Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ποτάμι



... για να μη χάσουνε οι λέξεις τη σημασία τους...
... για όσους ταξιδεύουν στον Αχέροντα...
... για τους ζωντανούς...
...




Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Το Έργο σε αντίθεση με τη μισθωτή εργασία


Η κοινωνία των διαχωρισμών έχει δώσει στη μισθωτή εργασία πρωτεύουσα θέση στη ζωή των ανθρώπων.

Τα άτομα  εξαναγκάζονται να παραχωρήσουν τις ικανότητες τους, τα όνειρά τους, τη συνολική τους προοπτική, το χρόνο τους, εκμισθώνοντάς τα σε εργασίες που τους εξασφαλίζουν την διαβίωση τους. Το αντίτιμο σε χρήματα, το οποίο λαμβάνουν, τους εξασφαλίζει να διαβιούν, να κατέχουν μια θέση μέσα στη κοινωνική  ιεραρχία, να έχουν ή να μην έχουν κοινωνική αναγνώριση. Τους βοηθά όμως να επιβιώνουν εν τέλει, να συντηρούν τον εαυτό τους και τις οικογένειες τους, να αποκτούν μια υπόσταση μέσα στα πλαίσια μιας ζωής που έχει σαν κύριο μέλημα την επιβίωση .

Η ίδια η Ζωή, το βαθύτερο νόημα της, οι τρόποι που πρέπει να την αξιοποιείς, παραμερίζονται, δίνοντας  καθοριστικό προβάδισμα σε μια μηχανιστική και πεζή αντίληψη για τον κόσμο, η οποία περιορίζεται σε μια εσφαλμένη νοοτροπία για το κέρδος και μέσω αυτού για την απόκτηση δύναμης.

Ο άνθρωπος–εργάτης δεν χρειάζεται να σκεφτεί πολλά πράγματα. Αρχικά, το πρωτεύον είναι να βρει κάποια δουλειά. Αυτή η δουλειά πρέπει να του εξασφαλίζει σταθερότητα και καλό μισθό. Η σταθερότητα τού εξασφαλίζει ότι δεν θα ψάχνει συνεχώς για εργασία και ο καλός μισθός τού εξασφαλίζει ότι θα μπορεί να καταναλώνει ο,τιδήποτε του προσφέρεται. Αν μπορεί συνεχώς να διασφαλίζει όλο και ευρύτερη σταθερότητα και ολοένα και μεγαλύτερο μισθό, αισθάνεται  πετυχημένος, καταξιωμένος. Οι γύρω του, συνήθως θα τον κοιτάνε με θαυμασμό ανάμεικτο με ζήλια . Αν πάλι δεν μπορεί να εξασφαλίσει καμιά από αυτές τις δύο προϋποθέσεις, θεωρείται άχρηστος, ανίκανος και θα παραδοθεί σε μια βουβή χλεύη.

Παρ’ όλο που ο άνθρωπος-εργάτης έχει να σκεφτεί λίγα, του είναι αρκετά για να απασχολείται μια ολόκληρη ζωή με αυτά. Κυρίως όταν αδυνατεί να τα αποκτήσει, ή εξαιτίας του αγώνα που κάνει για να τα διατηρήσει.

Το Έργο, τώρα, αποτελεί  μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση στη ίδια την αντίληψη για τη Ζωή.

Το Έργο είναι η περιοχή της δραστηριότητας όπου θα βάλεις την καρδιά σου, τα ταλέντα σου, τη θέληση σου. Εν τέλει τον ίδιο σου τον εαυτό συνολικά. Δεν θα βάλεις απλά την ανάγκη σου για να επιβιώσεις, υπηρετώντας ποταπές φιλοδοξίες ανθρώπων που έχουν χάσει το νήμα της ψυχής τους.

Το Έργο είναι η περιοχή την οποία ο καθένας επιλέγει αυτοβούλως και με συνείδηση, για να πραγματώσει τον εαυτό του και όχι απλά την τσέπη του. Είναι η περιοχή που η δραστηριότητα αποκτά νόημα και το υποκείμενο αγόγγυστα προσφέρει τον εαυτό του για να τον αξιοποιήσει πραγματικά. Είναι η περιοχή που η απόλαυση αυτού με το οποίο ασχολείσαι, σε κάνει να εκτιμάς το ποιος είσαι, σε κάνει να θέλεις να γίνεις καλύτερος, σε ικανοποιεί σε βαθμό τέτοιο, ώστε αυτή σου την ικανοποίηση  θέλεις να την μοιραστείς με τους άλλους ανθρώπους και όχι να την τοκίσεις ασκώντας εξουσία σε άλλους.

