα από μια Αρκετά Σύντομη Χρονική Μονάδα (1959) και Κριτική του Διαχωρισμού (1961)− είναι έκδηλα ταινίες ενός ξεχωριστού ανθρώπου, ο οποίος μετείχε ενεργά σε ένα συλλογικό επαναστατικό ρεύμα και το ενδιαφέρον του ήταν περισσότερο να συμβάλλει στον εμπλουτισμό αυτού του ρεύματος παρά στην ανάδειξη ενός ατομικού έργου του, στην υπεράσπισή του, ή στο νοσταλγικό απολογισμό κάποιων σπουδαίων στιγμών του παρελθόντος του, όπως συμβαίνει κατά κύριο λόγο με τις επόμενες.

Επομένως, οφείλουμε −του το οφείλουμε, θα έλεγα− να δούμε τις ταινίες αυτές όχι μόνο σαν καρπούς του οπωσδήποτε εξαιρετικού προσωπικού ταλέντου του Ντεμπόρ (θα το κάνουμε και αυτό παρακάτω), αλλά και σε συνάρτηση με το ρεύμα στο οποίο αφιέρωσε ολόψυχα και γενναιόδωρα τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής του.

Εκείνο το ανατρεπτικο ρεύμα, που περνώντας από διάφορα μονοπάτια έφτασε μέσα από το «Φαντασιακό Μπαουχάους» του Άσγκερ Γιόρν και τους «Λετριστές» του Ισίδωρου Ιζού στην «Καταστασιακή Διεθνή» το 1957, συγκροτήθηκε βήμα-βήμα σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, δηλαδή στο ξεκίνημα μιας εποχής που, ενώ σημαδεύτηκε από τη λεγόμενη οικονομική ανοικοδόμηση του Μεταπόλεμου, στο βάθος της ήταν μια καταρρεύσεων, το παροξυστικό αποκορύφωμα της οποίας μπορούμε να πούμε ότι ζούμε σήμερα.

Πιο συγκεκριμένα, με την επικράτηση του ναζισμού στους κόλπους ενός από τους πιο καλλιεργημένους και πολιτικοποιημένους λαούς της Ευρώπης, είχε καταρρεύσει τόσο η προσφιλής ιδέα των μοντέρνων καιρών, σύμφωνα με την οποία η «φωτισμένη συνείδηση» και η «εργαλειακή λογική» αρκούν για να ξεπεραστεί οριστικά η βαρβαρότητα και το συλλογικό κακό, όσο και η ρομαντική ιδέα μιας απεριόριστης εμπιστοσύνης στον «πλούτο» της ψυχικής ενδοχώρας του σύγχρονου ανθρώπου. Με την έκρηξη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι είχε καταρρεύσει η έως τότε σχεδόν τυφλή πίστη, δεξιά και αριστερά της κυρίαρχης ιδεολογίας, στην τεχνολογία ως φορέα καθαρού απελευθερωτικού δυναμισμού και η ιδέα ότι αρκούσε η Τεχνική ν’ αλλάξει χέρια και αυτόματα θα υπηρετούσε το κοινωνικό καλό. Με την αποτυχία της προσπάθειας εύρεσης κοινού πεδίου μεταξύ των σουρεαλιστών και των κομμουνιστών, είχε καταρρρεύσει η ελπίδα μιας συμπόρευσης μεταξύ της πρωτοποριακής «αντί-αστικής» τέχνης και της «εργατίστικης» πολιτικής∙ και, μαζί με αυτήν, έμπαινε και πάλι ένα μεγάλο ερωτηματικό  για τις σχέσεις μεταξύ της πνευματικής πρωτοπορίας και της λαϊκής βάσης των σύγχρονων κοινωνιών. Με την ουγγαρέζικη επανάσταση τέλος, ένα χρόνο πριν από την ίδρυση της Κ.Δ., το 1956, θα κατέρρεαν και οι τελευταίες ψευδαισθήσεις για τη επαναστατική φύση και το ρόλο της Ε.Σ.Σ.Δ. ως «αντίπαλου δέους» της κεφαλαιοκρατικής Δύσης ―κάτι που σήμαινε, πως οι επαναστατικοί αγώνες των δυτικών λαών δεν θα είχαν πλέον να υπολογίζουν παρά στον εαυτό τους.

Τούτη η μαζική κατάρρευση τόσων μετώπων μέσα σε δυο-τρεις δεκαετίες έθετε εκ των πραγμάτων κάθε ευαίσθητο άνθρωπο μπροστά ένα συγκλονιστικό σταυροδρόμι.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Σημειώσεις για το «Το Ζήτημα των Μεταναστών»



                                                                        υπό Γκυ Ντεμπόρ


       
[Το κείμενο γράφτηκε το 1985 για τον Mesioud Ouldamer, που ετοίμαζε τότε ένα βιβλίο για τον Εφιάλτη των Μεταναστών κατά την Αποσύνθεση της Γαλλίας για τις εκδόσεις Gerard Lebovici (Le cauchemar immigre dans la decomposition de la France, Παρίσι 1986). Περιλαμβάνεται στην ανθολογία των Έρ­γων του Ντεμπόρ, (εκδόσεις Gallimard, Παρίσι 2006). Ευχαρι­στίες στον Γ. Πολύζο και στον Μ. Ρακκά για τις υποδείξεις τους στη μετάφραση. Με ΣτΑΜ σημειώνονται οι σημειώσεις του άγγλου μεταφραστή και με ΣτΕΜ της ελληνίδας μεταφρά­στριας.]

Το «μεταναστευτικό ζήτημα» είναι ζήτημα τελείως τεχνητό, όπως και κάθε ζήτημα που τίθεται δημόσια στον σημερινό κόσμο, για τους ίδιους πάντα λόγους: Το ζήτημα τίθεται από την οικονομία (δηλαδή από την απάτη της ψευδο-οικονομίας) και συζητιέται στους κόλπους του θεάματος.

Συζητιέται με όρους βλακώδεις, όπως π.χ. «Να τους κρατήσουμε ή να τους διώξουμε τους μετανάστες;» Στην πραγματικότητα μετανάστης δεν είναι ο μόνιμος κάτοικος που τυγχάνει αλλοδαπός στην καταγωγή, αλλά ο άνθρω­πος που θεωρείται διαφορετικός, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διαφορετικό και που πρόκειται να παραμείνει διαφορετικός. Πολλοί μετανάστες, ή τα παιδιά τους, έχουν υπηκοότητα γαλλική. Πολλοί Πολωνοί ή Ισπανοί υπήκοοι κατέληξαν να χαθούν μέσα στη μάζα του γαλλικού πληθυ­σμού που ήταν κάτι άλλο απ’ αυτούς. Όπως τα πυρηνικά απόβλητα ή οι διαρροές πετρελαίου στον ωκεανό, έτσι και οι μετανάστες είναι προϊόν των νεοτερικών πρακτικών της καπιταλιστικής διαχείρισης. Με τη διαφορά ότι τα «όρια α­νοχής» σε αυτούς καθορίζονται πιο αυστηρά και πιο «επιστημονικά» . Και όπως τα πυρηνικά και οι διαρροές πετρε­λαίου, έτσι και οι μετανάστες θα μείνουν μαζί μας για αιώ­νες, για χιλιετίες, για πάντα. Θα μείνουν μαζί μας γιατί εί­ναι πολύ πιο εύκολο να εξολοθρεύσει κανείς τους Γερμανο-εβραίους επί Χίτλερ παρά να εξολοθρεύσει τους Βορειοαφρικανούς (και τους άλλους) σήμερα: Στη Γαλλία ούτε να­ζιστικό κόμμα υπάρχει ούτε ο μύθος της αυτοχθονίας της φυλής!

