Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζακ Ελλύλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζακ Ελλύλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

«Η πράξη είναι το παν κι ο σκοπός, τίποτα»

«Ο Αστός −ένας τύπος ανθρώπου, που συγκροτήθηκε την ίδια εποχή που αναπτύσσονταν οι τεχνικές, η οικονομία και το κράτος− αντιστοιχεί επακριβώς σε αυτή την κοινωνία. Ενεργοποίησε νέες δυνατότητες∙ ανταπεξήλθε στις δυσκολίες και θέσπισε ένα καινούργιο κόσμο, αυτόν στον οποίο ζούμε. Όμως δεν ολοκλήρωσε το έργο που εγκαινίασε. Εγκατέστησε τα δεδομένα του, έστησε τους κανόνες του παιχνιδιού, σκιαγράφησε τον παίκτη, έβαλε τα πονταρίσματα, μοίρασε τα χαρτιά … κι έπειτα, σιγά-σιγά, ο ίσκιος του έσβησε.

Για ποιο λόγο, ενώ αυτός σημάδεψε την κοινωνία, δεν παρέμεινε ο ίδιος υψηλός και ακλόνητος κύριος της κατάστασης; Γιατί περάσαμε από τον αστό άνθρωπο και την αστική τάξη σε μια κοινωνία διάχυτα αστική; Φρονώ ότι η εξήγηση είναι αρκετά απλή. Η ενεργοποίηση μιας τέτοιας περιπέτειας απαιτούσε τόσο μεγάλες θυσίες από τον άνθρωπο και προϋπέθετε τόσο άγριες καταστάσεις −συχνά μάλιστα μια τέτοια απανθρωπιά−, ώστε ο αρχηγός του παιχνιδιού δεν άργησε να καταβληθεί από την απέχθεια εκείνων που χρησιμοποιούσε, που αισθάνονταν θύματά του κι ήθελαν να εκδικηθούν το δήμιό τους∙ όπως κι έγινε. Πριν μπορέσει λοιπόν να αντλήσει όλες τις συνέπειες της μηχανής που συναρμολόγησε (όχι πως δεν πρόλαβε να την απολαύσει, ν’ αποκτήσει χάρη σ’ αυτήν περιουσία και τιμές, να ζήσει την ώρα της δόξας του και τα όμορφα χρόνια του!), ο αστός χρειάστηκε ν’ αποτραβηχτεί από το προσκήνιο και ν’ αφήσει σε άλλους τη φροντίδα να σπρώξουν ίσαμε το τέλος της δυνατότητες της νέας κοινωνίας.

Αυτός που τον διαδέχτηκε −ο Τεχνικός−, δεν αρκείται ν’ αναπαράγει απλώς την κληρονομιά του όπως κάνουν οι επίγονοι, αλλά βάλθηκε να προχωρήσει ακόμα μακρύτερα το δρόμο που παρέλαβε από τον Αστό.  

Όταν λέω ο Τεχνικός, χρησιμοποιώ τη λέξη με την ευρύτερη έννοια χωρίς να κάνω την κλασική διάκριση ανάμεσα στον τεχνικό, τον τεχνοκράτη, το στέλεχος και το γραφειοκράτη. Αυτό το τετράπτυχο διαδέχτηκε, πράγματι, τον Αστό. Μπορούμε βέβαια να πούμε, ότι οι τεχνοκράτες εξακολουθούν να υπακούουν τους κατόχους των μεγάλων οικονομικών μέσων∙ ότι είναι με το μέρος της αστικής εξουσίας ενώ οι τεχνικοί υποτίθεται πως είναι με το μέρος των προλετάριων∙ κι ότι καμουφλάρονται πίσω από τα στελέχη, τα οποία είναι για τους ισχυρούς ό,τι οι μικροί αγρότες για τους μεγαλοπαραγωγούς. Μπορούμε ακόμη να πούμε, πως οι τεχνοκράτες διστάζουν ανάμεσα σ’ ένα συμβόλαιο με την αστική τάξη (αλλά που αλήθεια είναι κρυμμένη αυτή;) και στη διεκδίκηση της εξουσίας στην επιχείρηση προς όφελος μόνο των ανώτερων στελεχών. Όμως, στην πραγματικότητα, όλοι αυτοί μαζί είναι λιγότερο υπηρέτες της δυσεύρετης αστικής τάξης και περισσότερο της αστικής τάξης πραγμάτων, της αστικής δομής της συνολικής κοινωνίας. […]

Ο Τεχνικός έχει πάρει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά όλων όσα έχει δημιουργήσει ο Αστός, χωρίς να νοιάζεται στο παραμικρό για ιδεολογίες συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, ούτε για τον αναγκαίο τύπο ανθρώπου. Είναι άνθρωπος μικρότερου διαμετρήματος από τον Αστό. Είναι λιγότερο πολύπλοκος και δεν είναι πια αντιμέτωπος μ’ ένα τόσο γιγάντιο καθήκον. […] Δεν εγκαθιδρύει καμιά νέα κλίμακ αξιών, όπως είχε κάνει ο Αστός. Αρκείται να ζει με την κληρονομιά του παρελθόντος: Ευτυχία, Πρόοδος, Δημοκρατία; Οκέι −του είναι τελείως αδιάφορο. Αν χρειαστεί οπωσδήποτε να δικιολογήσει τα έργα του, ανοίγει απλώς το συρτάρι και βγάζει τα παλιά ωραία στερεότυπα που έφτιαξε ο προηγούμενός του και που μπορούν πάντα να χρησιμοποιηθούν σε μια καλή έκθεση ιδεών.

Ούτε και θέλει να κάνει τη διαφορά. Είναι αποτελεσματικός, ορθολογικός, εξειδικευμένος. Τελεία. Συνεχίζει τη διαδικασία της πραγμοποίησης. Του αρκεί το Πράττειν και το Πραχθέν. Αλλά σε αντίθεση με τον Αστό, ο Τεχνικός μπορεί να είναι μονοδιάστατος. Δεν είναι πια διαιρεμένος, δεν είναι ένας ταραγμένος άνθρωπος. Δεν ριζώνει σε κανένα απολύτως παρελθόν. Τίποτα δεν τον τραβάει προς τα πίσω. Δεν είναι ποτέ του αντιδραστικός.

Βλέπετε ο Αστός είχε ζήσει σε μια άλλη εποχή. Έπρεπε πάντα να υπερασπίζεται τον εαυτό του ενάντια στις παλιές αξίες. Βέβαια τις είχε κατατροπώσει! Είχε εγκαθιδρύσει άλλες! Αλλά έφτανε μια στιγμή χαλάρωση, απροσεξίας, κι ευθύς επανεμφανίζονταν εκείνες οι νικημένες αξίες. Βέβαια, τον συγκινούσε κάπως μια μικρή επιστροφή προς εκείνο το πεθαμένο παρελθόν. Κι αν μερικές φορές αγαπούσε τον Μπετόβεν, ήταν με την κρυφή ενόχληση ενός πολιτισμού τον οποίο είχε σκοτώσει. Ο Ωραίος γαλάζιος Δούναβης δεν του ήταν εντελώς αδιάφορος. Η παλιά επιρροή λειτουργούσε ακόμα. Εξακολουθούσε να είναι ευαίσθητος στα θέματα τιμής, ικανός να υπερασπίζεται την τιμή του σε μονομαχία, ακόμα και ν’ αυτοκτονεί όταν έχανε.

