Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προπαγάνδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προπαγάνδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Η μετατροπή του Κοινού σε Μάζα


C. W. Mills
(1916-1962)
«Η μετατροπή του κοινού σε μάζα μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, διότι μας βοηθάει ουσιαστικά να καταλάβουμε τι εστί εξουσιαστική ελίτ. […] Πρέπει να εξετάσουμε τέσσερα σημεία για να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ κοινού και μάζας.

1. Πρώτα-πρώτα, την αριθμητική σχέση ανάμεσα σ΄εκείνους που εκφέρουν και σ’ εκείνους που δέχονται απόψεις. Είναι ο πιο απλός τρόπος για να αποτιμήσουμε την κοινωνική σημασία των μμε. Στο μετασχηματισμό αυτής της σχέσης συναντάμε, περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα, το πιο ουσιώδες στοιχείο των προβλημάτων του κοινού και της κοινής γνώμης στην σύγχρονη εξέλιξη της δημοκρατίας. Στο ένα άκρο της κλίμακας του επικοινωνείν έχουμε δυο ανθρώπους που απευθύνονται προσωπικά ο ένας στον άλλον. Στο άλλο άκρο, έχουμε ένα φερέφωνο που μιλάει απρόσωπα μέσα από ένα δίκτυο μέσων επικοινωνίας σε εκατομμύρια ακροατές και θεατές. […]

2. Η δεύτερη διάσταση που πρέπει να μας απασχολήσει, είναι η δυνατότητα απάντησης σε μια άποψη χωρίς να επισύρονται μέτρα καταστολής προερχόμενα από το εσωτερικό ή το εξωτερικό της χώρας. Η τεχνική ολοκλήρωση των μμε δημιουργεί μια αριθμητικά ασθενέστερη σχέση ανάμεσα σ’ εκείνους που μιλούν κι εκείνους που ακούνε, καταργώντας από τους δεύτερους κάθε δυνατότητα να απαντήσουν ελεύθερα. Μπορούν άλλωστε να υπάρχουν σιωπηροί κανόνες γύρω από το εργασιακό καθεστώς και την ανεπίσημη δομή των μμε, μέσα από τους οποίους θα αποφασίζεται ποιος θα μιλήσει, πότε και για πόση ώρα. Οι κανόνες αυτοί μπορεί να τηρούν ή και να μην λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους επίσημους κανόνες και το νομικό καθεστώς που διέπει τα μμε. Οριακά, είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε ένα απόλυτο μονοπώλιο της άποψης, την οποία θα εξακοντίζουν καταπάνω σε καθυποταγμένες ομάδες καταλανωτών των μμε, που δεν θα έχουν καμιά δυνατότητα απάντησης, ούτε έστω “κατ’ ιδίαν”. […]

3. Πρέπει επίσης να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη διαμόρφωση των απόψεων και την πραγμάτωσή τους με τη μορφή μιάς κοινωνικής δράσης, την ευκολία με την οποία η κοινή γνώμη μπορεί να επηρεάσει σημαντικές αποφάσεις. Φυσικά, η δυνατότητα που έχουν οι άνθρωποι να βάλουν συλλογικά σε πράξη τις απόψεις τους, περιορίζεται από τη θέση την οποία έχουν μέσα στη δομή της εξουσίας. Αυτή η δομή μπορεί να είναι τέτοια, που να περιστέλλει δραστικά τη δυνατότητά τους να δράσουν∙ ή, πάλι, να είναι τέτοια που να επιτρέπει ή ακόμα και να ευνοεί τη δράση τους. […]

4. Τέλος, πρέπει να δούμε σε ποιο βαθμό η θεσμική εξουσία, με το νομικό καθεστώς της και τα μέσα δράσης που διαθέτει, διεισδύει μέσα στο κοινό. Το πρόλημα εδώ είναι να εξετάσουμε αν υπάρχει δυνατότητα αυθεντικής αυτονομίας του κοινού έναντι της θεσμικής εξουσίας. Στο ένα άκρο, το αυτόνομο κοινό κινείται ελεύθερα χωρίς παρεμβολές από τη θεσμική εξουσία. Στο άλλο άκρο, το κοινό τρομοκρατείται και γίνεται ομοιόμορφο με την διείσδυση ρουφιάνων εντός του και την καλλιέργεια μιας γενικής καχυποψίας. […]


Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΟΙΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΖΑΣ

Στο κοινό,

α) εκείνοι που εκφράζουν άποψη είναι τόσοι όσοι κι εκείνοι που προσλαμβάνουν∙

β) τα μέσα δημόσιας επικοινωνίας οργανώνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο καθένας έχει άμεσα και πραγματικά τη δυνατότητα να απαντήσει σε κάθε άποψη που εκφράζεται δημόσια∙

γ) η άποψη που διαμορφώνεται μέσα από μια τέτοια συζήτηση, οδηγεί ανεμπόδιστα σε μια πραγματική δράση, η οποία, εάν αυτό είναι αναγκαίο, μπορεί να κατευθύνεται και εναντίον της κατεστημένης εξουσίας∙

δ) οι θεσμοί εξουσίας δεν διεισδύουν στο κοινό, το οποίο λειτουργεί, επομένως, με περισσότερη αυτονομία έναντι της εξουσίας.

Όταν πληρούνται και οι τέσσερεις αυτές συνθήκες, τότε το πρακτικό μοντέλο μιας κοινότητας κοινών και αυτό το μοντέλο συμβαδίζει στο μέγιστο δυνατό βαθμό με τις θεμελιώδεις αρχές της κλασικής δημοκρατικής θεωρίας.

Απεναντίας, στη μάζα,

α) υπάρχουν πολύ λιγότεροι διαμορφωτές γνώμης από τους δέκτες −στην πραγματικότητα, η κοινότητα κοινών καταντάει ένα αφηρημένο σύμφυρμα ατόμων, που καθηλώνεται μπροστά σε μέσα μαζικής επικοινωνίας∙

β) η διάδοση των απόψεων οργανώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε είναι πολύ δύσκολο ή και τελείως αδύνατο στο άτομο να απαντήσει άμεσα και πραγματικά σε αυτά που του λένε∙

γ) η μετατροπή της άποψης σε δράση κατευθύνεται από την εξουσία, η οποία την οργανώνει και καναλιζάρει∙

δ) η μάζα δεν έχει καμιά αυτονομία έναντι της θεσμικής εξουσίας∙ απεναντίας, εντεταλμένοι της εξουσίας διεισδύουν στη μάζα περιστέλλοντας κάθε δυνατότητα διαμόρφωσης των απόψεων μέσα από μια ελεύθερη συζήτηση.

ΜΜΕ ΚΑΙ ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο πιο εύκολος τρόπος για να διακρίνουμε το κοινό από τη μάζα, είναι να συγκρίνουμε τους κυρίαρχους τρόπους επικοινωνίας που αντιστοιχούν στο καθένα.

Σε μια κοινότητα κοινών, η συζήτηση αποτελεί το πρωταρχικό μέσον επικοινωνίας και τα μμε, αν υπάρχουν, μεριμνούν απλώς και μόνο για τη διεύρυνση και το ζωντάνεμα της συζήτησης, συνδέοντας το κοινό που έθεσε το θέμα με τα άλλα κοινά.

Απεναντίας, σε μια μαζική κοινωνία τα οργανωμένα μέσα επικοινωνίας προωθούν μόνο τον κυρίαρχο τύπο επικοινωνίας και το κοινό μετατρέπεται σε καταναλωτικό κοινό απόψεων, σε αγορά απόψεων, τις οποίες εκπέμπουν οι ειδικοί διαμορφωτές κοινής γνώμης.

Από όποια μεριά κι αν το δούμε λοιπόν, βλέποντας τι εστί κοινό, αντιλαμβανόμαστε ότι σήμερα κινούμαστε ολοταχώς προς τη μαζική κοινωνία. […]

Στη μαζική κοινωνία, τα μμε λένε στο μαζικό άνθρωπο

- ποιος είναι: του δίνουν μια ταυτότητα∙

- ποιος θέλει να είναι: του δίνουν βλέψεις και στόχους∙

- πώς θα τους πετύχει: του δίνουν μια τεχνική∙ και τέλος

- με ποιον τρόπο θα έχει την εντύπωση ότι πέτυχε ακόμα κι όταν έχει αποτύχει: τον βοηθούν να αποδράσει από την πραγματικότητα.

Το χάσμα ανάμεσα στην ταυτότητα και τις βλέψεις οδηγεί στην τεχνική και/ή στην απόδραση. Αυτή είναι η θεμελιώδης ψυχολογική συνταγή, στην οποία στηρίζονται τα σύγχρονα μμε.

Όμως αυτή η συνταγή δεν υπηρετεί την εξέλιξη του ανθρώπου. Είναι η συνταγή ενός ψεύδο-σύμπαντος, το οποίο εφευρίσκουν και συντηρούν τα συγχρονα μμε.»

Τσαρλς Ράιτ Μιλλς, Power Elite (1956)∙
στα ελληνικά Η αριστοκρατία της εξουσίας στις ΗΠΑ, εκδ. «Αρσενίδης» (1991)


Σημ. τ. H.S. Ακόμα ένα «προφητικό» κείμενο για την προπαγάνδα, που, όπως και του Βανς Πάκαρντ, μας έρχεται από την Αμερική του 1956. Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του Η κοινωνιολογική φαντασία (1959) από τις εκδόσεις «Παπαζήση» (1985), Οι χαρτογιακάδες (1951) από τις εκδόσεις «Κάλβος» (χχ).