Να τους αφομοιώσουμε λοιπόν ή να «σεβαστούμε την πολιτισμική τους ποικιλομορφία»; Πόσο φαύλο το δίλημμα! Δεν μπορούμε πια να ενσωματώσουμε κανέναν. Δεν μπο­ρούμε να αφομοιώσουμε ούτε τους νέους ούτε τους γάλλους εργάτες ούτε τους επαρχιώτες ούτε τις παλιές εθνικές μειο­νότητες (τους Κορσικανούς ή τους Βρετόνους), αφού το Πα­ρίσι, μια πόλη κατεστραμμένη, έχει χάσει τον ιστορικό της ρόλο, που ήταν η παραγωγή Γάλλων, Τι να καταφέρει ο συγκεντρωτισμός χωρίς το κέντρο, την πρωτεύουσα; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν μετέτρεψαν τους διωκόμε­νους Ευρωπαίους σε Γερμανούς. Η διάχυση του συγκεντρωμένου θεάματος μόνον θεατές μπορεί να ενοποιήσει [1]. Κάνουμε γαργάρες, σε μια γλώσσα καθαρά διαφημιστική, με την έκφραση «πολιτισμική ποικιλομορφία».  Μα για ποιον πολιτισμό μιλούμε; Ίχνος δεν έχει απομείνει. Ούτε χριστιανική ούτε μουσουλμανική κουλτούρα υπάρχει, ούτε σοσιαλιστική ούτε επιστημονική. Ας μην μιλούμε λοιπόν για κάτι πεθαμένο. Μια ματιά μόνο να ρίξουμε γύρω μας αρκεί για να διαπιστώσουμε την αλήθεια: Δεν έχει απομεί­νει τίποτε πέρα από την παγκόσμια-θεαματική (αμερικάνι­κη) κατάρρευση κάθε πολιτισμού.

Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να βοηθήσει στην αφο­μοίωση είναι το δικαίωμα ψήφου. Οι Γάλλοι είναι ψηφοφό­ροι επειδή ακριβώς δεν είναι πλέον τίποτε άλλο. Το ένα κόμμα είναι ίδιο με το άλλο, η μία εκλογική υπόσχεση ισο­δυναμεί με την αντίθετη της... Πρόσφατα μάλιστα τα πολι­τικά προγράμματα (τα οποία όλοι γνωρίζουν πως δεν πρό­κειται να εφαρμοστούν) έπαψαν και να εξαπατούν, αφού πλέον δεν αφορούν σε κανένα απολύτως σημαντικό ζήτημα. 

Χαρακτηριστική απόδειξη του ότι η ψήφος δεν σημαίνει τί­ποτε, ούτε καν για τους ίδιους τους Γάλλους, είναι ότι το 25% των «πολιτών» ηλικίας 18-25 ετών δεν είναι καν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, από αηδία και μόνον. Προσθέστε σ’ αυτούς και όσους είναι εγγεγραμμένοι αλλά απέχουν από την ψηφοφορία.

Κάποιοι προτάσσουν το κριτήριο της «γλωσσικής ε­πάρκειας στη γαλλική». Ας γελάσουμε. Μα μιλούν γαλλι­κά οι σημερινοί Γάλλοι; Γαλλικά είναι αυτά που μιλάνε οι σημερινοί αναλφάβητοι όπως ο Fabius («Bonjour les degats!») ή η Francoise Castro («a t’ habite ou ca t’ effleure?») ή ο Β. Η. Levy [2]; Δεν οδεύουμε ούτως ή άλλως προς την απώλεια κάθε γλώσσας που επιχειρηματολογεί και αρθρώνει νοήματα με ακρίβεια, ακόμη και χωρίς κανέ­ναν μετανάστη; Μήπως δεν έχουν κατακτήσει πανεύκολα κάποιους από τους παρα-μορφωμένους μας ηλιθίους (βλ. Sun Myung Moon κ.ο.κ.) απείρως γελοιωδέστερες σέχτες α­πό το Ισλάμ ή τον καθολικισμό; Για να μην αναφερθούμε στους βαριά καθυστερημένους και τους αυτιστικούς που οι σέχτες αυτές επιλέγουν να μην στρατολογήσουν, ακριβώς επειδή δεν βρίσκουν κανένα οικονομικό ενδιαφέρον στην εκ­μετάλλευση τέτοιων κοπαδιών, οπότε και τα αφήνουν στο έλεος της δημόσιας αρχής.

Έχουμε καταντήσει Αμερικανοί. Μην μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι έχουμε όλα τα άθλια προβλήματα των Η.Π.Α., από τα ναρκωτικά ώς τη μαφία, τα φαστ φουντ και τον πολλαπλασιασμό των εθνοτήτων. Για παράδειγμα, ε­νώ η Ιταλία και η Ισπανία είναι επιφανειακά αμερικανοποιημένες (ίσως και σε κάποιο βάθος), δεν είναι μικτές εθνοτικά. Με αυτήν την έννοια παραμένουν πιο χαρακτηριστικά ευρωπαϊκές χώρες από τη Γαλλία, όπως π.χ. η Αλγερία εί­ναι βορειοαφρικανική. Εδώ [στη Γαλλία] έχουμε τα προ­βλήματα της Αμερικής, χωρίς όμως τη δύναμη της. Μπορεί να μην υπάρχει καμιά εγγύηση ότι το χωνευτήρι της Αμε­ρικής θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολύ ακόμη, με τους τσικάνος π.χ. να μιλούν διαφορετική γλώσσα. Είναι όμως εγγυημένα σίγουρο ότι εδώ το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Κι αυτό γιατί οι Η.Π.Α. είναι το κέντρο παρα­σκευής του σύγχρονου τρόπου ζωής, η καρδιά του θεάματος που επεκτείνει τον παλμό της μέχρι τη Μόσχα και το Πε­κίνο. Το θέαμα αυτό δεν μπορεί να παράσχει την παραμι­κρή αυτονομία στους κατά τόπους υπεργολάβους του. (Μό­λις το αντιλαμβανόμαστε αυτό, κατανοούμε δυστυχώς ότι αυτή η υπεργολαβία ενέχει μιαν υποδούλωση πολύ λιγότε­ρο επιφανειακή από αυτήν που διαπιστώνουν οι συνήθεις κριτικοί του «ιμπεριαλισμού» ζητώντας την καταστροφή ή τη μεταρρύθμιση του). Εδώ [στη Γαλλία] δεν είμαστε πια τίποτε. Είμαστε ένας λαός αποικιοκρατούμενος που δεν έ­χει καταφέρει να εξεγερθεί, είμαστε οι γιέσμεν του θεάμα­τος και της αλλοτρίωσης. Ποια αξίωση θα προβάλουμε μπρος στην ολοένα και πιο εντεινόμενη παρουσία των με­ταναστών, λες κι έχουμε κάτι να μας κλέψουν, λες κι αυτό το κάτι είναι ακόμη δικό μας... Και τι άραγε θα μπορούσε να ’ναι αυτό; Σε τι πιστεύουμε τελικά, ή μάλλον σε τι τελοσπάντων παριστάνουμε ότι πιστεύουμε; Οι σκλάβοι δια­μαρτύρονται που οι ημιελεύθεροι απειλούν την ανεξαρτησία τους, σαν να καμαρώνουν, αντί να εξεγείρονται, για τις ολοένα και μειωμένες τους άδειες μετ’ αποδοχών...

Υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί απαρτχάιντ; Μα φυσικά και υπάρχει! Μάλιστα δεν υπάρχει απλά κίνδυνος, είναι -μοιραία πλέον- γεγονός (με όλη τη λογική των γκέτο, των φυλετικών συγκρούσεων, σύντομα και με τα λου­τρά αίματος, που περιλαμβάνει το απαρτχάιντ). Μια κοι­νωνία σε πλήρη αποσύνθεση είναι σαφώς λιγότερο ικανή να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες μεταναστών χωρίς ανυ­πόφορο άγχος, από μια κοινωνία συνεκτική και σχετικά ευ­ημερούσα. Το 1973 [3]  είχαμε ήδη εντοπίσει την καταπληκτι­κή αναλογία μεταξύ της εξέλιξης των κατασκευών και της εξέλιξης των νοοτροπιών. «Όσο ανοικοδομείται το περι­βάλλον, όλο και πιο βιαστικά, για τους σκοπούς του κατα­σταλτικού ελέγχου και του κέρδους, γίνεται ταυτόχρονα ολοένα και πιο εύθραυστο και προκαλεί ολοένα και περισσό­τερους βανδαλισμούς. Ο καπιταλισμός στη θεαματική του φάση ανοικοδομεί τα πάντα, αυτή τη φορά ως ψεύτικα, και παράγει εμπρηστές. Έτσι, το σκηνικό του καπιταλισμού εί­ναι παντού εύφλεκτο σαν τα κολλέγια στη Γαλλία.» Η παρουσία των μεταναστών έχει ήδη εξυπηρετήσει τους στόχους κάποιων εργατοπατέρων-συνδικαλιστών που έσπευ­σαν να αποδώσουν σε δήθεν «πόλεμο των θρησκειών» τις απεργίες που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Να’μαστε επί­σης σίγουροι ότι οι καθεστηκυίες δυνάμεις θα προτιμήσουν την πλήρη ανάπτυξη των εμπειριών σύγκρουσης που σήμε­ρα βιώνουμε σε μικρότερη κλίμακα με τους «τρομοκράτες», αληθινούς ή ψεύτικους, ή με τους οπαδούς αντίπαλων πο­δοσφαιρικών ομάδων - και δεν μιλούμε μόνο για τους Άγ­γλους οπαδούς. Είναι ωστόσο εύκολο να καταλάβουμε για­τί οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης, περιλαμβανομένου και του Εθνικού Μετώπου, προσπαθούν να υποτιμήσουν τη βαρύτη­τα του «προβλήματος των μεταναστών». Όλα όσα θέλουν να διατηρήσουν τους εμποδίζουν να θίξουν οποιοδήποτε ζή­τημα άμεσα και στην πραγματική του διάσταση. Ορισμένοι διατείνονται ότι είναι τάχα ζήτημα διάδοσης της «καλής α­ντιρατσιστικής διάθεσης», άλλοι ότι πρέπει να αναγνωρί­σουμε το δικαίωμα στη «δίκαιη ξενοφοβία». Όλοι συμφω­νούν ότι πρέπει να εξετάσουμε το πρόβλημα ως το πιο πιε­στικό, αν όχι και το μοναδικό, από τα κοινωνικά προβλή­ματα που η κοινωνία δεν πρόκειται να ξεπεράσει. Το γκέ­το του νέου θεαματικού απαρτχάιντ (όχι η τοπική, φολκλο­ρική εκδοχή που συναντούμε στη Νότια Αφρική) είναι ήδη εδώ, στη Γαλλία του σήμερα: Η πλειοψηφία του πληθυ­σμού είναι εγκλωβισμένη μέσα του και έχει χάσει τα μυα­λά της – κι αυτό θα συνέβαινε ακόμη κι αν δεν υπήρχε ού­τε ένας μετανάστης. Ποιος αποφάσισε να κατασκευάσει τις Sarcelles ή τις Les Miguettes [4] για να καταστρέψει το Παρίσι ή τη Λυών; Είναι αλήθεια ότι στη βρώμικη αυτή δουλειά συμμετείχαν και μετανάστες. Δεν έκαναν όμως τίποτε πα­ραπάνω από το να εκτελέσουν με ακρίβεια τις εντολές που τους είχαν δώσει, υποταγμένοι στη συνήθη αθλιότητα του μισθωτού εργάτη.

Πόσους ξένους έχει αλήθεια η Γαλλία; Δεν ρωτούμε βέβαια για τη νομική τους υπόσταση, το χρώμα του δέρμα­τος τους ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Είναι φανερό: Είναι τόσοι πολλοί, που καλύτερα να ρωτήσουμε: Πόσοι Γάλλοι έχουν απομείνει στη Γαλλία και πού βρίσκο­νται; (Και τι είναι αυτό που προσδιορίζει τον Γάλλο σήμερα;) Γνωρίζουμε ότι πέφτουν οι δείκτες των γεννήσεων. Μας κάνει εντύπωση αυτό; Μα οι Γάλλοι δεν αντέχουν πια τα παιδιά τους. Τα στέλνουν στο σχολείο στα τρία και μέ­χρι τουλάχιστον τα δεκαέξι τους, τα παιδιά διδάσκονται την αγραμματοσύνη. Προτού μάλιστα φτάσουν στην ηλικία των τριών ετών, όλο και περισσότεροι άνθρωποι τα θεω­ρούν «ανυπόφορα» και τα μεταχειρίζονται με βία. Στην Ιταλία, την Ισπανία, την Αλγερία, στις κοινότητες των Τσιγγάνων, τα αγαπούν ακόμη τα παιδιά. Εδώ όχι και τό­σο. Ούτε τα σπίτια ούτε οι δρόμοι των πόλεων δεν είναι πια κατάλληλα για τα παιδιά (εξ ού και ο κυνισμός της κυβερνη­τικής καμπάνιας με το σύνθημα «να ανοίξουμε την πόλη στα παιδιά»). Από την άλλη, η αντισύλληψη είναι διαδεδο­μένη, οι εκτρώσεις νόμιμες. Όλα σχεδόν τα σημερινά παι­διά στη Γαλλία προήλθαν από γεννήσεις επιθυμητές. Όχι όμως από μια επιθυμία ελεύθερη. Ο ψηφοφόρος-καταναλωτής σήμερα δεν ξέρει τι θέλει. «Επιλέγει» ό,τι δεν του αρέ­σει. Η διανοητική του συγκρότηση δεν έχει πια τη συνοχή που χρειάζεται, ώστε να θυμηθεί ότι κάτι θέλησε όταν βρί­σκει τον εαυτό του απογοητευμένο από το ίδιο το πράγμα που θέλησε. Στο θέαμα, η ταξική κοινωνία έχει κάνει συ­στηματικές προσπάθειες να αφανίσει την ιστορία. Και τώ­ρα παριστάνει ότι μετανιώνει για το συγκεκριμένο αποτέ­λεσμα της παρουσίας τόσων μεταναστών, γιατί «εξαφανί­ζεται η Γαλλία». Ξεκαρδιστικό. Μα η Γαλλία εξαφανίζεται για πολύ διαφορετικούς λόγους, με ταχείς ρυθμούς, σε όλα σχεδόν τα μέτωπα.

Οι μετανάστες έχουν το μεγαλύτερο δικαίωμα να ζουν στη Γαλλία. Είναι οι εκπρόσωποι της αποστέρησης. Και η αποστέρηση αισθάνεται σαν στο σπίτι της στη Γαλλία, είναι τόσο διαδεδομένη που μοιάζει οικουμενική. Οι μετανάστες έχουν χάσει τη γη και την κουλτούρα τους και είναι κοινό μυστικό ότι δεν κατάφεραν να βρούνε καινούργιες. Οι Γάλ­λοι είναι στην ίδια ακριβώς θέση - κι αυτό το μυστικό δεν είναι λιγότερο κοινό.

Με την ισοπέδωση ολόκληρου του πλανήτη από την α­θλιότητα ενός νέου περιβάλλοντος και από μιαν απολύτως απατηλή αντίληψη για τα πάντα, οι Γάλλοι, που τα έχουν αποδεχτεί όλ’ αυτά χωρίς πολλές διαμαρτυρίες (με εξαίρε­ση το’68), δεν μπορούν επ ουδενί να διαμαρτυρηθούν ότι νιώθουν έξω από τα νερά τους εξαιτίας των μεταναστών. Είναι αλήθεια πως είναι έξω από τα νερά τους. Αυτό όμως οφείλεται αλλού: Στον φρικαλέο τούτο κόσμο της αλλοτρί­ωσης, όλοι έχουν καταντήσει μετανάστες.

Όταν η Γαλλία θα έχει εξαφανιστεί, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κατοικούν την επιφάνεια της γης, ακόμη κι αυτόν τον τόπο. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε το κράμα των εθνοτήτων που θα κυριαρχήσει, τις ιδιαίτερες κουλτού­ρες τους, τις γλώσσες που θα μιλούν. Είμαστε όμως βέβαιοι πως το κεντρικό και βαθιά ποιοτικό ζήτημα θα είναι το ε­ξής: Θα καταφέρουν αυτοί οι μελλοντικοί λαοί να κατακτή­σουν, μέσω πρακτικών χειραφέτησης, να κυριαρχήσουν στη σημερινή τεχνολογία, την τεχνολογία της εξαπάτησης και της αποστέρησης; Ή μήπως θα τους κυριεύσει η τεχνολογία με τρόπο ακόμη πιο ιεραρχικό και υποδουλωτικό απ’ ό,τι σήμερα; Ας αναμένουμε το χειρότερο και ας αγωνιζόμαστε για το καλύτερο. Η Γαλλία αξίζει τον οίκτο μας. Αλλά ο οίκτος είναι μάταιος.