Ο Τεχνικός, απεναντίας, μπορεί να παθιάζεται με τον Μότσαρτ αλλά τον βλέπει σαν ένα ζήτημα καθαρά μουσικής και τίποτε άλλο. Δεν ενέχει, γι’ αυτόν, ούτε την ανάμνηση ούτε τη νοσταλγία ενός κόσμου κομψότητας, φαινομενικής επιπολαιότητας και ελέγχου της κακοτυχίας με μια εύθυμη ειρωνεία. Όλα αυτά ανήκουν σ’ ένα πολιτισμό, για τον οποίο δεν γνωρίζει τίποτα. Όσο για το αίσθημα τιμής, μάταια θ’ αναζητούσαμε έστω κι ένα ίχνος αυτής της έννοιας στην ύπαρξή του ή στο λεξιλόγιό του. Το μόνο που κάνει, το μόνο που τον νοιάζει, είναι να τραβάει μπροστά στο δρόμο που του χάραξαν, […] χωρίς να νοιώθει καμιά από τις αντιφάσεις της αστικής συνείδησης. Γνωρίζει ξεκάθαρα τι πρέπει να κάνει και δεν αφήνει να τον εμποδίσουν ούτε τα αισθήματα, ούτε οι ηθικές κρίσεις.

Ο Τεχνικός είναι ο άνθρωπος, τον οποίο έχει παραγάγει η σύνθεση αστική κίνηση αλλά, όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, το δημιούργημα σβήνει τον δημιουργό. Αυτός ο άχρηστος, αυτός ο εκμεταλλευτής, αυτό το ανθρωπάριο ο Αστός σπρώχνεται στην άκρη και η μπουλντόζα του χαράζει ένα καινούργιο αυλάκι. Καινούργιο; Όχι∙ είναι το ίδιο αυλάκι, μόνο που κάποτε είχε χαραχτεί με πολύ ιδρώτα και αίμα.

Ο Τεχνικός, με την ευρεία έννοια του όρου, επωμίζεται συνάμα το ρόλο των παλιών διανοουμένων και των δραστήριων αστών. Οπωσδήποτε χρησιμοποιεί νέες έννοιες, ένα ένα διαφορετικό τύπο σκέψης, αλλά διατηρεί τα θεμελιώδη αστικά δεδομένα. Αναπαράγει τους αστικούς τρόπους ύπαρξης και με αυτό σαν αφετηρία έχει συντελέσει στη συγκρότηση και την οργάνωση μιας “νέας κοινωνίας”, που δεν είναι παρά η ολοκληρωμένη έκφραση της παλιάς. Μόνο που με αυτό τον τρόπο, απαξιώνει σε σημαντικό βαθμό το ρόλο των κλασικού τύπου διανοουμένων κι έτσι τώρα αυτοί θα εκφράσουν την απαξίωση αυτή με τη δημιουργία μιας νέας ιδεολογίας, της ιδεολογίας του Μηδενός, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στην κατάσταση που θέσπισε η αστική τάξη. […]»


Ζακ Ελλύλ, Η μεταμόρφωση του Αστού (1967)

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Η κατασκευή ενός εμπορεύματος

[…] Αντίθετα από ό,τι πρεσβεύει ο Άνταμ Σμιθ, το εμπορευματικό φαινόμενο δεν προκύπτει από κάποια φυσική προδιάθεση των ανθρώπινων όντων, αλλά είναι ολότελα κατασκευασμένο ιστορικοκοινωνικά. Οι ιστορικές περιστάσεις μέσα από τις οποίες έκαναν την εμφάνισή τους νέα εμπορεύματα καταγράφουν πάντοτε ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βίαιων σχέσεων ισχύος και σφετερισμού, οι οποίες συνοδεύονται από ένα νομοθετικό οπλοστάσιο που αποσκοπεί πρώτα απ’ όλα στην «απελευθέρωση» του εν λόγω αντικειμένων από τους παραδοσιακούς δεσμούς του και, στη συνέχεια, στη συμμόρφωσή του με τους όρους της εμπορευματικής ανταλλαγής. Το γεγονός αυτό φωτίζεται ξεκάθαρα από τα παραδείγματα ιδιωτικοποίησης της γης κατά το «κίνημα των περιφράξεων» στην Αγγλία (βλ. Καρλ Μαρξ, Το μυστικό της πρωταρχικής συσσώρευσης), όπως και από όσα ξέρουμε για την ιστορία της εργασίας στη δυτική Ευρώπη κατά το 19ο αιώνα. Χρειάστηκαν συγκρούσεις και αγώνες, καθώς και η δημιουργία ενός καινούργιου νομικού και νομοθετικού πλαισίου, απελευθερωμένου από τις παραδοσιακές φεουδαρχικές δεσμεύσεις, προκειμένου να συγκροτηθεί η αγορά της εργασίας. Ούτε η γη, ούτε η εργασιακή δύναμη του ανθρώπου, εμπεριέχουν από μόνες τους τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του εμπορεύματος.

Το φαινόμενο αυτό, στο οποίο αναφέρεται και ο Καρλ Πολάνυι μιλώντας στο Μεγάλο Μετασχηματισμό για «πλασματικά εμπορεύματα», και το οποίο αποκαλούμε σήμερα με το όρο «εμπορευματοποίηση», συνδέεται άρρηκτα με τη δυναμική του καπιταλισμού και την επέκταση των αγορών, η οποία αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του. Αυτή η επέκταση του πεδίου των αγορών διαβαίνει τώρα ένα ακόμα κατώφλι με την ανάδυση μιας καινούργιας τάξης εμπορευμάτων, τα οποία σχετίζονται με το ζωντανό. Πράγματι, εδώ και μερικές δεκαετίες είμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας ιδιωτικοποίησης και μετατροπής σε εμπορευματικό υλικό «πραγμάτων» όπως είναι οι ποικιλίες φυτών, τα γονίδια, οι μικρο-οργανισμοί, ακόμα και οι κυκλώνες −δηλαδή «πραγμάτων» που υπάρχουν σε φυσική κατάσταση και δεν έχουν φτιαχτεί από τον άνθρωπο.

Η εμπορευματοποίηση του ζωντανού

Αυτή η εξέλιξη του σύγχρονου καπιταλισμού μάς βοηθάει να δούμε, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, με ποιον τρόπο συντελείται η εμπορευματοποίηση νέων αντικειμένων και μέσα από ποια διαδικασία δημιουργούνται οι νέες αγορές. Διότι, πράγματι, η κατανόηση της διαδικασίας μέσα από την οποία μετατρέπεται σε εμπόρευμα κάτι που δεν ήταν, μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά της αγοράς, αυτού του κεντρικού θεσμών της κοινωνίας μας. Σε αυτή τη γενική εξέλιξη της «εμπορευματοποίησης του ζωντανού» εγγράφεται και η περίπτωση της εμπορευματοποίησης των σπόρων, δηλαδή των ποικιλιών διαφόρων καλλιεργήσιμων ειδών, που εδώ κι έναν αιώνα και κάτι πέρασαν από ένα καθεστώς λίγο-πολύ κοινοκτησίας στο καθεστώς του εμπορεύματος∙ γι’ αυτό το λόγο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πάρα πολλές πλευρές.

Πρώτα-πρώτα, οι σπόροι έχουν μια ισχυρή συμβολική λειτουργία ως πηγή και ελπίδα θρέψης, και υλική ενσάρκωση της ζωτικότητας. Η μετατροπή τους σε εμπόρευμα τροποποιεί τις σχέσεις του ανθρώπινου όντος με την τροφή του και με την πατρογονική του αντίληψη, που ήθελε τη Φύση τροφό. Έπειτα, σε ένα πολύ λιγότερο συμβολικό επίπεδο, η ποσότητα, η ποιότητα και η ποικιλία των σπόρων καθόριζαν ανέκαθεν τη μακρόχρονη επιβίωση των ανθρώπινων ομάδων, κάτι που ισχύει ακόμα και σήμερα παρ’ όλο που έχουμε την τάση να το ξεχνάμε. Τέλος, οι σπόροι μπορεί να αποτελούσαν αντικείμενο ανταλλαγών εδώ και πολλές χιλιετίες, συνήθως σε πολύ τοπικό επίπεδο, αλλά μόλις πρόσφατα στην ανθρώπινη ιστορία μετατράπηκαν σε εμπόρευμα και παράγονται με σκοπό την εμπορευματική ανταλλαγή.