Στην αυτοβιογραφία του έγραψε: «Με ρωτάς ποιος θα έλεγα πως είμαι. Σου απαντώ: Είμαι ένας Wobbly. Πνευματικά και πολιτικά. Και με αυτό δεν εννοώ τόσο ένα πολιτικό προσανατολισμό όσο ένα συγκεκριμένο πολιτικό ήθος.»


Ωραίος τύπος.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Το έλλειμμα ως κοινωνική κατασκευή

Ίαν Χάκινγκ
«Στο έργο μου απέφυγα μέχρι τώρα να χρησιμοποιώ τον όρο “κοινωνική κατασκευή”, γιατί διαπίστωσα ότι δεν με βοηθούσε σε τίποτα. Τις λίγες φορές που αναφέρθηκα σε αυτόν, ήταν για να οριοθετηθώ απέναντί του. Πρόκειται για ένα παραχρησιμοποιημένο και συνάμα σκοτεινό όρο, που κατάντησε μόδα και κώδικας. Έτσι, ενώ σε πολλά πεδία η έννοια της “κοινωνικής κατασκευής” υπήρξε αληθινά απελευθερωτική για κάποιους, πάρα πολλούς άλλους τους έκανε αυτάρεσκους, άνετους κι ωραίους, χαλαρούς και μοδάτους υπηρέτες ενός νέου δογματισμού. […]

Επί της ουσίας, αυτό που υποστηρίζουν όσοι λένε ότι το Χ αποτελεί κοινωνική κατασκευή, είναι ότι
το Χ δεν ήταν αναπόφευκτο να υπάρξει, ή δεν ήταν αναπόφευκτο να είναι όπως είναι τώρα∙ το Χ, ή το Χ όπως είναι τώρα, δεν καθορίζεται από τη φύση των πραγμάτων∙ δεν είναι κάτι το αναπόφευκτο, αλλά προήλθε ή διαμορφώθηκε από κοινωνικά γεγονότα, δυνάμεις, την ιστορία, πράγματα δηλαδή που θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. […]

Αυτό που θέλουν να πουν, είναι ότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως κάτι που μοιάζει αναπόφευκτο μέσα στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, δεν ήταν όντως αναπόφευκτο. [..]

Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, είναι: Τι είναι αυτό που κατασκευάζεται, τι είναι αυτό που επιδέχεται κατασκευή, όταν μιλάει κανείς για “κοινωνική κατασκευή”; […]

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις μετανάστριες στον Καναδά. Οι γυναίκες που μεταναστεύουν από τον τόπο τους, το κάνουν εξαιτίας συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν εκεί. Είναι εντελώς ανόητο να μιλάμε εν προκειμένω για “κοινωνική κατασκευή” αφού οι κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούν στις πατρίδες τους, είναι τέτοιες που αναπόφευκτα τους γεννούν φόβο να παραμείνουν εκεί και την ελπίδα ότι μπορούν να βρουν χέρι βοήθειας κάπου αλλού. Όμως από τη στιγμή που ο όρος “μετανάστρια” τείνει να γίνει στον Καναδά μια ταμπέλα που με κάποιο τρόπο στιγματίζει αυτές τις γυναίκες, τότε, και σε αυτό το πλαίσιο, έχει πραγματικά νόημα να υποστηρίξει κανείς ότι αυτός ο στιγματισμός δεν είναι διόλου αναπόφευκτος αλλά αποτελεί κοινωνική κατασκευή, δηλαδή ότι μέσα σε αυτό το οριοθετημένο πλαίσιο και με τις ανάλογες υποδηλώσεις ο όρος “μετανάστρια” αποτελεί κοινωνική κατασκευή. […]

Γι’ αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, τι είναι αυτό που επιδέχεται κοινωνική κατασκευή και τι όχι.  Να σημειώσουμε λοιπόν, πρώτα-πρώτα, με ποιον τρόπο η θέση ότι

 «το Χ δεν ήταν αναπόφευκτο να υπάρξει»

θέτει το γενικό πλαίσιο της συζήτησης γύρω από το κατά πόσον το Χ αποτελεί «κοινωνική κατασκευή».

Αν οι πάντες γνωρίζουν ότι το Χ είναι το ενδεχόμενο αποτέλεσμα μιας σειράς κοινωνικών διεργασιών, τότε δεν χρησιμεύει σε τίποτα να λέμε ότι είναι “κοινωνικά κατασκευασμένο”. Οι άνθρωποι αρχίζουν να συζητούν ότι το Χ είναι “κοινωνική κατασκευή” μόνο όταν θεωρούν ότι

στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, το Χ εκλαμβάνεται σαν δεδομένο και εμφανίζεται σαν αναπόφευκτο.

Αυτή η πρόταση δεν θέτει έναν όρο για το τι είναι το ίδιο το Χ.  Θέτει τον όρο, βάσει του οποίου μπορεί να υποστηριχτεί η άποψη ότι το Χ αποτελεί κοινωνική κατασκευή. Αν δεν υπάρχει αυτός ο όρος, κανείς δεν ασχολείται για το αν το Χ είναι “κοινωνική κατασκευή”, ή τελοσπάντων ασχολείται μόνο όποιος έχει την τάση να αερολογεί.

Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, δεν θα βρείτε κανένα σοβαρό βιβλίο να συζητάει ότι οι τράπεζες, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα μπλοκ επιταγών, το χρήμα, τα δολλάρια, τα συμβόλαια, τα τελωνεία, ο βρετανικός θρόνος ή η Fed [η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ] είναι “κοινωνικές κατασκευές”. Όλα αυτά τα πράγματα ανήκουν στο πεδίο των συμβάσεων και των θεσμών, και οι πάντες γνωρίζουν ότι οι συμβάσεις και οι θεσμοί είναι αποτέλεσμα ιστορικών συμβάντων και κοινωνικών διεργασιών. Γι’ αυτό και κανείς δεν λέει ότι πρόκειται για “κοινωνικές κατασκευές”. Απεναντίας, αποτελούν μέρος αυτού που ο Τζον Σήρλ αποκαλεί κοινωνική πραγματικότητα. […]

Εφόσον λοιπόν η Fed είναι ολοφάνερα καρπός κοινωνικών διεργασιών και συμβάσεων, δηλαδή δεν είναι κάτι το μοιραίο και αναπόφευκτο,  ένα βιβλίο με τίτλο Η Fed ως κοινωνική κατασκευή δεν θα ήταν παρά μια σαχλαμάρα∙ και θα είχαμε κάθε δικαίωμα να σκεφτούμε ότι ο συγγραφέας του παίζει το χαρτί της “κοινωνική κατασκευή” απλώς και μόνο για να βγάλει παραδάκι.

Απεναντίας, όμως, μπορούμε να φανταστούμε ένα αληθινά συναρπαστικό βιβλίο με τίτλο Η Οικονομία ως κοινωνική κατασκευή. Κάθε μέρα μας πληροφορούν για τα σκαμπανεβάσματα της Οικονομίας κι εμείς αντιδρούμε με φόβο ή με ευφορία. Κι όμως, αυτό το θαυμαστό είδωλο, την Οικονομία, πολύ σπάνια το έβλεπες να φιγουράρει στις εφημερίδες πριν από 40 χρόνια.

Για ποιο λόγο δεν αμφισβητούμε καθόλου την ιδέα “Οικονομία”; Μια χαρά μπορεί να υποστηρίξει κανείς, ότι αυτή η ιδέα, ως αναλυτικό εργαλείο, σαν ένας τρόπος για να σκεφτόμαστε τη ζωή στη βιομηχανική κοινωνία,  δεν είναι παρά μια κοινωνική κατασκευή. Προσέξτε: δεν μιλάμε για την οικονομία της Σουηδίας το έτος 2000, αλλά για το γεγονός ότι η ίδια η ιδέα της Οικονομίας, αυτή η φαινομενικά αναπόφευκτη και αναπότρεπτη ιδέα, μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ως κοινωνική κατασκευή.

Στο μεταξύ, ένα πλάσμα ακόμα πιο τρομαχτικό την Οικονομία έχει ξεπροβάλλει μέσα από τη χρηματοοικονομική ζούγκλα. Είναι το Έλλειμμα! Πρόκειται για το μεγάλο αντιδραστικό πολιτικό σύνθημα των αρχών της δεκαετίας του 1990. Το Έλλειμμα ως κοινωνική κατασκευή θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός άλλου συναρπαστικού βιβλίου. Φυσικά, το έλλειμμα γεννήθηκε μέσα από τον υπέρμετρο δανεισμό κατά την πρόσφατη ιστορία. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το θέμα αυτού του βιβλίου θα είναι η κατασκευή της ιδέας του ελλείμματος. Μπορούμε να διαβλέψουμε την επιχειρηματολογία του. Η ιδέα του ελλείμματος κατασκευάστηκε σαν μια απειλή, σαν ένα στοιχείο πίεσης σε βάρος της πλειοψηφίας των ανθρώπων, ένα εργαλείο χρήσιμο για την αποκατάσταση της ηγεμονίας του κεφαλαίου και για τη συστηματική και ανελέητη αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού. Κατασκευάστηκε σαν ένα τέχνασμα, χάρη στο οποίο οι φτωχοί θα αποδέχονταν οικειοθελώς να γίνουν φτωχότεροι μέχρις εξαθλίωσης.