(Το άρθρο πάρθηκε από το περιοδικό Πανοπτικόν, τεύχος 10,
η μετάφραση είναι της  Λίας Γυιόκα.)



Σημ. Β.Η: Ύστερα από τα γεγονότα στο Παρίσι, το ξαναδιάβασμα αυτού του άρθρου, του 1985, του Γκυ  Ντεμπόρ, θεωρήθηκε απαραίτητο για να ριχτεί κάποιο φως στο ζήτημα της μετανάστευσης και των διαφυλετικών σχέσεων μέσα σε συνθήκες κοινωνικής ή ακριβέστερα: γενικευμένης αποσύνθεσης. Οι κοινωνίες υποδοχής μεταναστών, όταν εξετάζονται, τείνουν να θεωρούνται συμπαγείς και στέρεες, σίγουρες για τον εαυτό τους. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Στα 30 χρόνια που πέρασαν η διάλυση, που με τόση διαύγεια και ευστοχία περιγράφει ο Ντεμπόρ, προχώρησε παντού και όχι μόνο στη Γαλλία. Σήμερα, το Παρίσι περισφίγγεται από το βορρά του από δυσοίωνα προάστια - κάθε ευρωπαϊκή πόλη που σέβεται τον εαυτό της έχει μια ή περισσότερες ζώνες του Λυκόφωτος - και η βλοσυρότητα έχει εγκατασταθεί στην Ευρώπη σαν στο σπίτι της.
    Οι σχέσεις των Ευρωπαίων με τους ξένους τους δεν πήγαν και τόσο καλά. Σαν Γόρδιος Δεσμός, σχέσεις αμοιβαίας καχυποψίας κατ’ αρχήν, περιπλέχτηκαν ακόμα πιο σφιχτά από έναν πρώτο γύρο αποικιακών πολέμων, την διόγκωση του μεταναστευτικού ρεύματος και τον ερχομό μιας ακόμα γενιάς ξεριζωμένων – είτε απόγονοι μεταναστών είναι αυτοί, είτε  γηγενών Ευρωπαίων. Ένας Γόρδιος Δεσμός που κινδυνεύει να «λυθεί» με τον γνωστό βίαιο τρόπο.
     Η ρευστή ταυτότητα (αναμενόμενη άλλωστε) μέσα στην οποία υποφέρουν οι μετανάστες συναντά μιά άλλη ρευστή ταυτότητα, αυτή των κοινωνιών υποδοχής. Το μίγμα είναι εκρηκτικό και η εξέλιξη δεν θα είναι ειρηνική.




1. ΣτΕΜ. Για το διάχυτο και το συγκεντρωμένο (ή «συγκεντρωτικό») θέαμα, καθώς και τον συνδυασμό τους στο «ενσωματωμένο θεαματι­κό», βλ. κυρίως Γκυ Ντεμπόρ, Σχόλια Πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Πάνος Τσαγαγέας, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1988.
2. ΣτΑΜ. Ο Fabius ήταν ο πρωθυπουργός της Γαλλίας όταν γραφόταν αυτό το κείμενο, η Castio η σκηνοθέτις γυναίκα του, ενώ ο Levy ιδρυτής των Νέων Φιλοσόφων, ομάδας που αποκήρυξε τον μαρξισμό του ’68. ΣτΕΜ. Οι γαλλικές φράσεις του Fabius και της Castro δεν αποδίδονται.
3. ΣτΑΜ. Στην κινηματογραφική εκδοχή της Κοινωνίας του θεάματος.
4. ΣτΑΜ. Μακρινά προάστια του Παρισιού του ’60 και του ’70.


Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Το θέαμα της τρομοκρατίας και η τρομοκρατία του θεάματος

«Όποιος δεν λύνει το αίνιγμα, ξεγελιέται από αυτό. Όποιος ξεγελιέται, δεν είναι σοφός. Όποιος δεν είναι σοφός, πεθαίνει. Γιατί ο σοφός είναι ένας πολεμιστής που πρέπει να ξέρει να αμυνθεί ή να υποκύψει, καθώς και γιατί δίνει μόνος του την μάχη πού θα πρέπει να αποδείξει το ποιος είναι.»
«Όσοι μιλούν σήμερα για κοινωνική επανάσταση δίχως να καταγγέλλουν την τρομοκρατική αντεπανάσταση, έχουν στο στόμα τους ένα πτώμα».
Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Περί της τρομοκρατίας και του κράτους (1979)
στα ελληνικά, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 1982

Τζ. Σανγκουινέτι
Το καλό με την αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται διαφήμιση και φανφάρες για να επιβληθεί. Όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο, απλώς επιβάλλεται με μια κρυστάλλινη  καθαρότητα, που όσο και αν οι εχθροί της την πολεμούν, αυτή στέκει ήρεμη και αλώβητη μέσα στο χρόνο διαλύοντας τα σύννεφα της σύγχυσης. Οι άνθρωποι που την πολεμούν δεν μπορούν επί της ουσίας να την βλάψουν, απλώς καθίστανται γελοίοι μπροστά στο εκτυφλωτικό φως της.

Αυτό που ορίζεται σήμερα ως τρομοκρατία είναι μια σειρά ενόπλων επιθέσεων από άτομα ή ομάδες μέσα στη καρδιά του αστικού κράτους ,με σκοπό  να υπάρξει αποκατάσταση ενός αισθήματος δικαίου, με όποιο τρόπο εννοεί κάποιος το δίκιο.

Οι τρομοκρατικές οργανώσεις καλύπτονται διαχρονικά από ένα πέπλο μυστηρίου, ως προς την δομή τους ,τον τρόπο πού εξασφαλίζουν τα μέσα της πάλης τους .Εμφανίζονται μέσα από το σκοτάδι ενός ακήρυχτου πολέμου μέσα στη κοινωνία και συνήθως καταλήγουν στη φυλακή είτε στα νεκροταφεία, παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά τους.

Αποκαθιστούν μια πρόσκαιρη  αίγλη μέσα στη κοινωνία, όταν υποτίθεται ότι μάχονται στο όνομα  μιας απονομής δικαιοσύνης και επικρίνονται σφόδρα όταν στρέφονται σε  τυφλά  κτυπήματα πού θρηνούν αθώα θύματα.

Όπως και να 'χει, οι τρομοκράτες κινούνται ανάμεσα μας, μιλούν στο όνομα μας και προβαίνουν σε πράξεις πού υποτίθεται μας αφορούν. Άλλωστε ένας από τους στόχους τους είναι η δική μας αφύπνιση.

Διαχρονικά, όποτε έχουν υπάρξει τρομοκρατικές κινήσεις, έχουν υπάρξει δύο σαφή και άμεσα αποτελέσματα: φόβος και καταστολή. Οτιδήποτε άλλο η τρομοκρατία επιδιώκει, με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν έχει  άλλο αποτέλεσμα.

Θα πρέπει κάποιος να είναι ηλίθιος ή ύποπτος για να μην αντιλαμβάνεται, ότι η πράξη του ανεξάρτητα από την πρόθεση του, παράγει σταθερά και μόνιμα αρνητικά αποτελέσματα ως προς αυτό πού επιδιώκει.

Δεν χρειάζεται νομίζω να αναλύσω εκτενώς τους λόγους  πού παράγονται αυτά τα ίδια σταθερά αποτελέσματα από τις τρομοκρατικές κινήσεις Όποιος έχει κάποια στοιχειώδη ιστορική μνήμη και κοινωνική ματιά αντιλαμβάνεται.