Η ιστορία του μετασχηματισμού των σπόρων σε εμπορεύματα θέτει σε πλήρη αμφισβήτηση το νεοκλασικό δόγμα, που υποστηρίζει τη «φυσικότητα» ή «αντικειμενικότητα» των εμπορευμάτων (βλ. την κριτική αυτού του δόγματος από τον Αντρέ Ορλεάν στο Σκέψεις πάνω στα θεσμικά θεμέλια της εμπορευματικής αντικειμενικότητας). Πράγματι, για να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από μια άτυπη ανταλλαγή σπόρων σε μια τυπική αγορά φυτικών ποκιλιών, χρειάστηκε η επινόηση ενός τεχνητού προσδιορισμού του αντικειμένου «σπόροι». Έτσι, η αγρονομική επιστήμη ήρθε να συνδράμει τις ανάγκες της εμπορευματικής οικονομίας, περιχαρακώνοντας την βιοποικιλότητα με όρους ολοένα και πιο ορθολογιστικούς και ακριβείς. Αυτός ο τεχνικός ορισμός των σπόρων συνδράμει καθοριστικά το συντονισμό των παραγωγικών και εμπορευματικών δραστηριοτήτων με τρόπο που δεν έχει καμιά σχέση με τα φυσικά χαρακτηριστικά τους. Για παράδειγμα, μια ποικιλία σπόρων θεωρείται σήμερα «ποκιλία», και ορίζεται ως τέτοια, υπό τον όρο ότι είναι ομοιογενής και δεν παρουσιάζει μεταβολές, τη στιγμή που η μεταβλητότητα αποτελεί ένα βασικό φυσικό χαρακτηριστικό όλων των ζωντανών όντων. Επομένως, ο σπόρος ως εμπόρευμα είναι ένα τεχνητό και κοινωνικά κατασκευασμένο αντικείμενο, που δεν υπάρχει σε φυσική κατάσταση.

Επιπλέον, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίον ορίζεται αυτό το αντικείμενο, δεν είναι καθόλου ουδέτερος. Ο τεχνικός καθορισμός των σπόρων, που δεν έχει άλλο σκοπό πέρα από το συντονισμό παραγωγικών δραστηριοτήτων με άξονα την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα, καθορίζει την επιλογή ενός ορισμένου  συστήματος καλλιέργειας και γενικότερα ενός ορισμένου τρόπου ανάπτυξης. Για παράδειγμα, αυτό που ψάχνουν σήμερα είναι η παραγωγή ποικιλιών που θα παρουσιάζουν τη μέγιστη απόδοση, τη μέγιστη προσαρμοστικότητα στην εκμηχάνιση και τη μέγιστη αντοχή στα χημικά λιπάσματα κι εντονοκτόνα. Επομένως, ο τεχνικός ορισμός των σπόρων καθορίζει μια συγκεκριμένη επιλογή ανάπτυξης και των κοινωνικών σχέσεων που σχετίζονται με αυτήν.

Τέλος, ο τεχνικός καθορισμός των φυτικών και έμβιων ποικιλιών στόχο έχει να επιτρέψει την εγκαθίδρυση ενός συγκεκριμένου συστήματος σαφώς καθορισμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Πράγματι, για τη θέσμιση ενός «συστήματος γενικευμένης αγοράς» (Πολάνυι) απαιτείται η δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς νομοθετικών διεργασιών και θεσμών −με την ευρεία έννοια του θεσμού ως «ολικού κοινωνικού γενονότος» (Μως), που περιλαμβάνει ένα σύνολο κανόνων, γνωμόνων, αξιών καθώς και συστημάτων ερμηνείας, κωδικοποίησης και κυρώσεων των ατομικών συμπεριφορών.

Η κατασκευή του εμπορεύματος

Μια οικονομία αγοράς εγκαθιδρύεται μόνο από τη στιγμή που κατασκευάζονται και επικρατούν στην πολιτική και νομική σφαίρα οι θεμελιώδεις θεσμικές που της είναι αναγκαίες για να υπάρξει και να λειτουργήσει, όπως για παράδειγμα: συστήματα μέτρων και σταθμών, παραγωγικές νόρμες, ένα νομισματικό σύστημα, δικαιώματα ιδιοκτησίας, εμπορικό δίκαιο, ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και αγαθών, νομοθεσία για τον ανταγωνισμό, κ.λπ.

Σε ό,τι αφορά ειδικά την κοινωνική κατασκευή του εμπορεύματος, η οποία αποτελεί το πρώτο στάδιο (όχι κατ’ ανάγκη χρονολογικά) για τη συγκρότηση, τη θέσμιση και την εγκαθίδρυση μιας αγοράς, αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα μπροστά στα μάτια μας με την εμπορευματοποίηση της Φύσης και του ζωντανού μάς καλεί να διακρίνουμε δυο θεμελιώδεις διαδικασίες, που, και οι δυο μαζί, προσδιορίζουν αυτό που είναι ένα εμπόρευμα. 



α. Τυποποίηση ή τεχνικός χαρακτηρισμός του εμπορεύματος

Η πρώτη είναι μια διαδικασία κωδικοποίησης και τυποποίησης −αυτό που αποκαλούμε «τεχνικός χαρακτηρισμός του εμπορεύματος»−, η οποία δεν έχει προκύψει μόνο από τον καταμερισμό της εργασίας και την άκρα εξειδίκευση των δραστηριοτήτων αλλά και για τις ανάγκες λειτουργίας των αγορών. Αυτή η διαδικασία εκφράζεται με την τυποποίηση και τη διαφήμιση των χαρακτηριστικών του πράγματος που προορίζεται για εμπορευματική ανταλλαγή, δηλαδή με την επιδίωξη του μέγιστου εξορθολογισμού και της μέγιστης αποδοτικότητας στην παραγωγή και την ανταλλαγή του. Η διαδικασία αυτή μετατρέπει το «πράγμα» αυτό σε αντικείμενο με ιδιότητες που είναι γνωστές, ή είναι δυνατό να γνωσθούν, αποσπώντας το από τους κοινωνικούς δεσμούς μέσα στους οποίους εγγραφόταν προηγουμένως.

Παραδείγματος χάριν, για να επιτραπεί η παραγωγή και η εμπορική κυκλοφορία σπόρων διαφόρων καλλιεργούμενων ποικιλιών, πρέπει οι ποικιλίες αυτές να είναι καταγεγραμμένες στον επίσημο κατάλογο σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια, που έχουν να κάνουν με την ποιότητα και την παραγωγική αποδοτικότητά τους. Οι ανταλλαγές σπόρων που δεν τηρούν αυτούς τους όρους, και κυρίως οι άτυπες ανταλλαγές που έκαναν κατά παράδοση οι αγρότες, κηρύσσονται παράνομες. Αυτό το φαινόμενο τυποποίησης εγγράφεται πλήρως σε αυτό που ο Ζακ Ελλύλ έχει ονομάσει Τεχνική (βλ. Το Τεχνικό Σύστημα) και με αυτή την έννοια, το εμπόρευμα είναι κατά πρώτιστο λόγο ένα τεχνικό αντικείμενο. […]

Η τυποποίηση ενός αντικειμένου που το προορίζουν για εμπόρευμα συνδέεται με το βάθαιμα του καταμερισμού της εργασίας, κάτι που […] συνδέεται ιστορικά στη Δύση με την επέκταση της αγοράς ως κύριου τρόπου ανταλλαγής. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η επέκταση της αγοράς δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτή την τυποποίηση και την κωδικοποίηση των αγαθών. Πράγματι, η αγορά έχει ανάγκη να ανταλλάσσονται πράγματα που έχουν οριστεί με ακρίβεια. Συνεπώς,

  • η τεχνική τυποποίηση και η εμπορευματική ανταλλαγή τρέφουν η μια την άλλη
και
  • δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε το φαινόμενο της εμπορευματοποίησης αν δεν κατανοήσουμε τη διαδικασία της τεχνικής τυποποίησης των αγαθών.