Εδώ πρέπει να επιμείνω ιδιαίτερα στη δύσκολη διάκριση μεταξύ αντικειμένου και ιδέας. Η προϋπόθεση που έθεσα παραπάνω προκειμένου να χαρακτηριστεί κάτι ως «κοινωνική κατασκευή» δεν ισχύει για τα αντικείμενα (το έλλειμμα ή την οικονομία ως αντικείμενα). Είναι σαφές πως η σημερινή οικονομία και το σημερινό ελλειμμά μας δεν είναι κάτι το αναπόφευκτο, αλλά ενδεχόμενο αποτέλεσμα σωρείας ιστορικών συμβάντων. Η προϋπόθεση που έθεσα, αφορά στις ιδέες για την οικονομία και το έλλειμμα. Η ιδέα της Οικονομίας και η ιδέα του Ελλείμματος εμφανίζονται, μαζί με όλα όσα υποδηλώνουν, σαν κάτι το μοιραίο και αναπόφευκτο.»

Harvard University Press, 1999


Σημ. του H.S. Σε αυτό το πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του, ο Καναδός φιλόσοφος Ίαν Χάκινγκ (τρομερό επίθετο…) συζητάει διεξοδικά και σε πολλά πεδία την έννοια της «κοινωνικής κατασκευής» και των πολλών καταχρήσεών της, προσπαθώντας να αποκαταστήσει τη λογική των πραγμάτων και να οριοθετήσει τη χρήση από την κατάχρηση. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην πολύκροτη, εκείνα τα χρόνια αλλά και μετάπειτα, υπόθεση Sokal και, σοβαρότερα, στη συναρπαστική διαμάχη μεταξύ του Μάρσαλ Σάλινς και του Gananath Obeyskere. Όπως καταλάβατε από το απόσπασμα που μετέφρασα εδώ, για εμάς η σκέψη του επί του θέματος έχει διπλό ενδιαφέρον. Σε ό,τι αφορά το ένα από τα δυο λοιπόν, πράγματι βρίσκουμε εντυπωσιακό το πόσο ισχνή εξακολουθεί να είναι −ακόμα και στους ριζοσπαστικούς κύκλους− η κριτική της ίδιας της ιδέας της Οικονομίας και κατ’ επέκταση του Ελλείμματος. Οπωσδήποτε δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι πρόκειται για μια κεντρική ιδέα στον άξονα των κυρίαρχων ιδεών, μια ιδέα από την οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η απρόσκοπτη κυριαρχία τους. Ούτε μας διαφεύγει το γεγονός, ότι η ριζοσπαστική αντιπολίτευση σε αυτές τις ιδέες παρέμεινε εξαρχής «μαγεμένη» από την ψευτο-επιστημοσύνη της ιδέας της Οικονομίας, αφού ως γνωστόν αυτή η αντιπολίτευση συμφωνούσε με τους κυρίαρχους στον θεμελιακό ισχυρισμό της Οικονομίας, ότι αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο και την κοινωνία είναι το πνεύμα της «αυτοσυντήρησης» και η συναφής με αυτό «ικανοποίηση των υλικών αναγκών». Γιατί τότε εντυπωσιαζόμαστε; Ίσως επειδή γνωρίζουμε, την ποιότητα των εξαιρέσεων σε αυτό τον κανόνα κι επειδή εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι το άλας δεν έχει ακόμα μωρανθεί.

UPDATE μεταμεσημβρινό: Να συμπληρώσω με δυο λόγια για το παράξενο αίσθημα, που προκαλεί το γεγονός ότι ο Χάκινγκ (κι εμείς μαζί του) αγωνίζεται για να καταδείξει τη διαφορά μεταξύ ιδέας και αντικειμένου μέσα σε ένα κόσμο, στον οποίο επίσημα πρόσωπα μάς ζητούν να δεχτούμε ότι ο στατιστικός προσδιορισμός κάποιων ηλεκτρονικών ιχνών ενός πράγματος ισοδυναμεί με τον εντοπισμό του ίδιου του πράγματος... Ασφαλώς, είναι παρήγορο ότι αυτό δεν πρόκειται να το καταπιούν αμάσητα οι άνθρωποι που η όλη υπόθεση τούς κοστίζει πολύ πραγματικά. Μακάρι να μην το χάψει ούτε η υπόλοιπη κοινωνία. Σε όποιες περιστάσεις και με όποιους τρόπους ή μορφές σερβιριστεί.


Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Προεκλογικό μήνυμα 02 | Πληροφόρηση και Προπαγάνδα

Ζακ Ελλύλ
«Μια από τις πιο διαδεδομένες σύγχρονες κοινοτοπίες, η οποία θεωρείται μάλιστα αυτονόητη και απολύτως ασφαλής, είναι ότι άλλο πράγμα είναι η πληροφόρηση και τελείως άλλο πράγμα η προπαγάνδα. Κάθε καθωσπρέπει άνθρωπος γνωρίζει ότι στην εποχή μας η πληροφόρηση είναι εντελώς απαραίτητη. Πρόκειται, όπως λένε, για μια απολύτως θετική κατάκτηση και ένα από τα πλεονεκτήματά μας σε σχέση με τους ανθρώπους παλιότερων εποχών, είναι ότι μαθαίνουμε τι συμβαίνει στην Κίνα και πληροφορούμαστε ποιες είναι οι αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας μας. […]

Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά την πληροφόρηση, που υποτίθεται πως είναι από τη φύση της έντιμη, αληθινή και ξεκάθαρη μετάδοση δεδομένων, και από την άλλη την προπαγάνδα, η οποία διαστρεβλώνει τα δεδομένα, ψεύδεται και πηγάζει από το πάθος για εξουσία, τον μακιαβελισμό και τη συνειδητή εξαπάτηση. Αυτή η καθησυχαστική διχοτόμηση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας επιτρέπει σ’ εμάς, τους καλώς πληροφορημένους ανθρώπους, να κοιμόμαστε ήσυχοι και φυσικά να μην υποκύπτουμε στην προπαγάνδα.

Όμως αν δούμε τα πράγματα πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι δεν είναι τόσο απλά. Πρώτα-πρώτα είναι αδύνατον να υπάρξει ένας ξεκάθαρος ορισμός της προπαγάνδας. Ο καθένας την παρουσιάζει όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος και έχουμε ένα ευρύ φάσμα, από εκείνους που βλέπουν προπαγάνδα παντού, από την κυριακάτικη λειτουργία μέχρι το δημοτικό σχολείο, έως εκείνους οι οποίοι θεωρούν πως δεν μπορούμε να ορίσουμε κάτι ιδιαίτερο ως προπαγάνδα και επομένως ότι προπαγάνδα δεν υφίσταται. […]

Το μοναδικό σημείο που θεωρώ σοβαρό σε όλα αυτά, είναι το εξής: οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν τη γνώμη ότι όλα θα είναι μια χαρά άπαξ και λυθούν τα προβλήματα στην οργάνωση της πληροφόρησης. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη αυταπάτη, διότι τίποτα δεν πρόκειται να λυθεί αφού το θεμελιώδες πρόβλημα με την πληροφόρηση βρίσκεται αλλού, δηλαδή στη στενότατη σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας και στο γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να χωριστούν η μια από την άλλη. 

Αλλά και πέρα από αυτό, πρέπει να δούμε και τα νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά την προπαγάνδα. Για παράδειγμα, τώρα πια οι προπαγανδιστές έχουν συνειδητοποιήσει ότι το ψέμμα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους κι έχουν αποφασίσει ότι τους συμφέρει περισσότερο να πουλάνε αλήθειες και να στηρίζουν την προπαγάνδα τους σε γεγονότα. […] Με άλλα λόγια, η σύγχρονη προπαγάνδα είναι πολύ πιο πανούργα απ’ όσο έχουμε συνηθίσει να νομίζουμε.

Ας δούμε λοιπόν λίγο την πληροφόρηση. Πρέπει να υπογραμμίσουμε, χωρίς να επιμείνουμε ιδιαίτερα σε αυτό, ότι τα μέσα της προπαγάνδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά της πληροφόρησης: όχι μόνον υλικά μέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, ταινίες, ομιλίες, κ.λπ.) αλλά και ψυχολογικά μέσα, δεδομένου ότι και η πληροφόρηση πρέπει να ‘διαδοθεί’, να γίνει γνωστή, δηλαδή να τραβήξει την προσοχή του κοινού. Ο ακροατής πρέπει να πειστεί, ότι η τάδε πληροφορία είναι έντιμη και αξιόπιστη. Πώς θα πειστεί; Με κάθε διαθέσιμο μέσο προσεταιρισμού. Διότι όταν η πληροφόρηση, θέλοντας να μείνει ‘αντικειμενική’, περιορίζεται στην απλή έκθεση των γυμνών γεγονότων, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ακροατήριο. Όταν θέλουμε να μεταδώσουμε μια πληροφορία, πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας σε ποιον άνθρωπο τη μεταδίδουμε. Ποιο είναι το ακροατήριό μας. Ποιος είναι λοιπόν ο σημερινός ακροατής; Ποιος είναι ο σημερινός άνθρωπος, τον οποίο θέλουμε να πληροφορήσουμε; Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας άνθρωπος που έχει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτόν, πρέπει να του μεταδώσουμε τις πληροφορίες μας. Ε λοιπόν, για να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα, προκειμένου να διαβάσει κανείς μια εφημερίδα όπως ο Le Monde, χρειάζεται δυο ώρες την ημέρα και πάλι κάμποσα θα του έχουν ξεφύγει. Ποιος άνθρωπος σήμερα θα διαθέσει δυο ώρες από τον ελεύθερο χρόνο του για να πληροφορηθεί; Επομένως, η πληροφόρηση πρέπει να συμπυκνωθεί. Να δοθεί σαν ‘χαπάκι’. Αλλά τότε, είναι στ’ αλήθεια πληροφόρηση;