Είναι η περιοχή της γνώσης και του πειραματισμού, του παιχνιδιού και της εφευρετικότητας, η περιοχή που νιώθεις τον εαυτό σου να είναι και όχι να πρέπει !!!

Το Έργο είναι η δραστηριότητα πού μέσα της θα αναγνωρίσεις κομμάτια του εαυτού και αυτού που πραγματικά σε αφορά. Αυτού που θα αγαπήσεις  και θα προσπαθήσεις να το πλησιάσεις με την λεπτότητα, με την οποία προσεγγίζεις αγαπημένα σου πρόσωπα. Είναι η δραστηριότητα που σε συνδέει με την ζωή.

Ο άνθρωπος που ασχολείται με αυτό, καλείται να γνωρίζει το ποιος είναι, να αναγνωρίζει τα ταλέντα του αλλά και τους περιορισμούς τους, να προσδιορίζει το νόημα της ίδιας του της ζωής, το τι αυτή η ζωή τον ωθεί να κάνει, αλλά και το πώς όλη αυτή την διαδικασία θα την εναρμονίσει με την ίδια την Ζωή καθιστώντας την δράση και το έργο του πραγματικά ωφέλιμο για τον ίδιο και τους άλλους ανθρώπους.

Ο άνθρωπος του Έργου δεν μπορεί να πατά σε σταθερότητες και ασφάλειες. Καλείται να συνθέτει  και να εξερευνά. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να εξαντλεί το δυναμικό μιας ζωής, της ζωής του, μέσα στη ευτέλεια στόχων και δράσεων πού δεν αναπτύσσουν, αλλά υποβιβάζουν τον ίδιο και τους άλλους. Η ίδια η ζωή ενός τέτοιου ανθρώπου αντιμετωπίζεται σαν δώρο αλλά και σαν θαύμα, γιατί καλείται να γνωρίζει ότι το να συμμετέχει στο πραγματικό νόημα της Ζωής, τον αναβιβάζει σε καλύτερο άνθρωπο τον ίδιο αλλά και πολύτιμο βοηθό στη εξέλιξη των υπολοίπων.

Οι μισθωτές εργασίες των ανθρώπων συνθέτουν την λίστα Forbes, τον κατάλογο με τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη. Εκείνων δηλαδή, που συνειδητά επιλέγουν καθημερινά να υποβιβάζουν την ζωή μας σε επιβίωση. Αυτών που ένας ολόκληρος πλανήτης τιμά και εκτιμά, γιατί απλά  με την δράση τους μας οδηγούν να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή σαν μια μετρήσιμη αξία στα Χρηματιστήρια τους.

Τα μικρά Έργα των ανθρώπων συνθέτουν το μεγάλο Έργο της κοινωνίας του πλανήτη. Ένα Έργο που, παρότι βρίσκεται στο περιθώριο της ζωής,  εξακολουθεί να αποτελεί  τον κρίκο που μας συνδέει μαζί της, την κρυφή μας επιθυμία και την έμπνευση μας .


Σημείωση: Η ανάρτηση «Το Έργο σε αντίθεση με την μισθωτή εργασία» αποτελεί συνέχεια της ανάρτησης «Μισθωτή εργασία και Έργο».

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Βαθιές ανάσες

Για δραστικό ψυχοεγκεφαλικό καθαρισμό από τους εκβιασμούς του επίκαιρου 
και από τις τοξικές επιδράσεις της ακατάπαυστης κυρίαρχης προπαγάνδας, 
παρακαλώ προχωρήστε στην ανάγνωση των παρακάτω δυο αποσπασμάτων
σε συνάρθρωση με την ιστορία που αφηγείται το μεταξύ τους βίντεο. H.S.