Για τον Ζακ Ελλύλ, αυτό που χαρακτηρίζει τη μοντέρνα Τεχνική είναι η επιδίωξη της μέγιστης αποδοτικότητας και του μέγιστου εξορθολογισμού των μέσων, δηλαδή «η αναζήτηση του αποτελεσματικότερου μέσου σε όλα τα πεδία και σε όλους τους τομείς» (Το Τεχνικό Σύστημα). Και πραγματικά, από τη βιομηχανική επανάσταση και δώθε είμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας κίνησης εξορθολογισμού όχι μόνο στον τομέα της παραγωγής, αλλά και σε αυτόν της ανταλλαγής, της κυκλοφορίας, της διακυβέρνησης, της διανοητικής δραστηριότητας, κ.λπ. «Αυτή η πυρετώδης διεργασία εξορθολογισμού, ενοποίησης και τεχνικού χαρακτηρισμού απλώνεται παντού, από τη θέσμιση κανόνων για την κυκλοφορία του χρήματος και την οργάνωση της οικονομίας, έως τον αυστηρό προσδιορισμό παγκόσμιων μέτρων και σταθμών ή τη ρυμοτομία. Αυτό ακριβώς είναι το τεχνικό έργο, το έργο της Τεχνικής. Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε, πως η Τεχνική εκφράζει την αγωνία των ανθρώπων να κυριαρχήσουν πάνω στα πράγματα με μόνο όπλο τη λογική» (Ελλύλ). […]

Αλλά η τυποποίηση αυτή −την οποία συνδράμουν πρόθυμα οι επιστήμονες− συνδέεται στενά με τις ίδιες τις ανάγκες της αγοράς. Ένα σύστημα αγορών δεν μπορεί να συντονίσει αποτελεσματικά τις οικονομικές δραστηριότητες παρά μόνο εφόσον τα ανταλλασσόμενα αγαθά έχουν οριστεί και χαρακτηριστεί με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια […] ώστε να μπορεί κανείς να τους προσδιορίσει μια ορισμένη τιμή και, κυρίως, να ταυτοποιούνται έτσι ώστε να αποτελούν αντικείμενο ενός δικαιώματος αποκλειστικής, ιδιωτικής ιδιοκτησίας, χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατό να υπάρξει εμπορευματική ανταλλαγή. […]

β. Ιδιωτικοποίηση ή νομικός χαρακτηρισμός του εμπορεύματος

Μπορούμε να δούμε την εμπορευματική ανταλλαγή σαν τη μεταβίβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας ενός αντικειμένου με αντίτιμο ένα χρηματικό ποσό. Για να υπάρξει εμπορευματοποίηση των σπόρων, πρέπει να έχει θεσμιστεί η ιδιοκτησία τους. Από τις απαρχές της γεωργίας, εδώ και 10.000 χρόνια περίπου, οι σπόροι κυκλοφορούσαν σε όλο τον κόσμο. Αυτή η κυκλοφορία ήταν εμπόριο με τη σύγχρονη έννοια του όρου; Ασφαλώς όχι! Από τη μια μεριά, εκείνη η κυκλοφορία στηριζόταν, όπως όλες οι ανταλλαγές πριν από την εποχή μας, είτε στη λογική της λεηλασίας, είτε στη λογική του δώρου, που ασφαλώς δεν έχουν σχέση με την εμπορευματική λογική. Από την άλλη, μέχρι τον 20ο αιώνα, οι αγρότες πάντοτε βαστούσαν σπόρους από τη συγκομιδή κάθε χρονιάς για να ξανασπείρουν την επόμενη, οπότε δεν χρειάζονταν να προμηθεύονται οπωσδήποτε σπόρους από αλλού. […]

Έτσι, η δεύτερη διαδικασία μέσα από την οποία κατασκευάζεται κοινωνικά ένα εμπορευμα, είναι μια διαδικασία ιδιωτικοποίησης. Πράγματι, η εμπορευματική ανταλλαγή μπορεί να υπάρξει μόνο πάνω στη βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και επομένως πάνω στη θέσμιση ενός συστήματος δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η πρόσφατη εμφάνιση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω στους «γενετικούς πόρους» δεν είναι παρά το προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη ων βιοτεχνολογιών και τη μετατροπή σε εμπόρευμα των γονιδιωμάτων, των μοκροοργανισμών, των φυτικών ποικιλιών, κ.ά. Η εξέλιξη των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα των σπόρων −που αποτελεί συμπληρωματική συνέχεια στη διαδικασία αποξένωσης των αγροτών από τα παραδοσιακά τους δικαιώματα και στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος τους− δείχνει ξεκάθαρα πόσο σημαντική είναι αυτή η διαδικασία ιδιωτικοποίησης, πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος της για την επέκταση των αγορών και με ποιο τρόπο ακριβώς αυτός ο θεσμός ιδιοκτησίας επιβάλλει ένα συγκεκριμένο τύπο κοινωνικών σχέσεων. […]

Συμπέρασμα

Η μελέτη της ιστορίας των φυτικών ποικιλιών δείχνει ξεκάθαρα, πως ο μετασχηματισμός του σε εμπόρευμα δεν έχει τίποτε το φυσικό ή το αυθόρμητο, αλλά αποτελεί προϊόν μιας θεσμικής κατασκευής, που προϋποθέτει μια διπλή διαδικασία τεχνικής τυποποίησης και νομικής ιδιωτικοποίησης.

Η κατασκευή αυτή

  • είναι αποτέλεσμα μιας σύγκλισης των συμφερόντων των βιομηχάνων, των επιστημόνων, των Κρατών και των συνασπισμών ισχύος (πχ. λόμπις), που φτιάχτηκαν για να υποστηρίζουν αυτά τα συμφέροντα,
και
  • προσανατολίζεται με άξονα τις κυρίαρχες αξίες και την κυρίαρχη, εμπορευματική ή φιλελεύθερη ιδεολογία, που θεωρεί ότι η αγορά είναι ο καλύτερος μηχανισμός συντονισμού των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Η εμπορευματοποίηση και εκτεχνίκευση της Φύσης έχει σοβαρές κοινωνικές και ανθρώπινες συνέπειες, που δεν έχουμε πλήρως αντιληφθεί ακόμα. Καταρχάς, η εκτεχνίκευση της γεωργίας οδηγεί μονόδρομα στην επιλογή ενός αγροτικού συστήματος που έχει ολοένα και μεγαλύτερες ανάγκες για κεφάλαια, πράγμα που με τη σειρά του οδηγεί στα τεράστια αγροκτήματα, τιις μεγάλης έκτασης βιομηχανικές αγροκαλλιέργειες, τα μονοπώλια σπόρων και την εκτεταμμένη χρήση φυτοφαρμάκων, σε βάρος των μικρών καλλιεργητών και των οικογενειακών αγροκτημάτων. Το αποτέλεσμα είναι η επέκταση της μονοκαλλιέργειας, η συγκεντροποίηση των καλλιεργειών, η εγκατάλειψη των χωριών και στη συνέχεια η ερήμωση της υπαίθρου, η ομοιομορφία των τοπίων, των τρόπων ζωής και των ηθών, καθώς και μια σειρά επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία των ανθρώπων. […]