Επιπλέον, αυτή η πληροφόρηση-χαπάκι πρέπει να παρουσιαστεί με μια ευχάριστη και ελκυστική μορφή, που θα δίνει στον κουρασμένο σημερινό ακροατή την αίσθηση ότι με δυο λόγια έχει πάρει το ‘ζουμί’ της πληροφορίας. Αλλά για να γίνει αυτό, η πληροφόρηση πρέπει να παρουσιαστεί με ‘εύπεπτο’ τρόπο, που δεν θα ‘κουράζει’ τον ήδη κουρασμένο ακροατή. Όμως μπορεί να υπάρξει  ‘εύπεπτη’ σοβαρή πληροφόρηση; Για να υπάρξει σοβαρή πληροφόρηση, θα πρέπει ο ακροατής να έχει ήδη αρκετές γνώσεις ιστορίας, πολιτικής και γεωγραφίας, αν χρειάζεται, ώστε να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που του λένε. Ακόμα περισσότερο, θα πρέπει να έχει τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να σκέφτεται, να συνθέτει, να διακρίνει και να θυμάται −και όλα αυτά δεν είναι φυσικά χαρίσματα αλλά καρποί παιδείας και εκπαίδευσης. Τι σχέση έχει λοιπόν αυτό με τον σημερινό ακροατή; […]

Επομένως, πού ακριβώς βρίσκεται το υποτιθέμενο όριο ανάμεσα στην προπαγάνδα, δηλαδή τη μαζική διακήρυξη απλουστευμένων γεγονότων με στόχο τον προσεταιρισμό του κοινού, και σε μια πληροφόρηση η οποία σερβίρεται σε μορφή-χαπάκι και σε ένα κοινό που δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να την ελέγξει; […]

Ακούμε συχνά, ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει κανείς την προπαγάναδα, είναι η μετάδοση σωστής πληροφόρησης. Αυτό σε κάποιο βαθμό ισχύει. Λέω όμως ‘σε κάποιο βαθμό’, διότι στην πραγματικότητα η πληροφόρηση αποτελεί προαπαιτούμενο της προπαγάνδας. 

Πράγματι, για να υπάρξει προπαγάνδα, πρέπει να υπάρχει κάποια αναφορά στα τρέχοντα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα. Η πραγματική δύναμη της προπαγάνδας δεν βρίσκεται τόσο στη δογματική επιχειρηματολογία της όσο στην ερμηνεία των τρέχοντων γεγονότων, την οποία παρουσιάζει. Η προπαγάνδα μπορεί να δουλέψει μόνο όταν τρέχοντα πολιτικά ή οικονομικά γεγονόταν έχουν ήδη ξυπνήσει, αναστατώθει ή προσανατολίσει την κοινή γνώμη. Πιάνεται από μια υπάρχουσα ψυχολογική πραγματικότητα, όχι μόνιμη αλλά ενός είδους ψυχολογική ταραχή που προκαλείται από ένα συμβάν.  Όμως αυτού του είδους οι ψυχολογικές αναστατώσεις δεν διαρκούν πολύ. Πρέπει λοιπόν να συντηρούνται, να κρατιώνται ζωντανές και να παρατείνονται προκειμένου να παράξουν μια ‘κοινή γνώμη’. Αλλά η κοινή γνώμη είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο στήνεται η προπαγάνδα. Αν δεν υπάρξει κοινή γνώμη, δεν μπορεί να υπάρξει προπαγάνδα. […]

Την κοινή γνώμη λοιπόν την παράγουν τα ΜΜΕ, τα οποία διαδίδουν πληροφορίες και απασχολούν διαρκώς τις μάζες με διάφορα πολιτικά, οικονομικά και άλλα συμβάντα, αναπλάθοντας διαρκώς τη βάση πάνω την οποία υφαίνει την επιχειρηματολογία της και ανθίζει η προπαγάνδα. […] Διότι πρέπει να το επαναλάβουμε: η προπαγάνδα δεν στηρίζει τους ισχυρισμούς της πάνω σε καθαρά ψέμματα αλλά πάνω σε κάθε λογής επιμέρους δεδομένα. […]

Επομένως, η πληροφόρηση όχι μόνο προσφέρει στην προπαγάνδα τη βάση, χωρίς την οποία δεν θα μπορεί να υπάρξει, αλλά, πιο σημαντικό ακόμα, της παρέχει αυτό ακριβώς που [η προπαγάνδα] χρειάζεται για να λειτουργήσει διογκώνοντας τα προβλήματα και παρουσιάζοντας τις ‘λύσεις’ που τη συμφέρουν. […]

Αυτή η διόγκωση των προβλημάτων, απαραίτητο καύσιμο της προπαγάνδας, σχετίζεται άμεσα με τη διεύρυνση πλαισίου που πραγματοποιεί η πληροφόρηση. Στην πραγματικότητα, η καθαρή πληροφόρηση δεν μεταδίδει τίποτε άλλο από συγκεκριμένα γεγονότα. Το συγκεκριμένο γεγονός, όσο σημαντικό κι αν είναι, έχει καθεαυτό περιορισμένη έκταση τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο: συνέβη εκεί και τότε. Είναι, δηλαδή, ένα μοναδικό συμβάν. Η πληροφορία δεν έχει παγκόσμιο εύρος. Όμως εκείνος ο οποίος πληροφορεί, αυτός που μεταδίδει την πληροφορία, επιχειρεί πάντοτε να συνδέσει το συγκεκριμένο συμβάν με άλλα παρόμοια, να αναδείξει τι προηγήθηκε και τι το ακολούθησε, ίσως ακόμα και να προσφέρει μια ερμηνεία ή μια εξήγηση του γεγονότος αυτού. Έτσι η πληροφορία που μεταδίδει παύει ευθύς αμέσως να είναι ‘σκέτη’ πληροφόρηση. Σε αυτό, πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος δέχεται κυριολεκτικά ένα καθημερινό κατακλυσμό από πληροφορίες. Πληροφορίες ασύνδετες μεταξύ τους, που αφορούν ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα κι ένα ευρύτατο φάσμα προβλημάτων. […]

Έτσι, μέσα από τον κατακλυσμό πληροφόρησης, ο άνθρωπος αφ’ ενός μεν ‘ενημερώνεται’ ότι η πραγματικότητα της κατάστασής του εξαρτάται άμεσα από την πραγματικότητα ολόκληρης της κοινωνίας, ενός συνόλου κοινωνιών ή και του πλανήτη ολόκληρου, δηλαδή ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι ενός ολοένα και πιο διευρυμένου πλαίσιου ζωής και μιας ολότητας θεμάτων και προβλημάτων. Και αφ’ ετέρου, την ίδια στιγμή, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα ατέλειωτο καλειδοσκόπιο, καμωμένο από χιλιάδες εικόνες, που η μια διαδέχεται την άλλη χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση μεταξύ τους, πράγμα που επιτείνει μέσα του την αίσθηση ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι μιας τεράστιας ολότητας, η οποία δεν έχει καμιά λογική, κανέναν ειρμό, κανένα ρυθμό, κανένα νόημα και αλλάζει με τρομαχτική ταχύτητα χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει τίποτα και χωρίς καμιά δυνατότητα να δράσει πάνω της με τις δεξιότητες που έχει αποκτήσει μέσα στο μικρό πλαίσιο της προσωπικής του ζωής. […]

Γίνεται φανερό λοιπόν, ότι η πληροφόρηση δεν αποτελεί μόνο προαπαιτούμενο της προπαγάνδας αλλά και οδηγεί στην προπαγάνδα, αφού η προπαγάνδα είναι εκείνη που θα παράσχει σε αυτό τον άνθρωπο τη μυθική εξασφάλιση, που έχει ανάγκη. Διότι ο άνθρωπος που έχει πνιγεί από τον κατακλυσμό της πληροφόρησης, έχει ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για ένα σύστημα που θα ταξινομεί και θα του εξηγεί όλες αυτές τις πληροφορίες −και μάλιστα ένα σύστημα το οποίο, όσο πιο σύνθετο είναι το πλαίσιο που του παρουσιάζεται από τον κατακλυσμό των πληροροφιών, τόσο πιο απλές και χοντροειδείς εξηγήσεις θα του παρέχει. Κι αυτή ακριβώς είναι η δουλειά της προπαγάνδας».