«Τα συναισθήματά μας δεν περιορίζονται στη δουλειά μας, στις γνώμες μας ή στην αγάπη της οικογένειάς μας, αλλά απλώνονται σ’ ένα ανεξερεύνητο σύμπαν, το οποίο μπορεί να είναι χαρμόσυνο ή θλιβερό, εξωτικό σαν τις αναμνήσεις από την Αφρική ή τη Βρετάνη, να πηγάζουν από πραγματικές αναμνήσεις ανακατεμένες με όνειρα, κάνοντάς μας να διακρίνουμε μια διάσταση της ύπαρξης που θα την θέλαμε πραγματική.

Το αίσθημα αυτό δεν είναι μόνο μια ενθύμηση εντυπώσεων.  Είναι η εύθραυστη εκδήλωση μιας διάστασης της ζωής, στην οποία συνήθως αρνούμαστε να εισέλθουμε.  Πέρα από την ορθολογική σκέψη, υπάρχει ένας κόσμος, που δεν εκφράζει ούτε την ιδέα μιας αρχής ούτε την ιδέα ενός τέλους, αλλά αντίθετα μαρτυρά ότι είμαστε οντολογικά ατελείς, το γεγονός ότι μπορούμε να μετέχουμε σ’αυτό που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. […]

Είτε ξυπνά από συγκινήσεις που βιώσαμε εμείς οι ίδιοι, από συγκινήσεις που βίωσαν άλλοι άνθρωποι και μας τις μετέφεραν ή από συγκινήσεις που απλώς φανταζόμαστε, η νοσταλγία μάς παραπέμπει πάντοτε σε βαθιές συγκινήσεις.  Γιατί μόνον οι βαθιές συγκινήσεις μπορούν να παράγουν τόσο λεπτά και σύνθετα συναισθήματα.  Θα ήθελα όλες οι στιγμές της ζωής μου, της ζωής των φίλων μου ή της ζωής ανθρώπων που δεν γνωρίζω, να προκαλούν τέτοιες συγκινήσεις.  Πόσο πλούσια θα ήταν τότε η ζωή μας!»  

Υβ Λε Μανάκ, Ο Κήπος | Η δικαιοσύνη, τα κορίτσια και η αιωνιότητα
(υπό επανέκδοση)





«Καθώς δεν γνωρίζει από την ίδια του την πείρα περί τίνος πρόκειται  −ιδίως όταν κρίνεται η τύχη του, όποτε οι αντικειμενικοί λόγοι παραποιούν τα γεγονότα−, ο τεχνικός άνθρωπος εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από αόρατες δυνάμεις λυτρωτικής φύσεως, που υποτίθεται ότι του αποκαλύπτουν τι κρύβεται πίσω από την όψη των γεγονότων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το υποκατάστατο της εμπειρίας, δηλαδή η πληροφορία “όσων γνωρίζουν τα πράγματα”, σημαίνει για τον τεχνικό άνθρωπο μετάληψη της ουσίας του κόσμου. […]

Η τήρηση και η επανάληψη αυτής της τεχνικής παράδοσης έρχονται να συγκαλύπτουν την πνευματική γυμνότητα του σύγχρονου ανθρώπου −συνήθως σαν μια ενδυμασία “από δεύτερο χέρι” φτιαγμένη για την αντιμετώπιση ενός ξένου καιρού, κάποτε όμως και σαν μια ιδεολογική στολή εκστρατείας εναντίον όσων αντιλαμβάνονται τον κόσμο στη βάση άλλων συμφερόντων. […]

Για να πείσει τον άνθρωπο ότι έχει δίκιο, η πληροφορία στηρίζεται στον αριθμό. Εφόσον δεν υπάρχει εσωτερική σχέση μεταξύ ανθρώπου και θέματος, μόνη αξία
  • ενός συλλογισμού είναι το ότι εκπροσωπεί πολλούς∙
  • μιας απαίτησης το ότι προβάλλεται από πολλού∙ και
  • ενός πράγματος το ότι το αγοράζουν πολλοί.

Έτσι τα ποσά αντικαθιστούν τον αυθεντικό λόγο και τα κοινωνικά περιγράμματα την προσωπική εγγύηση της έκφρασης. Για να εκπληρώσει λοιπόν τα αιτήματα του κοινού βίου, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν χρειάζεται να υπερνικήσει την εσωτερική του αντίσταση και να δημιουργήσει το ηθικό του μέγεθος. Αρκεί, είτε να εισχωρήσει σε διάφορους απρόσωπους χώρους αριθμητικής τάξης (όμιλοι, κ.τ.τ.), είτε να συμμεριστεί την απροσωπία των πραγμάτων (ποσοστά, κ.τ.τ.).»