Επιπλέον, η ίδια η επέκταση των μηχανισμών και της λογικής της αγοράς σε ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια της Φύσης επιβάλλει την δημιουργία ακόμα περισσότερων θεσμών τυποποίησης, πιστοποίησης και εξασφάλισης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Αυτό οδηγεί στην επέκταση του πνεύματος της αγοράς πολύ πέρα από την απλή σφαίρα των εμπορευματικών ανταλλαγών −π.χ. στον προσανατολισμό της επιστημονικής έρευνας προς μια ορισμένη κατεύθυνση, ή την επιλογή ενός ορισμένου αγροτικού συστήματος−, με αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση και την παγίωση όχι μόνο μιας «οικονομίας της αγοράς» αλλά μιας κοινωνίας της αγοράς. […]

Τέλος, οι αξίες που στηρίζουν αυτή τη γενική εξέλιξη εντείνουν την μετατροπή της Φύσης σε ένα άψυχο πράγμα, ανατρέποντας τη σχέση που είχαν μαζί οι άνθρωποι επί αιώνες αιώνων. Ειδικότερα, η ιδεολογία της «γενετικής προόδου», προϊόν αυτής της πραγμοποίησης του ζωντανού, οδηγεί σε μια μηχανιστική και αναγωγιστική αντίληψη των πόρων και της ζωής, μετατρέποντάς τα σε πράγματα που μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι μας καπνίσει. Από εδώ γεννιέται μια κενόδοξη αίσθηση παντοδυναμίας, που καταλήγει στην εργαλειοποίηση των διαφόρων μορφών ζωής πάνω στη Γη, από τα γονία και το ανθρώπινο σώμα έως τα ζώα και τα φυτά. Αλλά, παρά τις υλικές προόδους που σημειώνονται από αυτή την ανατροπή, τίποτα δεν βεβαιώνει πως αυτός ο δρόμος οδηγεί πραγματικά σε μια ποιοτική βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης.

Hélène Tordjman, La construction d’une marchandise (2003)



Σημ. του HS Στο κείμενο αυτό η Τορντμάν εξετάζει με αρκετή διεξοδικότητα όλη τη διαδικασία εμπορευματοποίησης ειδικότερα των σπόρων, παραθέτοντας κάμποσα παραδείγματα και στοιχεία της όλης διαδικασίας, που απλώνεται και στο πεδίο της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας. Εδώ περιοριστήκαμε να δώσουμε μια μικρή γεύση του εστιάζοντας στην γενικότερη οπτική και τα πορίσματά της, που αφορούν στην «κατασκευή» του εμπορεύματος γενικότερα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή καταφέρουμε να μεταφράσουμε και ειδικότερα αποσπάσματα. Καλό τριήμερο!

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Προεκλογικό μήνυμα 02 | Πληροφόρηση και Προπαγάνδα

Ζακ Ελλύλ
«Μια από τις πιο διαδεδομένες σύγχρονες κοινοτοπίες, η οποία θεωρείται μάλιστα αυτονόητη και απολύτως ασφαλής, είναι ότι άλλο πράγμα είναι η πληροφόρηση και τελείως άλλο πράγμα η προπαγάνδα. Κάθε καθωσπρέπει άνθρωπος γνωρίζει ότι στην εποχή μας η πληροφόρηση είναι εντελώς απαραίτητη. Πρόκειται, όπως λένε, για μια απολύτως θετική κατάκτηση και ένα από τα πλεονεκτήματά μας σε σχέση με τους ανθρώπους παλιότερων εποχών, είναι ότι μαθαίνουμε τι συμβαίνει στην Κίνα και πληροφορούμαστε ποιες είναι οι αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας μας. […]

Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά την πληροφόρηση, που υποτίθεται πως είναι από τη φύση της έντιμη, αληθινή και ξεκάθαρη μετάδοση δεδομένων, και από την άλλη την προπαγάνδα, η οποία διαστρεβλώνει τα δεδομένα, ψεύδεται και πηγάζει από το πάθος για εξουσία, τον μακιαβελισμό και τη συνειδητή εξαπάτηση. Αυτή η καθησυχαστική διχοτόμηση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας επιτρέπει σ’ εμάς, τους καλώς πληροφορημένους ανθρώπους, να κοιμόμαστε ήσυχοι και φυσικά να μην υποκύπτουμε στην προπαγάνδα.

Όμως αν δούμε τα πράγματα πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι δεν είναι τόσο απλά. Πρώτα-πρώτα είναι αδύνατον να υπάρξει ένας ξεκάθαρος ορισμός της προπαγάνδας. Ο καθένας την παρουσιάζει όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος και έχουμε ένα ευρύ φάσμα, από εκείνους που βλέπουν προπαγάνδα παντού, από την κυριακάτικη λειτουργία μέχρι το δημοτικό σχολείο, έως εκείνους οι οποίοι θεωρούν πως δεν μπορούμε να ορίσουμε κάτι ιδιαίτερο ως προπαγάνδα και επομένως ότι προπαγάνδα δεν υφίσταται. […]

Το μοναδικό σημείο που θεωρώ σοβαρό σε όλα αυτά, είναι το εξής: οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν τη γνώμη ότι όλα θα είναι μια χαρά άπαξ και λυθούν τα προβλήματα στην οργάνωση της πληροφόρησης. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη αυταπάτη, διότι τίποτα δεν πρόκειται να λυθεί αφού το θεμελιώδες πρόβλημα με την πληροφόρηση βρίσκεται αλλού, δηλαδή στη στενότατη σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας και στο γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να χωριστούν η μια από την άλλη. 

Αλλά και πέρα από αυτό, πρέπει να δούμε και τα νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά την προπαγάνδα. Για παράδειγμα, τώρα πια οι προπαγανδιστές έχουν συνειδητοποιήσει ότι το ψέμμα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους κι έχουν αποφασίσει ότι τους συμφέρει περισσότερο να πουλάνε αλήθειες και να στηρίζουν την προπαγάνδα τους σε γεγονότα. […] Με άλλα λόγια, η σύγχρονη προπαγάνδα είναι πολύ πιο πανούργα απ’ όσο έχουμε συνηθίσει να νομίζουμε.