Ζακ Ελλύλ, Πληροφόρηση και Προπαγάνδα (1957)





Σημ. του H.S. Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Diogènes», την οποία έφτιαξε το 1948 ο Ροζέ Καγιουά (βλ. το βιβλίο του Τα παιχνίδια και οι άνθρωποι, μετάφραση Μπουκανιέρος, εκδ. Εικοστού Πρώτου) και στην οποία δημοσιεύτηκαν εξαιρετικά κείμενα και του σπουδαίου Κώστα Παπαϊωάννου (βλ. Η αποθέωση της ιστορίας, Εναλλακτικές εκδόσεις). Ενδιαφέρουσες συναντήσεις, με πολλές προεκτάσεις, τις οποίες όπως γνωρίζετε προσπαθώ να συζητήσω διεξοδικότερα και στις εκπομπές όπου συμμετέχω κάθε δεύτερη Πέμπτη.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Προεκλογικό μήνυμα 01

«Η χειραγώγηση του ασυνείδητου για πολιτικούς σκοπούς δεν είναι, φυσικά, κάτι που ανακαλύφθηκε τώρα, στη δεκαετία του 1950, ή στον 20 αιώνα. Ήδη ο Ναπολέοντας είχε φτιάξει μια υπηρεσία Τύπου, την οποία, το πιθανότερο σε μια στιγμή που είχε μεγάλα κέφια, ονόμασε Υπηρεσία Κοινής Γνώμης, και έργο της ήταν να διαμορφώνει κατά παραγγελίαν τις πολιτικές τάσεις. Ο Μακιαβέλι είχε και αυτός καταθέσει κάμποσες πρωτότυπες ιδέες σε αυτό το πνεύμα. Η χειραγώγηση του λαού από ένα τύραννο είναι κάτι το αρκετά απλό∙ ο τύραννος μπορεί να την ασκεί με τη βία ή με το μαλακό, ανάλογα με τα γούστα του. Δύσκολη πραγματικά γίνεται, όταν έχεις να κάνεις με πολίτες μιας ελεύθερης κοινωνίας, η ψήφος των οποίων μπορεί να σε στείλει σπίτι σου ή που μπορούν να σε αγνοήσουν πλήρως αν το επιθυμούν.

Ο προσεταιρισμός των μαζών και μια δραστική πολιτική χειραγώγηση στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας έκαναν την εμφάνισή τους αφού προηγουμένως είχε αναπτυχθεί το επάγγελμα της χειραγώγησης των συμβόλων. Οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες δημοσιοσχεσίτες άρχισαν να ενδιαφέρονται για την πολιτική από το 1950 κι έπειτα. Τότε, μέσα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα και με αποκορύφωμα τις προεδρικές εκλογές του 1956 [στις ΗΠΑ], επέφεραν θεαματικές αλλαγές στα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της αμερικάνικης πολιτικής ζωής. Για να το πετύχουν αυτό, στηρίχτηκαν στις ιδέες

  • του Παβλόφ περί εξαρτημένων ανακλαστικών∙
  • του Φρόυντ για την πατρική φιγούρα∙
  • του Ρίσμαν, που έλεγε ότι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι μπορούν να θεωρηθούν ως θεατές-καταναλωτές της πολιτικής∙ και
  • των ειδικών στην επιστήμη της διαφήμισης και της επικοινωνίας, Μπέιτεν, Μπάρτον, Ντάρστιν και Όρμπον.

Την παραμονή των εκλογών του 1950, η New York World-Telegraph προέβλεψε αυτό που πρόκειτο να επακολουθήσει. Σε άρθρο της με τίτλο “Οι διαφημιστές διευθύνουν την προεκλογική εκστρατεία” σημείωνε, ότι “οι πολιτικοί έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν τις προχωρημένες διαφημιστικές τεχνικές, που χρησιμοποιούν οι εργοστασιάρχες για να πουλήσουν σε μαζική κλίμακα αυτοκίνητα, καλλυντικά ή μηχανές κουρέματος του γκαζόν”. Η προεκλογική επιτροπή των Ρεπουμπλικανών, με πρόεδρο τον κ. Λήοναρντ Χωλ και επικοινωνιακό σύμβουλο τον κ. Ρόμπερτ Χάμφρεϋ, έφτιαξε κατά παραγγελία φιλμάκια με καρικατούρες και γραφικά, ραδιοφωνικά σποτάκια, συνεντεύξεις, κ.ά. για τους ρεπουμπλικάνους υποψήφιους που θα ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την τηλεόραση. Όσο για τους Δημοκράτες, έβαλαν επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας τους τον κ. Γουίλιαμ Μπέντον, πρώην διευθυντή της διαφημιστικής εταιρείας Μπέντον και Μπόουλς, ο οποίος χρησιμοποίησε πετυχημένα όλες τις διαφημιστικές τεχνικές. […]

Στην προεκλογική εκστρατεία του 1952, οι εκλογικές επιτροπές των περισσότερων κομμάτων διέθεταν επαγγελματίες διαφημιστές και στηρίζονταν σε αυτούς. Στο βιβλίο του Επαγγελματικές Δημόσιες Σχέσεις και Πολιτική Ισχύς (1956), ο Στάνλεϋ Κέλλεϋ Τζούνιορ, της Brookings Institution, έγραφε:
“Η προεκλογική εκστρατεία φέρνει στην επιφάνεια ενδιαφέρουσες διαφορές μεταξύ των κομμάτων σε ό,τι αφορά την επιστράτευση επαγγελματικών διαφημιστών. Η στρατηγική, ο τρόπος τοποθέτησης των ζητημάτων, η χρηματοδότηση και η όλη πορεία της εκστρατείας του Αϊζενχάουερ έδειξε ότι οι Δημοκράτες χρησιμοποίησαν πολύ λιγότερο τους επαγγελματίες προπαγανδιστές που είχαν στη διάθεσή τους. Ήταν φανερό ότι απέφυγαν να στηρίξουν την εκστρατεία τους στις μεθόδους με τις οποίες οι έμποροι και οι βιομήχανοι προσεγγίζουν το κοινό.”

Οι Δημοκράτες έχασαν εκείνες τις εκλογές και πήραν το μάθημά τους: το 1956 στηρίχτηκαν πολύ περισσότερο στους επαγγελματίες δημοσιοσχεσίτες. […]

Στα ίδια χρόνια, η πολιτική άρχισε να ενδιαφέρει και τους επαγγελματίες των δημοσκοπήσεων. […] Μετά τις εκλογές του 1952, ο Μπάρλεϊ Γκάρντνερ δήλωσε, ότι οι τεχνικές σφυγμομέτρησης του ασυνείδητου πρέπει να εφαρμοστούν και στο πεδίο των πολιτικών προβλέψεων. Όπως είπε, εάν τα κόμματα είχαν χρησιμοποιήσει αυτές οι τεχνικές για να καταλάβουν τις διαθέσεις των πολιτών, αντί να τους ρωτούν απλώς ποιο κόμμα θα πήγαιναν να ψηφίσουν, τότε η ήττα του Αϊζενχάουερ θα μπορούσε να είχε προβλεφτεί.

Ένας διαφημιστής της Νέας Υόρκης, που χρησιμοποιούσε τέτοιου είδους τεχνικές, υποστήριξε πως αν τα κόμματα ανέθεταν πλήρως την εκστρατεία τους στους επαγγελματίες δημοσιοσχεσίτες και δημοσκόπους, τότε αυτοί θα μπορούσαν να στρέψουν τους ψηφοφόρους προς το κόμμα που θα ήθελαν χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα για να επηρεάσουν τη μεγάλη μάζα των αναποφάσιστων. […]

Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 1952, η εταιρεία του μελέτησε τους λεγόμενους αναποφάσιστους και ανακοίνωσε τα συμπεράσματά της μετά τις εκλογές. Όπως είπε σχετικά ο εκπρόσωπός της, ο αναποφάσιστος δεν είναι ο δήθεν “ανεξάρτητος πολίτης” που “σκέφτεται πριν αποφασίσει”, όπως νομίζουμε συνήθως. Απεναντίας, ο αναποφάσιστος αλλάζει γνώμη “εντελώς ξαφνικά και για εντελώς παιδαριώδεις λόγους, όπως για παράδειγμα επειδή αντιπάθησε τη σύζυγο του υποψήφιου”. […]

Η σφυγμομέτρηση των ασυνείδητων βλέψεων στο πεδίο της πολιτικής φάνηκε να δικαιολογείται από το ολοένα και πιο φανερό γεγονός, ότι οι ψηφοφόροι έχουν πάψει να είναι πολίτες με κρίση και λογική. […]

Η Επιθεώρηση Κοινωνικής Ψυχολογίας δημοσίευσε τα αποτελέσματα από ένα σχετικό πείραμα, που έκανε. Ζητήθηκε από διάφορους ανθρώπους, άλλους προσκείμενους στους Δημοκρατικούς και άλλους στους Ρεπουμπλικάνους, να ακούσουν μια δεκάλεπτη ομιλία πάνω στα εθνικά θέματα, διευκρινίζοντάς τους εξαρχής ότι συμμετέχουν σε ένα τεστ μνήμης. Είκοσι μέρες αργότερα, τους ζητήθηκε να πουν τι ειπώθηκε σ’ εκείνη την ομιλία. Αυτό που διαπιστώθηκε ήταν, ότι θυμόντουσαν κατά βάση μόνο εκείνα τα σημεία της που συμφωνούσαν με τις εκ των προτέρων δεδομένες πολιτικές τους προτιμήσεις και είχαν την τάση να ξεχνούν εντελώς όλα όσα δεν συμφωνούσαν με αυτές.