Σπ. Κυριαζόπουλος, Ενώπιον της Τεχνικής (1967)

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Ο μύχιος θάνατος

Marie de Hennezel
Διάβασα σήμερα στα ηλεκτρονικά μμε απόσπασμα, με τίτλο «Να βρω τη δύναμη να αυτοκτονήσω», από μια συνέντευξη στην εφημερίδα Real του γνωστού ηθοποιού Γρηγόρη Βαλτινού, όπου λέει τα εξής:


-Σκέφτεστε ποτέ τα γηρατειά;
«Πάρα πολύ. Δεν τα θέλω καθόλου. Δεν θέλω την ανημποριά και το φόρτωμα στους άλλους. Θα ήθελα να βρω τη δύναμη να φύγω μόνος μου.»

-Δηλαδή;
«Να βρω έναν τρόπο να πεθάνω. Να βρω τη δύναμη να αυτοκτονήσω… Και τώρα που είμαι ενεργός σε όλους τους τομείς-στη ζωή, στη δουλειά, στην προσφορά, στα παιδιά μου-εάν επρόκειτο αύριο να περάσω στην ανημποριά, έχω σκεφτεί ακόμα και τις κινήσεις που θα προηγηθούν της… αποχώρησής μου. Θα τακτοποιούσα τις εκκρεμότητές μου πριν τις αφήσω, ώστε να μη βασανίσω μετά τους δικούς μου, θα έκλεινα όλες μου τις υποχρεώσεις, θα πέταγα ό,τι περιττό μάζευα για να συντροφεύει στη ζωή, θα ζητούσα συγγνώμη για τον πόνο που ίσως θα προξενούσα σε κάποιους και ύστερα θα αποχαιρετούσα τον κόσμο λίγο καλυμμένα για να μην τον σοκάρω. Δεν θα μπορούσα να αντέξω τη ζωή χωρίς ζωή.»

Χμμμμμμμμμ... Σκέψεις, οι παραπάνω, που όλο και πιο συχνά ακούγονται, αναπάντητα μηνύματα που συνδυάζουν τα γηρατειά με κάτι το ντροπιαστικό και την αυτοκτονία με το θάρρος, θυμίζοντάς μου κάποιες από τις καυστικότατες όσο και ευφυείς παρατηρήσεις του Μισέλ Ουελμπέκ στη μυθιστορηματική «πραγματεία» του για την κατάσταση του μοντέρνου ανθρώπου τις παραμονές της μετάλλαξής του σε βιορομπότ − όπως, για παράδειγμα:

«Ποτέ, σε καμιά εποχή και σε κανένα άλλο πολιτισμό, οι άνθρωποι δεν σκέφτονταν διαρκώς την ηλικία τους. Ο καθένας έχει στο νου του μια απλή προοπτική του μέλλοντός του∙ θα έρθει η στιγμή όπου το άθροισμα των φυσικών απολαύσεων που του απομένουν, θα είναι μικρότερο από το άθροισμα των βασάνων (με δυο λόγια, ο καθένας νιώθει εντός του το κοντέρ να γυρίζει −και να γυρίζει πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση). Αυτή η ορθολογιστική αποτίμηση των απολαύσεων και των βασάνων που ο καθένας, αργά ή γρήγορα, υποχρεούται να κάνει, καταλήγει αναπόφευκτα μετά από μια ορισμένη ηλικία στην αυτοκτονία», (Τα στοιχειώδη σωματίδια, 1998).


Αλλά, θα μου πείτε, είναι εύκολο να λέει κανείς τέτοια πράγματα σ’ ένα μυθιστόρημα, ή θεωρητικά. Σωστά. Λοιπόν, με πλήρη επίγνωση ότι πραγματικά το θέμα δεν προσφέρεται για θεωρητικούς καθησυχασμούς, λεκτικές παρηγοριές και λυρικές εξάρσεις, είτε προς τη μια μεριά είτε προς την άλλη, αισθάνομαι την ανάγκη να σας θέσω υπόψη, και να σας προτρέψω να το διαβάσετε οπωσδήποτε, το βιβλίο της Marie de Hennezel, Ο Μύχιος Θάνατος, με τον ακριβέστατο υπότιτλο: Οι ετοιμοθάνατοι μάς μαθαίνουν τη ζωή (εκδ. Synérgie, 2011). 