Ας δούμε λοιπόν λίγο την πληροφόρηση. Πρέπει να υπογραμμίσουμε, χωρίς να επιμείνουμε ιδιαίτερα σε αυτό, ότι τα μέσα της προπαγάνδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά της πληροφόρησης: όχι μόνον υλικά μέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, ταινίες, ομιλίες, κ.λπ.) αλλά και ψυχολογικά μέσα, δεδομένου ότι και η πληροφόρηση πρέπει να ‘διαδοθεί’, να γίνει γνωστή, δηλαδή να τραβήξει την προσοχή του κοινού. Ο ακροατής πρέπει να πειστεί, ότι η τάδε πληροφορία είναι έντιμη και αξιόπιστη. Πώς θα πειστεί; Με κάθε διαθέσιμο μέσο προσεταιρισμού. Διότι όταν η πληροφόρηση, θέλοντας να μείνει ‘αντικειμενική’, περιορίζεται στην απλή έκθεση των γυμνών γεγονότων, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ακροατήριο. Όταν θέλουμε να μεταδώσουμε μια πληροφορία, πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας σε ποιον άνθρωπο τη μεταδίδουμε. Ποιο είναι το ακροατήριό μας. Ποιος είναι λοιπόν ο σημερινός ακροατής; Ποιος είναι ο σημερινός άνθρωπος, τον οποίο θέλουμε να πληροφορήσουμε; Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας άνθρωπος που έχει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτόν, πρέπει να του μεταδώσουμε τις πληροφορίες μας. Ε λοιπόν, για να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα, προκειμένου να διαβάσει κανείς μια εφημερίδα όπως ο Le Monde, χρειάζεται δυο ώρες την ημέρα και πάλι κάμποσα θα του έχουν ξεφύγει. Ποιος άνθρωπος σήμερα θα διαθέσει δυο ώρες από τον ελεύθερο χρόνο του για να πληροφορηθεί; Επομένως, η πληροφόρηση πρέπει να συμπυκνωθεί. Να δοθεί σαν ‘χαπάκι’. Αλλά τότε, είναι στ’ αλήθεια πληροφόρηση;

Επιπλέον, αυτή η πληροφόρηση-χαπάκι πρέπει να παρουσιαστεί με μια ευχάριστη και ελκυστική μορφή, που θα δίνει στον κουρασμένο σημερινό ακροατή την αίσθηση ότι με δυο λόγια έχει πάρει το ‘ζουμί’ της πληροφορίας. Αλλά για να γίνει αυτό, η πληροφόρηση πρέπει να παρουσιαστεί με ‘εύπεπτο’ τρόπο, που δεν θα ‘κουράζει’ τον ήδη κουρασμένο ακροατή. Όμως μπορεί να υπάρξει  ‘εύπεπτη’ σοβαρή πληροφόρηση; Για να υπάρξει σοβαρή πληροφόρηση, θα πρέπει ο ακροατής να έχει ήδη αρκετές γνώσεις ιστορίας, πολιτικής και γεωγραφίας, αν χρειάζεται, ώστε να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που του λένε. Ακόμα περισσότερο, θα πρέπει να έχει τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να σκέφτεται, να συνθέτει, να διακρίνει και να θυμάται −και όλα αυτά δεν είναι φυσικά χαρίσματα αλλά καρποί παιδείας και εκπαίδευσης. Τι σχέση έχει λοιπόν αυτό με τον σημερινό ακροατή; […]

Επομένως, πού ακριβώς βρίσκεται το υποτιθέμενο όριο ανάμεσα στην προπαγάνδα, δηλαδή τη μαζική διακήρυξη απλουστευμένων γεγονότων με στόχο τον προσεταιρισμό του κοινού, και σε μια πληροφόρηση η οποία σερβίρεται σε μορφή-χαπάκι και σε ένα κοινό που δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να την ελέγξει; […]

Ακούμε συχνά, ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει κανείς την προπαγάναδα, είναι η μετάδοση σωστής πληροφόρησης. Αυτό σε κάποιο βαθμό ισχύει. Λέω όμως ‘σε κάποιο βαθμό’, διότι στην πραγματικότητα η πληροφόρηση αποτελεί προαπαιτούμενο της προπαγάνδας. 

Πράγματι, για να υπάρξει προπαγάνδα, πρέπει να υπάρχει κάποια αναφορά στα τρέχοντα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα. Η πραγματική δύναμη της προπαγάνδας δεν βρίσκεται τόσο στη δογματική επιχειρηματολογία της όσο στην ερμηνεία των τρέχοντων γεγονότων, την οποία παρουσιάζει. Η προπαγάνδα μπορεί να δουλέψει μόνο όταν τρέχοντα πολιτικά ή οικονομικά γεγονόταν έχουν ήδη ξυπνήσει, αναστατώθει ή προσανατολίσει την κοινή γνώμη. Πιάνεται από μια υπάρχουσα ψυχολογική πραγματικότητα, όχι μόνιμη αλλά ενός είδους ψυχολογική ταραχή που προκαλείται από ένα συμβάν.  Όμως αυτού του είδους οι ψυχολογικές αναστατώσεις δεν διαρκούν πολύ. Πρέπει λοιπόν να συντηρούνται, να κρατιώνται ζωντανές και να παρατείνονται προκειμένου να παράξουν μια ‘κοινή γνώμη’. Αλλά η κοινή γνώμη είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο στήνεται η προπαγάνδα. Αν δεν υπάρξει κοινή γνώμη, δεν μπορεί να υπάρξει προπαγάνδα. […]

Την κοινή γνώμη λοιπόν την παράγουν τα ΜΜΕ, τα οποία διαδίδουν πληροφορίες και απασχολούν διαρκώς τις μάζες με διάφορα πολιτικά, οικονομικά και άλλα συμβάντα, αναπλάθοντας διαρκώς τη βάση πάνω την οποία υφαίνει την επιχειρηματολογία της και ανθίζει η προπαγάνδα. […] Διότι πρέπει να το επαναλάβουμε: η προπαγάνδα δεν στηρίζει τους ισχυρισμούς της πάνω σε καθαρά ψέμματα αλλά πάνω σε κάθε λογής επιμέρους δεδομένα. […]

Επομένως, η πληροφόρηση όχι μόνο προσφέρει στην προπαγάνδα τη βάση, χωρίς την οποία δεν θα μπορεί να υπάρξει, αλλά, πιο σημαντικό ακόμα, της παρέχει αυτό ακριβώς που [η προπαγάνδα] χρειάζεται για να λειτουργήσει διογκώνοντας τα προβλήματα και παρουσιάζοντας τις ‘λύσεις’ που τη συμφέρουν. […]

Αυτή η διόγκωση των προβλημάτων, απαραίτητο καύσιμο της προπαγάνδας, σχετίζεται άμεσα με τη διεύρυνση πλαισίου που πραγματοποιεί η πληροφόρηση. Στην πραγματικότητα, η καθαρή πληροφόρηση δεν μεταδίδει τίποτε άλλο από συγκεκριμένα γεγονότα. Το συγκεκριμένο γεγονός, όσο σημαντικό κι αν είναι, έχει καθεαυτό περιορισμένη έκταση τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο: συνέβη εκεί και τότε. Είναι, δηλαδή, ένα μοναδικό συμβάν. Η πληροφορία δεν έχει παγκόσμιο εύρος. Όμως εκείνος ο οποίος πληροφορεί, αυτός που μεταδίδει την πληροφορία, επιχειρεί πάντοτε να συνδέσει το συγκεκριμένο συμβάν με άλλα παρόμοια, να αναδείξει τι προηγήθηκε και τι το ακολούθησε, ίσως ακόμα και να προσφέρει μια ερμηνεία ή μια εξήγηση του γεγονότος αυτού. Έτσι η πληροφορία που μεταδίδει παύει ευθύς αμέσως να είναι ‘σκέτη’ πληροφόρηση. Σε αυτό, πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος δέχεται κυριολεκτικά ένα καθημερινό κατακλυσμό από πληροφορίες. Πληροφορίες ασύνδετες μεταξύ τους, που αφορούν ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα κι ένα ευρύτατο φάσμα προβλημάτων. […]