Το 1961 πολλοί πολιτικοί σχολιαστές επεσήμαναν τον αυξανόμενο ρόλο της “προσωπικότητας” στην αμερικάνικη πολιτική ζωή. Η Ντόροθι Τόμσον έκανε λόγο για “λατρεία της προσωπικότητας”, ενώ ο κοινωνιολόγος Ντέιβιντ Ρίσμαν απέδωσε αυτό το φαινόμενο στην τάση των πολιτών να εγκαταλείπουν τη μοίρα τους στα χέρια ηγετών.»
, 
Vance Packard, The Hidden Persuaders (1957)


Σημ. H.S.: Από τότε πέρασαν 57 χρόνια. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι στο μεταξύ τα πράγματα πήγαν καλύτερα για τους πολίτες, αφού το ζήτημα της χειραγώγησής τους ήρθε, από πολλούς στοχαστές, στην επιφάνεια κι εφόσον ο σημερινός πολίτης μόνο απληροφόρητος δεν είναι. Παρ' όλ' αυτά, το καθημερινό ντους πληροφοριών δεν συνιστά από μόνο του αύξηση της γνώσης, ούτε της επίγνωσης. Ο κίνδυνος που διατρέχουμε σήμερα, είναι να έχουμε ένα μυαλό τόσο «ανοιχτό», που να χωράει μέσα του κάθε λογής σκουπίδι -κι έχει πέσει πολλή προπαγάνδα προς αυτή την κατεύθυνση. Φυσικά, αυτός ο κίνδυνος δεν αντιμετωπίζεται με μια » επιστροφή» σ' ένα περίκλειστο μυαλό, που νιώθει ότι πάει καλά όσο φοράει παρωπίδες. 

Το ψευτοδίλημμα «συντηρητισμός»-«αντισυντηρητισμός» είναι βαθιά αποπροσανατολιστικό και έτσι εργάζεται πάντοτε υπέρ του υπάρχοντος. Η απάντηση σε αυτό είναι η δημιουργικότητα. Και η δημιουργικότητα δεν είναι ούτε συντηρητική, ούτε αντισυντηρητική. Όμως προσοχή: η δημιουργικότητα δεν έχει καμιά σχέση με τον παραγωγισμό, για τον οποίο το υποκείμενο καταξιώνεται μόνο μέσα από μια ακατάσχετη παραγωγή πραγμάτων, αδιάφορη για τον τελικό σκοπό και το κοινωνικό κόστος της. Στη δημιουργικότητα, που όπως έχουμε δει πηγάζει από την «ενδιάμεση περιοχή», σημαντικό δεν είναι μόνο το έργο αλλά και ο δήμος. Αλλά θα επανέλθουμε ... αν υποτεθεί ότι ξεφύγαμε ποτέ από αυτό το θέμα. 

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ο Κόσμος σαν Φάντασμα


1.

Η σύγχρονη μαζική κατανάλωση είναι ένα άθροισμα ατομικών επιδόσεων∙ ο κάθε καταναλωτής είναι ένας εργαζόμενος στο σπίτι, που δουλεύει, αμισθί, στην παραγωγή του μαζικού ανθρώπου.

[…] Είναι πασίγνωστο ότι ο βιομηχανικός συγκεντρωτισμός, που κυριαρχούσε μέχρι την προηγούμενη γενιά, έχει εγκατελειφθεί − κυρίως για στρατηγικούς σκοπούς − κι έδωσε τη θέση του στη διάχυτη ανάπτυξη. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό, είναι πως αυτή αρχή δεν περιορίζεται μόνο στην κατανάλωση αλλά εφαρμόζεται και στην παραγωγή του μαζικού ανθρώπου. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με ένα γνωστό γερμανικό ρητό, «ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει» (με μια μη-υλιστική έννοια του όρου), μπορούμε να πούμε ότι ο μαζικός άνθρωπος παράγεται μέσα από την κατανάλωση μαζικών εμπορευμάτων. Μέσω αυτής, ο καταναλωτής, εργαζόμενος κατ’ οίκον, μετασχηματίζει τον εαυτό του σε μαζικό άνθρωπο. […]

2.

Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο μετασχηματίστηκαν σε ένα αρνητικό σπιτικό τραπέζι και η οικογένεια σε μια μικρογραφία ακροατηρίου.

Περιττεύει να πούμε, ότι αυτή η μαζική κατανάλωση δεν αποκαλείται συνήθως με το αληθινό όνομά της. Απεναντίας,ισχυρίζονται ότι συνεισφέρει στην αναγέννηση της οικογένειας και της ιδιωτικής ζωής. Καταλαβαίνουμε τους λόγους αυτής της υποκρισίας. Στην πραγματικότητα, η μαζική κατανάλωση που εξετάζουμε εδώ, απειλεί να διαλύσει την οικογένεια με πρόσχημα το ότι μεριμνά για την ιδιωτικότητα της οικογενειακής ζωής. Διότι,μέσω της τηλεόρασης, αυτό που κυριαρχεί στην οικογενειακή ζωή δεν είναι η ιδιωτικότητά της αλλά ο έξω κόσμος, πραγματικός ή μυθικός∙ και κυριαρχεί τόσο πολύ (όχι μόνο πάνω στους τέσσερεις τοίχους και στα έπιπλα αλλά ακριβώς στην ίδια την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια), που η πραγματικότητα του σπιτικού καταντάει ατελέσφορη και άσαρκη σαν ένα φάντασμα. Όταν το απόμακρο γίνεται οικείο, τότε το οικείο γίνεται απομακρο. Όταν το φάντασμα γίνεται πραγματικότητα, η πραγματικότητα γίνεται φάντασμα. […]


3.

Επειδή οι τεχνολογικοί δέκτες μιλούν στη θέση μας, βαθμιαία αφαιρούν από εμάς τη δύναμη της ομιλίας και μας μετασχηματίζουν σε παθητικούς υποτελείς.

Όπως έχουμε κιόλας πει, οι τηλεθεατές μόνο κατά τύχη συζητούν μεταξύ τους, εάν βεβαίως δεν έχουν χάσει ολότελα κάθε διάθεση και ικανότητα να μιλήσουν. Αυτό ισχύει και για τους ακροατές του ραδιοφώνου. […] Οι άνθρωποι δεν σταματούν να «ψυχαγωγούνται» με αυτό τον τρόπο ακόμα κι όταν δουλεύουν. Και αν τύχει και πιάσουν την κουβέντα μεταξύ τους, η φωνή κι οι μουσικές του ραδιοφώνου που εξακολουθούν να παίζουν στο βάθος, παραμένουν οι κύριοι πρωταγωνιστές δίνοντάς τους το ανακουφιστικό και παρήγορο αίσθημα ότι θα συνεχίσουν να παίζουν ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν έχουν τίποτε άλλο να πουν, ακόμα κι αφού θα έχουν πια πεθάνει. […] Οι πρώτες επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης είναι πλέον ολοφάνερες: οι γλώσσες όλων των προηγμένων χωρών γίνονται ολοένα και περισσότερο ακατέργαστες και φτωχότερες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: η ανθρώπινη εμπειρία, και επομένως ο ίδιος ο άνθρωπος, γίνεται ολοένα και πιο ακατέργαστη και φτωχή.


4.

Βλέπουμε τον κόσμο μόνο όταν είμαστε μέσα στα σπίτια μας. Τα γεγονότα έρχονται σ’ εμάς∙ δεν πηγαίνουμε εμείς σε αυτά.

[…] Το γεγονός ότι τα καθημερινά γεγονότα − τα ίδια τα γεγονότα, όχι απλώς οι περιγραφές τους − μάς επισκέπτονται στο σπίτι μας, το γεγονός ότι το βουνό έρχεται στον προφήτη, ότι ο κόσμος έρχεται στον άνθρωπο,αυτό το γεγονός, που συνδέεται με τη μαζική παραγωγή ερημιτών και με το μετασχηματισμό της οικογένειας σε μια μικρογραφία ακροατηρίου και κινηματογραφικού κοινού, είναι η επαναστατική αλλαγή που έφερε η τηλεόραση και το ραδιόφωνο.

Οι αληθινά φιλοσοφικές συνέπειες αυτής της αλλαγής αναδεικνύονται μέσα από τον παρακάτω πρόχειρο κατάλογο των επιπτώσεών της:

1) Όταν ο κόσμος έρχεται σ’ εμάς, αντί να πηγαίνουμε εμείς σε αυτόν, δεν είμαστε πια «μέσα στον κόσμο» αλλά απλώς αδιάφοροι παθητικοί καταναλωτές του.
2) Από τη στιγμή που ο κόσμος μάς επισκέπτεται ως εικόνα,είναι μισός παρών και μισός απών∙ με άλλα λόγια, μοιάζει με φάντασμα∙ κι εμείς το ίδιο.
3) Όταν ο κόσμος μάς μιλάει χωρίς να μπορούμε να του μιλήσουμε εμείς, σταματάμε να μιλάμε κι επομένως παύουμε να είμαστε ελεύθεροι.
4) Όταν ο κόσμος γίνεται μεν αντιληπτός, αλλά τίποτε άλλο από αντιληπτός, δηλαδή όταν παύει να υπόκειται στη δράση μας, τότε εμείς κατατάμε ωτακουστές και ματάκηδες.
5) Όταν κάτι που συμβαίνει σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο βιντεοσκοπείται και προβάλλεται από την τηλεόραση, και όταν κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να προβληθεί οπουδήποτε αλλού ως «είδηση», τότε αυτό το συμβάν γίνεται ένα αεί κινούμενο και κυριολεκτικά πανταχού παρόν, και χάνει το συγκεκριμένο,μοναδικά δικό του χαρακτήρα.
6) Όταν ένα γεγονός αποσυνδέεται από το συγκεκριμένο τόπο όπου λαμβάνει χώρα, και μπορεί να αναπαραχθεί εικονικά εκατομμύρια φορές, τότε αποκτά τα χαρακτηριστικά κάθε προϊόντος που παράγεται σε αλυσσίδα παραγωγής∙ κι εφόσον πληρώνουμε για να το έχουμε στο σπίτι μας, δεν είναι παρά ένα εμπόρευμα.
7) Όταν το συγκεκριμένο συμβάν γίνεται κοινωνικά σημαντικό μόνο στην αναπαραγώμενη μορφή του, δηλαδή ως θέαμα, τότε καταργείται η διαφορά μεταξύ είναι και φαίνεσθαι, μεταξύ πραγματικότητας και εικόνας της πραγματικότητας.
8) Όταν η αναπαραγώμενη μορφή ενός συγκεκριμένου συμβάντος αποκτά περισσότερη κοινωνική σημασία από το ίδιο το συμβάν, τότε το συγκεκριμένο συμβάν πρέπει να διαμορφώνεται έτσι ώστε να μπορεί να αναπαράγεται∙με άλλα λόγια, το συγκεκριμένο συμβάν γίνεται απλώς η αρχική μήτρα ή το εκμαγείο για να παράγονται τα «αντίτυπά» του.
9) Όταν η κυρίαρχη εμπειρία του κόσμου αναπτύσσεται με βάση τέτοιας λογής σειριακά προϊόντα, τότε καταργείται η έννοια του «κόσμου» ως αυτό εντός του οποίου ζούμε: χάνεται ο πραγματικός κόσμος και η βιντεοσκόπησή του προάγει έναν ιδεαλιστικό προσανατολισμό.


5.

Επειδή ο κόσμος έρχεται μέσα στα σπίτια μας, δεν εννοούμε να τον εξερευνήσουμε∙ με αποτέλεσμα να μην αποκτούμε εμπειρία. Ο μοντέρνος άνθρωπος βγαίνει στον κόσμο μόνον όταν δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει.

[…] Μέχρι πρόσφατα, εκφράσεις όπως «να βγω στον κόσμο» ή «ν’ αποκτήσω εμπειρία» υποδήλωναν σημαντικότατες ανθρωπολογικές έννοιες. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να στηριχτεί κυρίως στα ένστικτά του, είναι υποχρεωμένος να δοκιμάσει και να γνωρίσει τον κόσμο εκ των υστέρων προκειμένου να βρει τη θέση του μέσα σε αυτόν. Μόνον έτσι πετυχαίνει το στόχο του και γίνεται«έμπειρος». Γι’ αυτό και η ζωή υφαινόταν με ταξίδια και εξερευνήσεις. […]Σήμερα που ο κόσμος έρχεται στον άνθρωπο − ως εικόνα −, ο άνθρωπος δεν καταπιάνεται να τον εξερευνήσει. […] Ενώ παλιότερα αποθηκεύαμε εμπειρίες εξερευνώντας τον κόσμο, σήμερα ο κόσμος είναι «αποθηκευμένος» για λογαριασμό μας σαν ένα εμπόρευμα προς μελλοντική χρήση. […]

Αυτός ο τρόπος ύπαρξης μπορεί να θεωρηθεί «ιδεαλιστικός» κατά δυο έννοιες:

1) Παρ’ όλο που ζούμε σ’ έναν αλλοτριωμένο κόσμο, αυτός ο κόσμος μάς παρουσιάζεται λες κι είναι καμωμένος για εμάς, λες κι είναι ο δικός μας κόσμος και σαν να έχει φτιαχτεί κατ’ εικόνα μας.
2) Παίρνουμε (δηλαδή θεωρούμε και δεχόμαστε) αυτό τον κόσμο όπως μας παρουσιάζεται, ενώ δεν έχουμε κουνήσει βήμα από τον καναπέ μας.Δεν φτιάχνουμε εμείς αυτό τον κόσμο, ούτε και τον κάνουμε δικό μας κόσμο.Παρολαυτά, ο μέσος ακροατής ραδιοφώνου ή τηλεθεατής θεωρεί δικό του αυτό τον κόσμο, που του σερβίρεται με τη μορφή αναπαραχθέντων ήχων και εικόνων. Έτσι καταντάει ένας «ματάκιας», που βασιλεύει πάνω σ’ ένα κόσμο-φάντασμα.

6.

Ο κόσμος που φέρνουν μέσα στα σπίτια μας το ραδιόφωνο και η τηλεόραση,είναι ένας ευτελής και εκχυδαϊσμένος κόσμος∙ η ψευδής οικειότητα είναι μια όψη της αλλοτρίωσης.

[…] Ενώ δεν ξέρουμε ούτε το όνομα των γειτόνων μας, μιλάμε με φοβερή αίσθηση οικειότητας για τους τηλεοπτικούς και κινηματογραφικούς αστέρες, που την εικόνα τους και διάφορα περί αυτών έχουμε δει άπειρες φορές στις οθόνες μέσα στο σπίτι μας. […] Για να συμβεί αυτό, για να φτάσει ο τηλεθεατής να αισθάνεται τον κόσμο σαν κάτι το τελείως οικείο, η τηλεοπτική εικόνα πρέπει να τον παρουσιάζει σαν να ήτανε φιλαράκι.Πραγματικά, όλες οι εκπομπές μεταφέρουν αυτό το κλίμα της «παλιοπαρέας». […]

Αυτό δεν ισχύει μόνο για πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονται σε εντελώς απομακρυσμένους τόπους το ένα από το άλλο∙ ισχύει και για πρόσωπα και πράγματα που τα χωρίζει ο χρόνος. Το ίδιο το παρελθόν ευτελίζεται καθώς παρουσιάζεται με τους όρους αυτής της ψευδούς οικειότητας. Έτσι, έχουμε φτάσει στο σημείο όπου ακόμα και σοβαρά ακαδημαϊκά βιβλία, που ξεχειλίζουν από γλαφυρότητα, ν’ αποκαλούν π.χ. τον Σωκράτη «ωραίο τυπάκι» − για να φέρουν,υποτίθεται, μια ιστορική προσωπικότητα «κοντά» στον αναγνώστη, πο φυσικά είναι κι αυτός «ωραίο τυπάκι». Μ’ αυτό τον τρόπο όμως, αποχαυνώνουν τον αναγνώστη κάνοντάς τον να θεωρεί πως ο Σωκράτης, αν εξαιρέσουμε τ’ ότι έζησε στο παρελθόν, δεν ήταν παρά «ένας από μας», ένας άνθρωπος που δεν είχε ουσιαστικά να πει διαφορετικό απ’ όσα λέμε κι εμείς στην παλιοπαρέα και που σίγουρα δεν ήταν δα και καλύτερός μας. Στο ίδιο μοτίβο, βέβαια, του παρεΐστικου τηλεοπτικού κλίματος, άλλοι συγκαιρινοί μας συνηθίζουν να διακωμωδούν κάθε ιστορική προσωπικότητα […] και άλλοι να θεωρούν τα ιστορικά πρόσωπα βασικά σαν «λίγο πολύ τρελούτσικους», ή τελοσπάντων ιδιόρρυθμους ανθρώπους.

[…] Η σπουδαία πολιτική αρχή της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία «όλοι οι άνθρωποι έχουν γεννηθεί ίσοι», προεκτείνεται τώρα προς μια πεποίθηση που θεωρεί ότι οι πάντες, στο παρόν και στο παρελθόν, είναι ίσοι. Δεν χρειάζεται να πούμε, ότι αυτή η προέκταση της αρχής της ισότητας εισηγείται μια ισοπεδωτική και ψευδή ιστορική συνάφεια, και κυρίως μια λαθεμένη αντίληψη του κοινού παρονομαστή όλων των ανθρώπων − αφού σε τελική ανάλυση, το ουσιώδες στον Σωκράτη βρίσκεται σ’εκείνο ακριβώς που ο «δικός μας τύπος» δεν διαθέτει. Η μέθοδος που υποτίθεται ότι φέρνει το αντικείμενο πιο κοντά σ’ εμάς, στην πραγματικότητα συσκοτίζει το αντικείμενο αυτό, το αλλοτριώνει ή απλά το απαξιώνει. Διότι από τη στιγμή που η ιστορία προβάλλεται στην οθόνη της παρεΐστικης οικειότητας, παύει να υφίσταται ως ιστορία− και νομίζω πως αυτό είναι πολύ πιο εύληπτο από τη γενικότερη θέση μου, σύμφωνα με την οποία, όταν προβάλλονται δίπλα μας ως ίσης αξίας, σημασίας και ενδιαφέροντος οι πολυποίκιλες και σε διάφορες χωροχρονικές αποστάσεις μεταξύ τους περιοχές του κόσμου, τότε ο κόσμος χάνεται ως κόσμος.