Εδώ, η de Hennezel περιγράφει και μοιράζεται μαζί μας την προσωπική εμπειρία της από την συνοδεία ετοιμοθάνατων ανθρώπων −άλλοτε φίλων της κι άλλοτε στα πλαίσια μιας «κλινικής πόνου» και μιας «κλινικής λοιμωδών νόσων» (για το Aids ειδικότερα), στις οποίες εργάζεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια−, κι έχει πολλά σπουδαία κι από πρώτο χέρι να μας πει, όπως ότι:

«Κρύβουμε τον θάνατο σαν να ήταν ατιμωτικός, σαν να ήταν βρώμικος. Δεν βλέπουμε σε αυτόν παρά φρίκη, παραλογισμό, βασανιστική και άσκοπη οδύνη, κατάφωρη αδικία, ενώ είναι το αποκορύφωμα της ζωής μας, το επιστέγασμά της, αυτό που της προσφέρει νόημα και αξία, παραμένοντας βέβαια πάντοτε ένα τεράστιο μυστήριο, ένα μεγάλο ερωτηματικό στα έγκατα του “είναι” μας.

Γνωρίζω πως θα πεθάνω μια μέρα, παρόλο που δεν γνωρίζω το πώς και το πότε. Το γνωρίζω κάπου βαθιά μέσα μου. Γνωρίζω πως μια μέρα θα πρεπει να εγκαταλείψω τους δικούς μου, εκτός κι αν εκείνοι με εγκαταλείψουν πρώτοι. Παραδόξως, αυτή η μύχια και βαθιά γνώση είναι ό,τι έχω κοινό με όλα τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα. Γι’ αυτό ο θάνατος του συνανθρώπου μου με αγγίζει. Μου επιτρέπει να εισέλθω στην ουσία της μοναδικής και πραγματικής ερώτησης: ποιο είναι επιτέλους το νόημα της ζωής μας; […]

Μήπως ο θάνατος μας δημιουργεί τόση αγωνία επειδή μας παραπέμπει στα πραγματικά ερωτήματα, αυτά που συχνά έχουμε καταχωνιάσει σκεπτόμενοι πως θα τα αντιμετωπίσουμε αργότερα, όταν θα είμαστε σε πιο προχωρημένη ηλικία, πιο ώριμοι, όταν θα έχουμε υποτίθεται το χρόνο να κάνουμε στον εαυτό μας πιο ουσιαστικά ερωτήματα;

Εκείνοι που πλησιάζουν τον θάνατο, ανακαλύπτουν μερικές φορές πως η εμπειρία του “μετά”, τούς έχει ήδη προσφερθεί εδώ και τώρα, από την ίδια την εμπειρία της ζωής. Η ίδια η ζωή δεν μας περιφέρει άραγε από το ένα “μετά” στο άλλο, στο “μετά” από εμάς, στο μετά τις βεβαιότητές μας, στο μετά τις κρίσεις μας, στο μετά τους εγωϊσμούς μας, στο μετά τα προσχήματα; […]

Ο χρόνος του θανάτου δεν είναι, όπως συχνά πιστεύουμε, ένας παράλογος χρόνος που στερείται νοήματος. [… Και …] ο χώρος που έχει προβλεφτεί για τη φιλοξενία των ετοιμοθάνατων, μπορεί να λειτουργεί και αντίστροφα, δηλαδή σαν χώρος όπου εκδηλώνεται η ζωή με όλη της τη δύναμη. […]

Τη στιγμή που ο θάνατος είναι τόσο κοντά, που η θλίψη και ο πόνος κυριαρχούν, μπορεί να υπάρξει ακόμα ζωή, χαρά, ψυχική δύναμη πρωτόγνωρη σε ένταση και σε βάθος.»

Αυτά σαν μια πολύ μικρή εισαγωγή, πρόσκληση μάλλον να το μελετήσετε!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...