Έτσι, μέσα από τον κατακλυσμό πληροφόρησης, ο άνθρωπος αφ’ ενός μεν ‘ενημερώνεται’ ότι η πραγματικότητα της κατάστασής του εξαρτάται άμεσα από την πραγματικότητα ολόκληρης της κοινωνίας, ενός συνόλου κοινωνιών ή και του πλανήτη ολόκληρου, δηλαδή ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι ενός ολοένα και πιο διευρυμένου πλαίσιου ζωής και μιας ολότητας θεμάτων και προβλημάτων. Και αφ’ ετέρου, την ίδια στιγμή, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα ατέλειωτο καλειδοσκόπιο, καμωμένο από χιλιάδες εικόνες, που η μια διαδέχεται την άλλη χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση μεταξύ τους, πράγμα που επιτείνει μέσα του την αίσθηση ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι μιας τεράστιας ολότητας, η οποία δεν έχει καμιά λογική, κανέναν ειρμό, κανένα ρυθμό, κανένα νόημα και αλλάζει με τρομαχτική ταχύτητα χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει τίποτα και χωρίς καμιά δυνατότητα να δράσει πάνω της με τις δεξιότητες που έχει αποκτήσει μέσα στο μικρό πλαίσιο της προσωπικής του ζωής. […]

Γίνεται φανερό λοιπόν, ότι η πληροφόρηση δεν αποτελεί μόνο προαπαιτούμενο της προπαγάνδας αλλά και οδηγεί στην προπαγάνδα, αφού η προπαγάνδα είναι εκείνη που θα παράσχει σε αυτό τον άνθρωπο τη μυθική εξασφάλιση, που έχει ανάγκη. Διότι ο άνθρωπος που έχει πνιγεί από τον κατακλυσμό της πληροφόρησης, έχει ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για ένα σύστημα που θα ταξινομεί και θα του εξηγεί όλες αυτές τις πληροφορίες −και μάλιστα ένα σύστημα το οποίο, όσο πιο σύνθετο είναι το πλαίσιο που του παρουσιάζεται από τον κατακλυσμό των πληροροφιών, τόσο πιο απλές και χοντροειδείς εξηγήσεις θα του παρέχει. Κι αυτή ακριβώς είναι η δουλειά της προπαγάνδας».

Ζακ Ελλύλ, Πληροφόρηση και Προπαγάνδα (1957)





Σημ. του H.S. Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Diogènes», την οποία έφτιαξε το 1948 ο Ροζέ Καγιουά (βλ. το βιβλίο του Τα παιχνίδια και οι άνθρωποι, μετάφραση Μπουκανιέρος, εκδ. Εικοστού Πρώτου) και στην οποία δημοσιεύτηκαν εξαιρετικά κείμενα και του σπουδαίου Κώστα Παπαϊωάννου (βλ. Η αποθέωση της ιστορίας, Εναλλακτικές εκδόσεις). Ενδιαφέρουσες συναντήσεις, με πολλές προεκτάσεις, τις οποίες όπως γνωρίζετε προσπαθώ να συζητήσω διεξοδικότερα και στις εκπομπές όπου συμμετέχω κάθε δεύτερη Πέμπτη.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Η πλάνη της Τεχνικής (vid) με ελληνικούς υπότιτλους!




Η εξαιρετική συνέντευξη-ομιλία του Ζακ Ελλύλ, στην οποία είχαμε αναφερθεί πριν δυόμισυ χρόνια και την οποία χρωστάμε στην ολλανδική ομάδα ReRun Produkties, τώρα με ελληνικούς υπότιτλους. Τους ενεργοποιείτε κάνοντας κλικ στο σχετικό εικονίδιο στο κάτω δεξιά μέρος της οθόνης.
Μετάφραση υποτίτλων: Ιβάν Γιαννακοπούλου. Επιμέλεια: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης. Προσαρμογή: Ηλίας Διάμεσης.
Απολαύστε την!!!

Η πλάνη της Τεχνικής (vid) με ελληνικούς υπότιτλους!




Η εξαιρετική συνέντευξη-ομιλία του Ζακ Ελλύλ, στην οποία είχαμε αναφερθεί πριν δυόμισυ χρόνια και την οποία χρωστάμε στην ολλανδική ομάδα ReRun Produkties, τώρα με ελληνικούς υπότιτλους. Τους ενεργοποιείτε κάνοντας κλικ στο σχετικό εικονίδιο στο κάτω δεξιά μέρος της οθόνης.
Μετάφραση υποτίτλων: Ιβάν Γιαννακοπούλου. Επιμέλεια: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης. Προσαρμογή: Ηλίας Διάμεσης.
Απολαύστε την!!!

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Η Αλλαγή του Κόσμου



Εδώ και δεκαετίες, αλλά πολύ πιο καθαρά σήμερα λόγω της οξυμένης κρίσης, το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα κι ο λόγος που η κοινωνία μας φαίνεται να οδηγείται από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, είναι η αδυναμία να διατυπωθεί απέναντι στα πράγματα ένας πολιτικός λόγος, που θα είναι και λογικά πειστικός αλλά και συγκινησιακά παρακινητικός. Ένας λόγος που θα απευθύνεται τόσο στο θυμικό, όσο και στο λογικό, καταφέρνοντας έτσι να συμπαρασύρει το βουλητικό των ανθρώπων προς μια έλλογη διέξοδο.

Μια σημαντική αιτία που ένας τέτοιος λόγος απουσιάζει, είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι οι προσπάθειες αντιπολίτευσης στο κυρίαρχο αδιέξοδο διακατέχονται από τα φαντάσματα προηγούμενων, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένων, απελευθερωτικών στιγμών. Κάποιοι θέλουν να βλέπουν το σήμερα με όρους 1789, άλλοι με όρους 1821, άλλοι σαν 1917, ή 1940, ή 1968, ή 1973. Έτσι, ανάλογα με την οπτική καθενός, καλούν σε μια αποτίναξη π.χ. μιας «τυραννίας» από ένα «πεινασμένο λαό», ή σε μια επανάσταση εναντίον μιας «απολυταρχίας» που «ποδοπατάει αλύπητα τα ανθρώπινα δικαιώματα», σε ένα «ταξικό αγώνα» εναντίον της «πλουτοκρατίας», ή σε μια «πάλη της εργατικής τάξης» ενάντια στην επιβολή «μεσαιωνικών συνθηκών» από τους καπιταλιστές, σ’ ένα εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εναντίον «δυνάμεων κατοχής και δοσίλογων κυβερνήσεων», ή σε μια «εξέγερση με μπροστάρη τη νεολαία ενάντια σε μια χουντική κυβέρνηση».

Παρ’ όλο που όψεις πραγματικότητας υπάρχουν σε όλες αυτές τις οπτικές, η καθεμιά από μόνη της και όλες μαζί ή σε οποιοδήποτε μεταξύ τους συνδυασμό, είναι λαθεμένες∙ δηλαδή δεν καταφέρνουν να καταδείξουν αυτό που προσδιορίζει τη σημερινή κοινωνία και το οποίο διαφέρει από εκείνο που την προσδιόριζε σε όλες αυτές τις ένδοξες ιστορικές στιγμές. Την ίδια στιγμή, και για τον ίδιο λόγο, αποτυχαίνουν να αναδείξουν την ιστορική ιδιαιτερότητα ενός σημερινού υποκειμένου της αλλαγής, ή της ανατροπής, σε σχέση με τα προηγούμενα.

Σήμερα δεν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με μια απολυταρχία ή μια τυραννία, εδραιωμένη πάνω σε «μεσαιωνικές», δηλαδή κάθετα και απολυτοκρατικά ιεραρχημένες, συνθήκες δουλειάς και ζωής∙ ούτε με ένα πλουτοκρατικό καπιταλισμό θεμελιωμένο πάνω σε μια βιομηχανική, δηλαδή συγκεντρωτική και συντηρητική, οργάνωση της εργασίας και της κοινωνίας. Ούτε καν με μια κλασική αστική δημοκρατία, στην οποία δεν εκπροσωπούνται τα λαϊκά κι εργατικά στρώματα. Σήμερα έχουμε να κάνουμε με μια ολιγαρχική δημοκρατία εδραιωμένη πάνω σε μια άκρως εκτεχνικευμένη − δηλαδή νεωτεριστική, εξατομικευμένη και εκλαϊκευμένη/μαζική συνάμα − κοινωνία, η οποία διυλίζεται και διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από ένα τεχνικό Σύστημα.