Γκύντερ Άντερς, The World as Phantom and as Matrix,
περιοδικό DISSENT (σε μετάφραση του Norbert Guterman),τόμος 3, 1956

Σημ. του H.S. Για τον εκλεκτό Γκύντερ Άντερς τα έχουμε πει και αλλού (βλ. εδώ)∙ και μάλλον θα τα ξαναπούμε. Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε όταν ο Γκυ Ντεμπόρ έσβηνε 25 κεράκια στην τούρτα των γενεθλίων του, άφηνε πίσω του τον Λετρισμό κι ετοιμαζόταν σιγά-σιγά, παρέα με τον Άσγκερ Γιόρν, τον Πίνοτ-Γκαλίτσιο και άλλους αξιότιμους κυρίους, να στήσει την Καταστασιακή Διεθνή, μέσα από την οποία αναδείχτηκε ως ο θεωρητικός πολέμιος της «κοινωνίας του θεάματος». Φυσικά, ο Andy και η Lana Wachowski δεν είχαν συλληφθεί ούτε καν ως ιδέα.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Μια ιστορία προπαγάνδας


Καθοριστικό στοιχείο μιας προπαγάνδας είναι να εστιάζει την προσοχή στα σημεία πού  αυτή έχει ανάγκη να αναδείξει. Όσο μεγαλύτερα κομμάτια του κόσμου εγκλωβίζονται μέσα σε αυτά τα καθοριστικά σημεία με σκοπό να  γίνουν απολύτως κυρίαρχα και να καταλάβουν όλο το πεδίο ενδιαφερόντων , τόσο αυτή η προπαγάνδα καθίσταται επιτυχημένη. Η προπαγάνδα όμως δεν εστιάζει αποκλειστικά  στα κεντρικά της σημεία . Ξέρει ότι αυτά θα οδηγήσουν ακόμα πιο βαθιά ,σε πιο κρυφές περιοχές  της ανθρώπινης υπόστασης ενεργοποιώντας ένα είδος ιδιότυπου ντόμινο ψυχικών αντιδράσεων ,ικανών  να αλλοιώσουν καθοριστικά την πορεία και τις επιλογές της κοινωνίας και των ατόμων.

Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος  πού η τέχνη της προπαγάνδας εξελίσσεται και χρησιμοποιεί στο πλευρό της  σχεδόν όλο το σύνολο των επιστημών  πού ασχολούνται με τον άνθρωπο. Η προπαγάνδα είναι ένα καλοδουλεμένο εργαλείο στα χέρια ανθρώπων πού τους ενδιαφέρει κυρίως ο έλεγχος της ανθρώπινης ζωής. Όσο πιο βαθιά μπορεί να φτάσει στον άνθρωπο ,τόσο πιο καλά εξασκεί τους σκοπούς της . Πετυχαίνει να φτιάξει το πλαίσιο εκείνο πού θα κινηθούν τα συμβάντα και οι άνθρωποι.

Αν την δεις αποστασιοποιημένα είναι μια νοσηρή δραστηριότητα  πού απευθύνεται στη πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και στις βασικές αρχές που αυτή η υπόσταση διέπεται. Έχει την διάθεση να καθορίσει αυτές τις αρχές και να τις διαμορφώσει όπως εκείνη αρέσκεται και για τους όποιους λόγους .

Ο άνθρωπος έχει  πνευματική και ψυχική άμυνα απέναντι στη προπαγάνδα; Έχει συνείδηση  της δύναμης της; Μπορεί να κατανοήσει μέχρι σε ποιο βαθμό μπορεί να τον διαστρέψει; Κατανοούμε ότι κάθε φορά πού παρακολουθούμε  τις ειδήσεις  στη τηλεόραση ,στα ράδια διαμορφώνεται ένα αόρατο δίκτυ  στο πού θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας , με τι θα πρέπει να ασχοληθούμε και με ποιόν τρόπο; Μου έχει κάνει εντύπωση ότι κάθε φορά πού ανακοινώνεται κάτι στη τηλεόραση  σχετικά με την κρίση ή εικόνα χωρίζεται στα δύο ,η μία πλευρά της αφορά το θέμα  και η άλλη δείχνει ένα μηχάνημα να μετρά πακέτα χρημάτων. Χρήματα, πολλά χρήματα ,πάρα πολλά χρήματα . Τα χρήματα είναι η κρίση και τίποτα άλλο . Η έλλειψη τους  και η εικονική τους πληθώρα . Πόσο καθορίζει αυτή η εικόνα στο να μιλάς , να σκέφτεσαι , να καταλαμβάνεσαι συνεχώς από την απόλυτη αναγκαιότητα του χρήματος;  Χρηματική κρίση - κίνδυνος!!!!!!

Φοβούμαι ότι δεν έχουμε καμιά πνευματική και ψυχική άμυνα απέναντι στη δράση  της προπαγάνδας . Ίσως γιατί μέσα στις ζωές μας δεν δρούμε με τόσο σαφείς και απόλυτους στόχους, άρα δεν έχουμε φτάσει στο επίπεδο να χρησιμοποιούμε όλα τα μέσα για να τους πετύχουμε . Όμως έτσι καθιστάμεθα συνεχώς ευάλωτοι και έκθετοι σε «συχνότητες»  πού δρουν εντελώς διαφορετικά.

Ποιο είναι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο στήνεται  το προπαγανδιστικό παιχνίδι σήμερα:
- "Οι εποχές της ευημερίας τελείωσαν, υπάρχει κρίση χρηματική, υπάρχει κίνδυνος  κοινωνικής διάλυσης ,υπάρχει κοινωνική διαφθορά, υπάρχει κίνδυνος πολέμου, υπάρχει εγκληματικότητα, υπάρχουν μετανάστες, υπάρχουν αυτοί πού μισούν τους μετανάστες, υπάρχει περίπτωση να καταστραφεί ό κόσμος σύντομα"!!!!!!

Είναι αλήθεια όλα αυτά;  Υπήρχαν πριν ; Θα υπάρχουν μετά; Ποιος φταίει; Είμαστε τόσο ικανοποιημένοι πριν ; Θα είμαστε ικανοποιημένοι μετά ; Ποιος θα τα λύσει όλα αυτά ; Αυτοί πού τα προωθούσαν όλα αυτά τα χρόνια ή άλλοι;
Υπάρχει κάτι άλλο πού θα μπορούσε να γίνει ;
ΣΙΩΠΗ!!!!

Ποιο είναι το ψυχικό περιεχόμενο της προπαγάνδας:
Ανασφάλεια –φόβος –συστολή- άγχος-θα πεθάνω !!!!!!
Πως θα ξυπνάω και θα κοιμάμαι αισθανόμενος όλα αυτά ; Με τι κουράγιο θα ζω την ζωή μου;
ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΙΩΠΗ !!!!!! Υπάρχει κανείς εκεί έξω πού με ακούει;!!!!!!! Κανείς άλλος;!!!!!!

Ποιο είναι το πνευματικό πλαίσιο της προπαγάνδας ;
Ο κόσμος είναι αυτός πού είναι. Δεν αλλάζει. Αποδέξου. Εμείς ξέρουμε τι πρέπει να γίνει  για να είσαι ευχαριστημένος .
Πάψε να ονειρεύεσαι !!!!Ξύπνα!!! Δούλεψε!!!

Γιατί ο κόσμος δεν αλλάζει; Ποιοι είστε εσείς πού ξέρετε; Πού είσαστε  όταν γινόντουσαν όλα αυτά ; Δεν υπάρχει μόνο το χρήμα. Υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα πολύ πιο σημαντικά. Ο έρωτας  η αγάπη ,η γνώση, το πνεύμα, οι άνθρωποι, η αναζήτηση του αληθινού νοήματος της ζωής .!! Θέλω να είμαι , να ξέρω,  να καταλαβαίνω να αποφασίζω. Δεν είμαι σκλάβος!!!!!! 
Η ΣΙΩΠΗ  ΜΑΣ ΚΟΥΦΑΝΕ!!!

Ενόσω η φωνή της προπαγάνδας ακούγεται παντού, μέχρι τα πιο απομακρυσμένα χωριά, η δική μας φωνή, άηχη, δεν μπορεί να έχει καμιά πειστικότητα ούτε στους διπλανούς μας. Χάνεται μέσα στα επαναλαμβανόμενα μηνύματα πού μας σπρώχνουν σαν κοπάδι εκεί πού ορίζουν οι αφέντες μας. Άτεγκτα.

Στη σκοτεινή νύκτα του Θεάματος , η κοινωνική ζωή, η πολιτική ζωή, η πνευματική ζωή ,η εσωτερική ζωή παραμένει στα χέρια των χειραγωγών  της διαμόρφωσης  της  γνώμης.
Βαθιά μέσα στα  ανεξερεύνητα  βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, η ζωή περιμένει ,υπομονετικά την ευκαιρία της. Σαν την αράχνη υφαίνει τον ατέρμονο ιστό της , χαμογελώντας  με ένα κρυφό νόημα στους  υποτιθέμενους χειραγωγούς  της. Διότι η ζωή ξέρει ότι όποιο σκοτάδι και να επικάθεται στη δημιουργία και για όσο καιρό, η πορεία της κοινωνίας και των ατόμων βαδίζει προς  την λύτρωση.

Η Γνώση πάντα θα διαλύει τα πέπλα της σύγχυσης.

“Κουφάλες νεκροθάφτες δεν θα πεθάνουμε ποτέ”
Ή
«Στη επανάσταση κερδίζουμε όλες τις μάχες ,εκτός από την τελευταία»
Παράφραση σε ένα τσιτάτο του Γκυ Ντεμπόρ από μια συντρόφισσα στη ζωή.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...