Η ιερή οργή επίσης πού η επίσημη εξουσία μαζί με τους εκάστοτε αβανταδόρους της, δημοσιογράφους ,σταλινικούς ,κόμματα , κτυπά -υποτίθεται- την τρομοκρατία θα ήταν για γέλια, αν μέσα από τον καθρέπτη πού ο ένας βλέπει τον άλλον δεν έβλεπε απλώς το πρόσωπο του.

Η εξουσία δεν φοβάται την τρομοκρατία γιατί η διαχείριση της αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα όπλα της για να φοβίζει το ανθρώπινο κοπάδι, όταν αυτό παρουσιάζει τάσεις ανεξαρτησίας.

Η τρομοκρατία επίσης φαίνεται ότι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την εξουσία, διότι μέσα στους κόλπους της αναπαράγει απλώς τις ίδιες εξουσιαστικές σχέσεις τις οποίες υποτίθεται ότι στηλιτεύει με δυναμικό τρόπο.

Να 'χαμε να λέγαμε δηλαδή!

Εμείς τώρα, πού δεν είμαστε ούτε με τα όπλα στο χέρι, αλλά ούτε ασκούμε εξουσία και παρακολουθούμε αυτό το «θεατρικό» δρώμενο ανάμεσα στη εξουσία και τα άτακτα παιδιά της ,καλό θα ήταν να διατηρούμε την καθαρότητα μας ως προς αυτό πού διαδραματίζεται στο κοινωνικό θέατρο.

Η απελευθέρωση του ανθρώπου από τον Αρνητικό άνθρωπο -δηλαδή από τον άνθρωπο που αγαπά την εξουσία πάνω στους άλλους-, είναι αποτέλεσμα μιας επίπονης διαδικασίας αποκρυπτογράφησης του αινίγματος της ζωής. Όσοι λύσουν το αίνιγμα θα είναι οι σοφοί και όσο περισσότεροι σοφοί υπάρχουν, τόσο αυτός ο κόσμος θα έχει μεγαλύτερες ελπίδες να μεταμορφωθεί σε κάτι καλύτερο.



Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Η επιστήμη των δηλητηρίων

(Με την ευκαιρία της μηντιακής ανακούφισης για την επίτευξη του απολύτως αναμενόμενου και τη συνεχιζόμενη μετατροπή μας σε ειδική οικονομική ζώνη.)

«[…] Ο πολιτισμός μας, είναι γνωστό αυτό, οφείλει πολλές υπηρεσίες στο διάβολο. […] Ας ρίξουμε λοιπόν τώρα το φως της έρευνάς μας σε μορφές, όπως ο Γουίλιαμ Ράντολφ Χήρστ, που επινόησε τον σύγχρονο Τύπο, και ο Γκαίμπελς με τον Χίτλερ, που τον χρησιμοποίησαν μεταξύ πολλών άλλών μέσων για να ρίξουν τον κόσμο στη φωτιά και το αίμα.

[…] Σε ό,τι αφορά τον Χηρστ αρκεί να θυμίσουμε, ότι με αυτόν αρχίζει ο Τύπος να επεμβαίνει αποφασιστικά στην Ιστορία, προκειμένου να την κατευθύνει προς προσχεδιασμένους σκοπούς. Χάρη σε μια δαιμόνια ενορχηστρωμένη καμπάνια, ο Χηρστ [παρέα με τον Τζόζεφ Πούλιτζερ, σ.τ. HS] συνέβαλε δραστικά στο ξέσπασμα του Ισπανοαμερικανικού πολέμου το 1898 για τον έλεγχο της Κούβας. Τα πιο ασήμαντα γεγονότα διογκώθηκαν στο έπακρο και χρησιμοποιήθηκαν κάθε λογής προβοκάτσιες προκειμένου να συναινέσει η κοινή γνώμη και, μέσω αυτής, να σπρωχτεί η κυβέρνηση σε αυτό τον πόλεμο, υπακούοντας στο απόφθεγμα του Χηρστ,που έλεγε «Μην περιμένετε τα πράγματα να αλλάξουν∙ αλλάξτε τα εσείς!».

Έχει μάλλον υποτιμηθεί η εκπληκτική επιρροή και η επιτυχία αυτής της συνταγής του Χηρστ στη δημοσιογραφία:μετασχηματισμός του Τύπου από όργανο πληροφόρησης σε εργαλείο συγκινησιακού αναβρασμού∙ προτεραιότητα στην πρόκληση εντυπώσεων και στην αναμόχλευση των ακατέργαστων ενστίκτων έναντι της λογικής προσέγγισης∙ και ανατροπή των παραδόσεων της τυπογραφίας με την εισαγωγή γιγάντιων πρωτοσέλιδων και εικόνων βίας. Σήμερα κανείς δεν αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου, στην οποία στηρίζονται τόσο όλες οι εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας όσο και η εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος.

Σε ό,τι αφορά τον Χίτλερ και τον Γκαίμπελς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πόσο φτωχή είναι η θεωρία τους σε σύγκριση με τη γνώση που έχουν για τα συναισθήματα του κυρ-Μήτσου και της κυρά-Κατίνας. Είναι άλλωστε γνωστή η φράση του Χίτλερ:

“Στη μεγάλη του πλειοψηφία, ο λαός έχει διαθέσεις και νοοτροπίες γυναίκας σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που οι γνώμες και οι πράξεις του καθορίζονται πολύ περισσότερο από τις εντυπώσεις παρά από τη σκέψη. […] Κάθε προπαγάνδα πρέπει να οργανώνεται με βάση τον πιο στενόμυαλο και αργόστροφο από εκείνους στους οποίους απευθύνεται. Γι’αυτό και το νοητικό επίπεδο της προπαγάνδας πρέπει να είναι τόσο πιο χαμηλό όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός της ανθρώπινης μάζας, την οποία θέλει να πείσει”.

Ο Χίτλερ ήταν ο πρώτος που επισήμανε ότι, από όλες τις ώρες της ημέρας, οι βραδυνές είναι οι καταλληλότερες για να αιχμαλωτίσει κανείς τη βούληση των ανθρώπων. Αυτός ήταν επίσης ο πρώτος που τοποθέτησε μπροστά του, κατά την ομιλία του στη Νυρεμβέργη[ενώπιον της χιτλερικής νεολαίας το Σεπτέμβριο του 1935], ένα ειδικό ροοστάτη με τον οποίο ανεβοκατέβαζε την ένταση του φωτισμού για να μαγνητίζει τα πλήθη των ακροατών του.

Όσο για τον Γκαίμπελς, έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφερόταν για κανενός είδους θεωρητική καλλιέργεια αλλά μελετούσε εξονυχιστικά όλες τις μικρολεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, ας μην ξεχνάμε ότι αποδείχτηκε εκπληκτικά επινοητικός, κυριολεκτικά δαιμόνιος, σε αυτό το επίπεδο. Σκέφτηκε ακόμα και ότι ο ακροατής του ραδιοφώνου μπορεί να μην είναι στο ίδιο δωμάτιο με το ράδιο την ώρα της εκπομπής − π.χ. μια νοικοκυρά να μαγειρεύει στην κουζίνα ενώ το ραδιόφωνο παίζει μόνο του στο σαλόνι −, με αποτέλεσμα να ξεγλυστράει κάμποσο από την προπαγάνδα. Γι’ αυτό το λόγο άρχισε να βάζει τις διαδεδομένες πλέον στερεοτυπικές προειδοποιήσεις λίγο πριν ξεκινήσουν οι εκπομπές του, ούτως ώστε ο ακροατής να έχει το χρόνο ν’ αφήσει αυτό που κάνει και να καθήσει μπροστά στο ραδιόφωνο. Και βέβαια, εκτός από τις μυριάδες παρόμοιες προπαγανδιστικές τεχνικές που επινόησε, είχε πλήρη επίγνωση ότι η αξία της αλήθειας είναι πάρα πολύ σχετική − γι’ αυτό και υιοθέτησε το οργανωμένο ψέμμα ως το ισχυρότερο μέσον δράσης πάνω στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

[…] Έτσι, την εποχή που το ναζιστικό κόμμα αγωνιζόταν ακόμα για την κατάκτηση της εξουσίας, ο Γκαίμπελς δεν δίσταζε να υπόσχεται, από τις σελίδες της ίδιας εφημερίδας, στους μεν ιδιοκτήτες ακινήτων ότι οι ναζιστές θ’ αυξήσουν τα ενοίκια, στους δε ενοικιαστές ότι θα τα μειώσουν. Η εξόφθαλμη αντίφαση δεν είχε γι’ αυτόν καμιά σημασία,διότι γνώριζε ότι ο καθένας διαβάζει μόνο αυτό που τον ενδιαφέρει, ότι ακούει μόνον ό,τι τον συμφέρει και ότι πιστεύει μόνον ό,τι τού υπόσχεται ένα άμεσο κέρδος.