Παρά τις πάμπολλες αυταρχικές όψεις και τυραννικές συμπεριφορές της, λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουμε, πως η σημερινή ολιγαρχική δημοκρατία διαφέρει από την τυραννία, την απολυταρχία ή τη χούντα, σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο: στο ότι κάνει το λαό διαρκώς συμμέτοχο, και έτσι «συνένοχο», στις καίριες πολιτικές επιλογές και πρακτικές της, πράγμα που τη βοηθάει να διασπείρει την «συνενοχή» και για τις επιμέρους πράξεις της.

Επιπλέον, παρά τους συντηρητισμούς και τους ανορθολογισμούς της, την ίδια στιγμή η ακραία εκτεχνίκευση της τριλεκτικής «παραγωγή-κατανάλωση-διοίκηση», και η καλπάζουσα − χάρη στην Πληροφορική ως πράξη και ως ιδεολογία − καρκινογένεση ενός τεχνικού Συστήματος εντός της σημερινής κοινωνίας, κάνουν το λαό διαρκώς συμμέτοχο, και έτσι «συνένοχο», όχι μόνο στις πολιτικές επιλογές και πρακτικές της ολιγαρχικής τάξης αλλά, επίσης, στην κυρίαρχη οπτική των πραγμάτων και στα κυρίαρχα ήθη, που έχουν πάψει να είναι αστικά και συντηρητικά. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τα ήθη αξίζει να προσεχτεί, πως οι κυρίαρχες τάξεις ασπάζονται ανοιχτά και με ολοένα και μεγαλύτερη άνεση μια σειρά από «στιλ» που έως πριν δυο δεκαετίες προσδιόριζαν το περιθώριο, ακόμα και τον λεγόμενο υπόκοσμο, δηλαδή στιλ απενοχοποιημένου μηδενισμού... ενώ την ίδια στιγμή τα λαϊκά στρώματα θεωρούν τίτλο τιμής το ότι κατορθώνουν ν’ αποτινάξουν τις παραδόσεις τους και να εκμοντερνιστούν κατά το πρότυπο των κυρίαρχων τάξεων, καταλήγοντας έτσι να ασπάζονται, και αυτά, «στιλ» απενοχοποιημένου μηδενισμού. Και σε ό,τι αφορά την οπτική των πραγμάτων, θα έλεγα πως δεν είναι τυχαίο λ.χ. ότι σε μεγάλο βαθμό ακόμα και οι αμεσοδημοκρατικές ριζοσπαστικές επικλήσεις εμπνέονται κατά βάθος από έναν ευφρόσυνο τεχνικό ουτοπισμό, στο βαθμό που στη θέση του συμβολικού πεδίου γράφουν «μηδέν» και υπολογίζουν ότι το κοινό δεν (θα) είναι συμβολικός Κοινός Λόγος αλλά αμοιβαίος συντονισμός δράσεων μέσω του διαδικτύου.

Κατόπιν όλων αυτών, εκείνο που εδώ θέλω να τονίσω, είναι ότι η σημερινή εδραίωση μιας ολιγαρχικής δημοκρατίας πάνω σε μια άκρως εκτεχνικευμένη/εκλαϊκευμένη κοινωνία που διυλίζεται και διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από ένα τεχνικό Σύστημα, συνεπάγεται και μια ριζική αλλαγή σε ό,τι αφορά το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής. Πρόκειται για μια αλλαγή, την οποία διαισθάνονται όλοι όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βεβαιώνουν πως είναι πλέον δύσκολο «να διακρίνει κανείς με σαφήνεια τον εχθρό» − και αυτή τη δυσκολία νομίζω ότι προσπαθούν να υπερφαλαγγίσουν, αλλά λιγάκι κλείνοντας τα μάτια και χωρίς να ζοριστούν, όσοι προτιμούν να βλέπουν το σήμερα σαν ένα είδος αναβίωσης παλιότερων ένδοξων στιγμών υψώνοντας, έτσι, παλιές σημαίες κι ανασκάβοντας παλιά χαρακώματα.

Η αλλαγή του υποκειμένου της αλλαγής για την οποία μιλώ, προσδιορίζεται από το γεγονός ότι, εκείνο που συντηρεί την αδικία και την ανελευθερία των σύγχρονων κοινωνιών, δεν είναι πια μια τάξη συγκροτημένη έξω από το λαό (όπως ήταν η αριστοκρατία, ή η αστική τάξη των πρώτων αιώνων της κυριαρχίας της), ώστε να μιλάμε για «ταξικό εχθρό» και «ταξικό αγώνα» ακριβώς όπως έως τα μέσα με τέλη του 20ού αιώνα. Ούτε βεβαίως μια εξωτερική δύναμη κατοχής (όπως η οθωμανική αυτοκρατορία, ή οι φασιτικές και ναζιστικές δυνάμεις κατοχής του Β΄ ΠΠ), για να μιλάμε για «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα». Ούτε και έχουμε να κάνουμε με κυρίαρχα ήθη βιομηχανικού τύπου, ώστε να μιλάμε για απελευθέρωση της φαντασίας και ριζοσπαστικοποίηση των επιθυμιών ως όπλα ανατροπής του κατεστημένου.

Το σημερινό υποκείμενο της αλλαγής προσδιορίζεται από το γεγονός της σημερινής συμμετοχής/«συνενοχής» του λαού στις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές, στην κυρίαρχη οπτική του κόσμου και στα κυρίαρχα ήθη της εκτεχνικευμένης και νεωτεριστικής ολιγαρχικής δημοκρατίας και, επομένως, έχει να συγκροτηθεί από τη σύγκλιση δυο δεδομένων:


1. από το ότι οφείλει να είναι σε θέση και διάθεση να αλλάζει όχι μόνο τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του∙ και 2. από το ότι ο άνθρωπος αυτών των κοινωνιών έχει μπουκώσει πια από την «απενοχοποιημένη» υπερτροφία της εξατομίκευσης χωρίς ωστόσο να επιθυμεί, ακόμα, μια επιστροφή/υποστροφή σε κάποιον προ-εξατομικευτικό κολλεκτιβισμό.

Για να είμαι πιο ακριβής, γνώμη μου είναι ότι το υποκείμενο της αλλαγής δεν είναι απλώς θέμα ότι «οφείλει», «να είναι σε θέση», «να έχει διάθεση» να συγκροτηθεί κάτω από αυτούς τους δύο όρους: δεν μπορεί να υπάρξει, σήμερα, άλλου τύπου υποκείμενο της αλλαγής!

Πάνω σε αυτές τις γραμμές σκέψης θα προσπαθήσω να ακολουθήσουν οι επόμενες αναρτήσεις μου στον καλοτάξιδό μας Πύραυλο. Δεν κρύβω ότι έχω την αίσθηση, πως η κρίση που περνάει σήμερα η ελληνική κοινωνία έχει να κάνει, σε σημαντικό ίσως βαθμό, με την ολοκλήρωση της ένταξής της στις σύγχρονες εκτεχνικευμένες ολιγαρχικές δημοκρατίες και με τις καθυστερήσεις που είχε μέχρι σήμερα επιδείξει προς αυτή την κατεύθυνση - πράγμα που κάνει ακόμα πιο κρίσιμα τα παραπάνω ζητήματα.


Γιάννης Ιωαννίδης



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...