[…] Εννοείται ότι και οι κομμουνιστές γνωρίζουν άριστα τα της προπαγάνδας και η μέθοδός τους είναι σε αρκετά σημεία ανώτερη από των ναζιστών. […] Παρ’ όλα αυτά δυσχεραίνονται τρομακτικά από το γεγονός, ότι είναι υποχρεωμένοι να προπαγανδίζουν μια πολύπλοκη και υπερβολικά πυκνή θεωρία. Έτσι πασχίζουν να πείσουν με αφετηρία μια αφηρημένη ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών και απευθυνόμενοι κατά πρώτο λόγο στη λογική των ακροατών τους και στη διάθεσή τους να καθήσουν, να συγκεντρωθούν, να μελετήσουν και να σκεφτούν τα πράγματα. Την ίδια όμως στιγμή απευθύνονται κατά κύριο λόγο στους απόκληρους της κοινωνίας, δηλαδή σε ανθρώπους που δεν έχουν τις δυνατότητες και τα φόντα για κάτι τέτοιο. Το αποτέλεσμα είναι ότι, για να πετύχει η δική τους προπαγάνδα και να πιάσει τόπο στο κοινό στο οποίο απευθύνεται, υποχρεώνεται να ξεπέσει στην υπεραπλούστευση και τελικά να βάλει την τυφλή δογματική πίστη στη θέση του στοχασμού.

[…] Στο απέναντι άκρο, οι φασίστες, που περιφρονούν κάθε θεωρητική ανάλυση και κάθε λογική επιχειρηματολογία μιας και δεν εξυπηρετούν τους στενά πρακτικίστικους σκοπούς τους, βρίσκουν μεγάλη απήχηση στα πιο ευπειθή τμήματα της λαϊκής μάζας, παίζουν με την άγνοια και την ημιμάθειά τους, και καλλιεργούν και κολακεύουν τα ταπεινότερα ένστικτά τους. Καθώς οι ναζιστές στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στη δεδομένη στιγμή, στο επίκαιρο, δηλαδή σε μια πραγματικότητα περισσότερο άμεση από την ιστορικότητα, είναι αναπόφευκτο να πετυχαίνουν εκεί που οι κομμουνιστές καταφεύγουν σε μια ξύλινη δασκαλίστικη γλώσσα.

[…] Η εποχή του προσηλυτισμού στο όνομα μιας συγκροτημένης θεωρίας μοιάζει πλέον εντελώς ξεπερασμένη και ο λόγος είναι, πως δεν μπορεί να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τα μεγάλα μέσα μαζικής αποχαύνωσης,αυτής της τεράστιας και ακούραστης μηχανής στην υπηρεσία του Κεφαλαίου.

[…] Παρ’ όλα αυτά, ας προσέξουμε ότι η σύγχρονη τεράστια συγκέντρωση των οικονομικών δυνάμεων απολήγει σε μια ανάλογη υπερσυγκέντρωση της κεντρικής εξουσίας στο πολιτικό επίπεδο. Από εδώ προκύπτει η κρισιμότητα που παίρνουν τα ζητήματα διαδοχής κάποιου ηγέτη, η σκληρότητα των συγκρούσεων στο παρασκήνιο και η απίστευτη ευαισθησία της Γουώλ Στρητ απέναντι στην παραμικρότερη γαστραλγία του Αμερικανού προέδρου.

[…] Ας θυμηθούμε λοιπόν, ότι ο γερμανικός στρατός δεν θα μπλεκόταν στην ολέθρια περιπέτεια της εισβολής στην ΕΣΣΔ αν δεν επέμενε ο Χίτλερ, δηλαδή αν δεν είχε αποκτήσει τόσο απίστευτο βάρος η προσωπικότητα του ηγέτη −ο οποίος μάλιστα δεν έκανε βήμα χωρίς να συμβουλεύεται τον αστρολόγο του−, ώστε να αποφασίζει παραβλέποντας ακόμα και αυτά που τον συμβούλευε το επιτελείο του.[…]»


Μαρσέλ Μαριέν, Η επιστήμη των δηλητηρίων,
κεφ. 5 από το Α΄ μέρος του μανιφέστου του
«Θεωρία της παγκόσμιας και άμεσης επανάστασης»,
περιοδικό Les Lèvres Nues, Σεπτέμβριος 1958

Σημ. του HS. O Marcel Mariën (1920-1993) ήταν Βέλγος σουρεαλιστής ποιητής,δοκιμιογράφος, φωτογράφος, κινηματογραφιστής και κατασκευαστής αντικειμένων.Δεν διέπρεψε μόνον ως καλλιτέχνης αλλά υπήρξε άριστος ναυτικός, εκδότης,βιβλιοπώλης και καταπληκτικός φαρσέρ. Το 1954 έφτιαξε το περιοδικό Les Lèvres Nues, που μεταξύ πολλών άλλων φιλοξένησε και άρθρα των νεαρών λετριστών Μισέλ Μπερνστάιν και Γκυ Ντεμπόρ.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Μια ιστορία προπαγάνδας


Καθοριστικό στοιχείο μιας προπαγάνδας είναι να εστιάζει την προσοχή στα σημεία πού  αυτή έχει ανάγκη να αναδείξει. Όσο μεγαλύτερα κομμάτια του κόσμου εγκλωβίζονται μέσα σε αυτά τα καθοριστικά σημεία με σκοπό να  γίνουν απολύτως κυρίαρχα και να καταλάβουν όλο το πεδίο ενδιαφερόντων , τόσο αυτή η προπαγάνδα καθίσταται επιτυχημένη. Η προπαγάνδα όμως δεν εστιάζει αποκλειστικά  στα κεντρικά της σημεία . Ξέρει ότι αυτά θα οδηγήσουν ακόμα πιο βαθιά ,σε πιο κρυφές περιοχές  της ανθρώπινης υπόστασης ενεργοποιώντας ένα είδος ιδιότυπου ντόμινο ψυχικών αντιδράσεων ,ικανών  να αλλοιώσουν καθοριστικά την πορεία και τις επιλογές της κοινωνίας και των ατόμων.

Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος  πού η τέχνη της προπαγάνδας εξελίσσεται και χρησιμοποιεί στο πλευρό της  σχεδόν όλο το σύνολο των επιστημών  πού ασχολούνται με τον άνθρωπο. Η προπαγάνδα είναι ένα καλοδουλεμένο εργαλείο στα χέρια ανθρώπων πού τους ενδιαφέρει κυρίως ο έλεγχος της ανθρώπινης ζωής. Όσο πιο βαθιά μπορεί να φτάσει στον άνθρωπο ,τόσο πιο καλά εξασκεί τους σκοπούς της . Πετυχαίνει να φτιάξει το πλαίσιο εκείνο πού θα κινηθούν τα συμβάντα και οι άνθρωποι.

Αν την δεις αποστασιοποιημένα είναι μια νοσηρή δραστηριότητα  πού απευθύνεται στη πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και στις βασικές αρχές που αυτή η υπόσταση διέπεται. Έχει την διάθεση να καθορίσει αυτές τις αρχές και να τις διαμορφώσει όπως εκείνη αρέσκεται και για τους όποιους λόγους .

Ο άνθρωπος έχει  πνευματική και ψυχική άμυνα απέναντι στη προπαγάνδα; Έχει συνείδηση  της δύναμης της; Μπορεί να κατανοήσει μέχρι σε ποιο βαθμό μπορεί να τον διαστρέψει; Κατανοούμε ότι κάθε φορά πού παρακολουθούμε  τις ειδήσεις  στη τηλεόραση ,στα ράδια διαμορφώνεται ένα αόρατο δίκτυ  στο πού θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας , με τι θα πρέπει να ασχοληθούμε και με ποιόν τρόπο; Μου έχει κάνει εντύπωση ότι κάθε φορά πού ανακοινώνεται κάτι στη τηλεόραση  σχετικά με την κρίση ή εικόνα χωρίζεται στα δύο ,η μία πλευρά της αφορά το θέμα  και η άλλη δείχνει ένα μηχάνημα να μετρά πακέτα χρημάτων. Χρήματα, πολλά χρήματα ,πάρα πολλά χρήματα . Τα χρήματα είναι η κρίση και τίποτα άλλο . Η έλλειψη τους  και η εικονική τους πληθώρα . Πόσο καθορίζει αυτή η εικόνα στο να μιλάς , να σκέφτεσαι , να καταλαμβάνεσαι συνεχώς από την απόλυτη αναγκαιότητα του χρήματος;  Χρηματική κρίση - κίνδυνος!!!!!!

Φοβούμαι ότι δεν έχουμε καμιά πνευματική και ψυχική άμυνα απέναντι στη δράση  της προπαγάνδας . Ίσως γιατί μέσα στις ζωές μας δεν δρούμε με τόσο σαφείς και απόλυτους στόχους, άρα δεν έχουμε φτάσει στο επίπεδο να χρησιμοποιούμε όλα τα μέσα για να τους πετύχουμε . Όμως έτσι καθιστάμεθα συνεχώς ευάλωτοι και έκθετοι σε «συχνότητες»  πού δρουν εντελώς διαφορετικά.

Ποιο είναι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο στήνεται  το προπαγανδιστικό παιχνίδι σήμερα:
- "Οι εποχές της ευημερίας τελείωσαν, υπάρχει κρίση χρηματική, υπάρχει κίνδυνος  κοινωνικής διάλυσης ,υπάρχει κοινωνική διαφθορά, υπάρχει κίνδυνος πολέμου, υπάρχει εγκληματικότητα, υπάρχουν μετανάστες, υπάρχουν αυτοί πού μισούν τους μετανάστες, υπάρχει περίπτωση να καταστραφεί ό κόσμος σύντομα"!!!!!!

Είναι αλήθεια όλα αυτά;  Υπήρχαν πριν ; Θα υπάρχουν μετά; Ποιος φταίει; Είμαστε τόσο ικανοποιημένοι πριν ; Θα είμαστε ικανοποιημένοι μετά ; Ποιος θα τα λύσει όλα αυτά ; Αυτοί πού τα προωθούσαν όλα αυτά τα χρόνια ή άλλοι;
Υπάρχει κάτι άλλο πού θα μπορούσε να γίνει ;
ΣΙΩΠΗ!!!!

Ποιο είναι το ψυχικό περιεχόμενο της προπαγάνδας:
Ανασφάλεια –φόβος –συστολή- άγχος-θα πεθάνω !!!!!!
Πως θα ξυπνάω και θα κοιμάμαι αισθανόμενος όλα αυτά ; Με τι κουράγιο θα ζω την ζωή μου;
ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΙΩΠΗ !!!!!! Υπάρχει κανείς εκεί έξω πού με ακούει;!!!!!!! Κανείς άλλος;!!!!!!

Ποιο είναι το πνευματικό πλαίσιο της προπαγάνδας ;
Ο κόσμος είναι αυτός πού είναι. Δεν αλλάζει. Αποδέξου. Εμείς ξέρουμε τι πρέπει να γίνει  για να είσαι ευχαριστημένος .
Πάψε να ονειρεύεσαι !!!!Ξύπνα!!! Δούλεψε!!!

Γιατί ο κόσμος δεν αλλάζει; Ποιοι είστε εσείς πού ξέρετε; Πού είσαστε  όταν γινόντουσαν όλα αυτά ; Δεν υπάρχει μόνο το χρήμα. Υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα πολύ πιο σημαντικά. Ο έρωτας  η αγάπη ,η γνώση, το πνεύμα, οι άνθρωποι, η αναζήτηση του αληθινού νοήματος της ζωής .!! Θέλω να είμαι , να ξέρω,  να καταλαβαίνω να αποφασίζω. Δεν είμαι σκλάβος!!!!!! 
Η ΣΙΩΠΗ  ΜΑΣ ΚΟΥΦΑΝΕ!!!

Ενόσω η φωνή της προπαγάνδας ακούγεται παντού, μέχρι τα πιο απομακρυσμένα χωριά, η δική μας φωνή, άηχη, δεν μπορεί να έχει καμιά πειστικότητα ούτε στους διπλανούς μας. Χάνεται μέσα στα επαναλαμβανόμενα μηνύματα πού μας σπρώχνουν σαν κοπάδι εκεί πού ορίζουν οι αφέντες μας. Άτεγκτα.

Στη σκοτεινή νύκτα του Θεάματος , η κοινωνική ζωή, η πολιτική ζωή, η πνευματική ζωή ,η εσωτερική ζωή παραμένει στα χέρια των χειραγωγών  της διαμόρφωσης  της  γνώμης.
Βαθιά μέσα στα  ανεξερεύνητα  βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, η ζωή περιμένει ,υπομονετικά την ευκαιρία της. Σαν την αράχνη υφαίνει τον ατέρμονο ιστό της , χαμογελώντας  με ένα κρυφό νόημα στους  υποτιθέμενους χειραγωγούς  της. Διότι η ζωή ξέρει ότι όποιο σκοτάδι και να επικάθεται στη δημιουργία και για όσο καιρό, η πορεία της κοινωνίας και των ατόμων βαδίζει προς  την λύτρωση.

Η Γνώση πάντα θα διαλύει τα πέπλα της σύγχυσης.

“Κουφάλες νεκροθάφτες δεν θα πεθάνουμε ποτέ”
Ή
«Στη επανάσταση κερδίζουμε όλες τις μάχες ,εκτός από την τελευταία»
Παράφραση σε ένα τσιτάτο του Γκυ Ντεμπόρ από μια συντρόφισσα στη ζωή.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

«Καθένας είναι προϊόν των έργων του...


 Καθένας είναι προϊόν των έργων του και η παθητικότητα κοιμάται όπως έχει στρώσει
Γκυ Ντεμπόρ, Εισαγωγή στη τέταρτη ιταλική έκδοση της «Κοινωνίας του Θεάματος».



Το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής κοινωνικής εξαθλίωσης σε παγκόσμιο επίπεδο βρίσκεται καταφανώς στη αποδοχή του οράματος της εξουσίας σαν ένα πλήρως αποδεκτό όραμα ολόκληρης της κοινωνίας των ανθρώπων.


Το όραμα της εξουσίας για την οργάνωση και την διεύθυνση της κοινωνίας δεν πραγματώθηκε αναίμακτα. Η εξουσία παλεύει καθημερινά με απόλυτη αφοσίωση και συνέπεια ως προς τους στόχους της και με ισχυρές δυνάμεις που την αμφισβητούν και βρίσκονται στο στρατόπεδo της, αλλά και με την ίδια την κοινωνία, την οποία πρέπει να πείθει αδιαλείπτως για την άποψη της. Η εξουσία γνωρίζει το τι θέλει μέσα στο κόσμο, γνωρίζει το πώς και με τι κόστος θα το αποκτήσει, αλλά επίσης ερμηνεύει σωστά μια τεράστια γκάμα πραγματικών αναγκών και προδιαθέσεων της κοινωνίας και κατανοεί τον τρόπο πού θα τις διαχειριστεί. Η εξουσία έχει και μνήμη και συνείδηση της ιστορίας της. Είναι ενεργό υποκείμενο μέσα στη ιστορία αυτού του κόσμου και μάλιστα ίσως να είναι το μόνο ενεργό υποκείμενο της κοινωνίας μέχρι αυτή την στιγμή.

Οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια οραματίστηκε να σπάσει το μονοπώλιο της εξουσίας επάνω στο πλανήτη, επιδιώκοντας να δημιουργήσει εναλλακτικές μορφές διαχείρισης της κοινωνίας και να αντιπαλέψει με την εξουσία, απέτυχε παταγωδώς.


Το εξουσιαστικό τέρας ταχύτατα ενσωμάτωσε τέτοιες προσπάθειες (επαναστάσεις, εξεγέρσεις, αμφισβητήσεις) αποδεικνύοντας την αδιαμφισβήτητη αντοχή του, αλλά και την καλύτερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Ακριβώς αυτό το τελευταίο, η καλύτερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, δίνει στη οργανωμένη εξουσία στρατηγικό πλεονέκτημα σε βάθος χρόνου και εμπειρίας. Διότι, όντως, η ανθρώπινη φύση δεν είναι μόνο καλή και αγαθή, φίλη του πνεύματος και της αγάπης, δεν σφύζει από κατανόηση και ανθρωπιά, δεν είναι ενεργητική και α-συμφεροντολογική. Η ανθρώπινη φύση δεν ρέπει μόνο προς την ομορφιά και τον οραματισμό μιας καλύτερης ανθρώπινης κοινωνίας  που αποκαθιστά ανθρώπινες σχέσεις σεβασμού και αποδοχής. Είναι αλήθεια ότι η ανθρώπινη φύση έχει και μια τραγικά σκοτεινή πλευρά παράλληλα με την φωτεινή. Μια πλευρά μυστικοπαθή, εμπαθή, συμφεροντολογική, βαθύτατα παθητική και σαφώς πάσχουσα από έλλειψη αυτο-επίγνωσης και εποπτείας. Μια πλευρά πού κινείται διαρκώς από τον φόβο της προσωπικής ανασφάλειας και του θανάτου. Δυστυχώς, αυτή η πλευρά μας, πού κινείται μέσα στις σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης , πάει χέρι –χέρι με την άλλη, την φωτεινή, παλεύει καθημερινά μαζί της και - για να είμαστε ειλικρινείς - κερδίζει και τις περισσότερες μάχες μέσα στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Σε πείσμα των ουτοπιστών, που θεωρούν ότι ο άνθρωπος είναι μόνο καλός και στήνουν τα οράματα τους πάνω σε αυτή την εκδοχή, ό άνθρωπος δεν είναι μόνο καλός, ούτε μόνο κακός, αλλά είναι και τα δύο σε συνεχή τριβή και με άγνωστη έκβαση.


Επίσης είναι αρκούντως σημαντικό να τονισθεί, ότι η σκοτεινή πλευρά στον άνθρωπο δεν είναι δημιούργημα των κοινωνικών συνθηκών. Αυτό καθίσταται ένα πολύ καλό άλλοθι για τις ενοχές μας και την αδράνεια πού επιδεικνύουμε να αντιμετωπίσουμε τον κακό εαυτό μας. Η σκοτεινή πλευρά υπάρχει σε όλους μας - όπως υπάρχει και η φωτεινή -, και είναι μέσα στη φύση και στη φύση του κόσμου που κατοικούμε το να παλεύουμε με τα αντίθετα σε όλα τα επίπεδα. Οι κοινωνικές συνθήκες επηρεάζουν και την καλή και την κακή πλευρά του ανθρώπου. Δεν φτιάχνουν όμως, αυτές, τις πλευρές. Ο ίδιος ο άνθρωπος κουβαλά την διττή του φύση και ανά πάσα στιγμή αποφασίζει στο πού θα ενδώσει.


Η εξουσία λοιπόν έχει μια αρκετά καλή επίγνωση αυτής της κατάστασης της ανθρώπινης φύσης. Γνωρίζει να εκμεταλλεύεται στο έπακρον τις θετικές και φωτεινές όψεις του ανθρώπου, να καλλιεργεί παράλληλα τις αρνητικές, να δημιουργεί συνεχώς ένα περιβάλλον ελεγχόμενο, στο οποίο και οι δύο αυτές όψεις εποπτεύονται, όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά χωρίς να ξεφεύγουν πέρα από το επιτρεπτό όριο. Όταν η φωτεινή όψη του ανθρώπου παράγει τα αποτελέσματα εκείνα πού η εξουσία νοιώθει να απειλούν το όραμα της και την ίδια την φύση της ύπαρξης της, τότε η εξουσία δρα  θέτοντας ανυπέρβλητα εμπόδια. Εμπόδια που τελικώς οδηγούν τις δημιουργικές δυνάμεις των ανθρώπων και της κοινωνίας σε τέλμα και απογοήτευση. Αν τα εμπόδια δεν επαρκούν για να αναστείλουν,  τότε μπορεί να χρησιμοποιήσει τα πιο βαριά όπλα της .

Η σκοτεινή πλευρά της φύσης του ανθρώπου βρίσκεται εκ προοιμίου πιο κοντά στη εξουσία και αποτελεί κεντρικό όπλο της. Μέσω αυτής της πλευράς συμμετέχουμε και ευθυνόμαστε στο γενικότερο «άρρωστο» πανηγύρι μιας κοινωνίας που πάει στο μηδέν. Εμείς όλοι, επιτρέπουμε σε μια στενή κλίκα ανθρώπων να μας διοικούν με τον τρόπο πού μας διοικούν. Η παθητικότητα μας και το γεγονός ότι παρακολουθούμε την σκοτεινή μας όψη με την άκρη του ματιού μας και όχι κατάφατσα, δίνει το δικαίωμα σε όσους λατρεύουν την εξουσία, να μας συμπεριφέρονται σαν να είμαστε ανόητα ζώα .


Ο αφέντης ξέρει κάτι περισσότερο από τον δούλο για αυτό είναι αφέντης. Προλετάριος δεν είναι αυτός που δεν ελέγχει τα μέσα παρaγωγής. Προλετάριος, επίσης, δεν είναι αυτός πού δεν ελέγχει τη ζωή του και το ξέρει. Προλετάριος δεν είναι εκείνος που δεν έχει φράγκα και περιμένει από κάποιον είτε λέγεται κράτος, είτε λέγεται επιχειρηματίας να φτιάξει δουλειά για να μπορεί αυτός να ζήσει. Προλετάριοι είναι όσοι κατανοούν την αντιθετική φύση της ύπαρξης τους, ξέρουν ότι δεν την διαχειρίζονται, ξέρουν ότι μέχρι σήμερα επέτρεπαν σε κάποιους να την διαχειρίζονται στο όνομα τους και επιτέλους αποφασίζουν να αναλάβουν αυτό το έργο οι ίδιοι για τον εαυτόν και για την κοινωνία.


Τα γεγονότα πού διαδραματίζονται εδώ και καιρό στη Πλατεία Συντάγματος, με τις ογκώδεις συγκεντρώσεις, τις βραδινές συνελεύσεις, τις συγκρούσεις με τις μονάδες καταστολής, την απαίτηση για άμεση δημοκρατία, τη συζήτηση για τις ευθύνες που έχει το σύστημα αλλά και οι πολίτες για να οδηγηθούμε σε αυτή την κοινωνική κρίση, έχουν αποτυπώσει σε όλους την πεποίθηση ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας έχει αποφασίσει να ανοίξει ένα διάλογο με τον εαυτό του και την κοινωνία. Ένα διάλογο πού μέχρι πρόσφατα ήταν παγωμένος και ανύπαρκτος. Αυτό δηλώνει ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας ψάχνει για ένα διαφορετικό όραμα για τον κόσμο όπου ζει. Αυτό το όραμα μπορεί να εξακολουθεί να παραμένει ασαφές και θολό, αλλά δεν παύει να αποτελεί μια χαραμάδα ελπίδας και ζωντάνιας σε μια εποχή πού το απονεκρωμένο τείνει να κυριεύσει το ζωντανό.


Οι ανωτέρω περιγραφές της πραγματικότητας - εσωτερικής και εξωτερικής -, αποτελούν μια ελάχιστη συμβολή προς το κομμάτι της κοινωνίας που αναζητά ένα καινούργιο όραμα για αυτόν το κόσμο, κομμάτι με το οποίο είμαι αλληλέγγυος.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...